Στο 1ο συνέδριο φεμινιστριών απ’ όλο τον κόσμο το οποίο έγινε σε κάποια χώρα της Ευρώπης,απόφασίστηκε ότι δεν είναι δυνατόν οι γυναίκες να κάνουν όλες τις δουλειές του σπιτιού.
Έτσι συμφωνήσανε όλες οι μαζεμένες φεμινίστριες να γυρίσει κάθε μία στην χώρα της και να καταφέρει τον άντρα της να μοιραστεί τις δουλειές του σπιτιού μαζί της. Τα αποτελέσματα θα συζητιόντουσαν στο επόμενο συνέδριο.
Έτσι κι έγινε. Τον επόμενο χρόνο, στο 2ο συνέδριο τους, είπε η κάθε μία τι έγινε όταν γύρισε στην χώρα της.
Πρώτη ανεβαίνει στο βήμα η Αγγλίδα.
- Εγώ γυρίζοντας πίσω, περίμενα να τελειώσει το απογευματινό του τσάι ο ʼρθουρ και μετά του λέω:
- ʼκου ʼρθουρ από δω και πέρα οι δουλειές του σπιτιού, μισές-μισές.
Την πρώτη μέρα δεν βλέπω τίποτα. Την δεύτερη μέρα παίρνει την σκούπα και άρχισε να σκουπίζει.
Επιφωνήματα και χειροκροτήματα από τις υπόλοιπες φεμινίστριες για το κατόρθωμα της Αγγλίας.
Δεύτερη ανεβαίνει στο βήμα η Γερμανίδα.
- Εγώ γυρίζοντας πίσω, περίμενα να γυρίσει ο Χάνς από την μπιραρία και με το που μπαίνει μέσα του λέω:
- Χανς οι δουλειές μισές-μισές.
Την πρώτη μέρα δεν βλέπω τίποτα. Την δεύτερη μέρα δεν βλέπω τίποτα. Την τρίτη μέρα ο Χανς είχε ήδη σφουγγαρίσει το σπίτι όταν γύρισα από την δουλειά.
Ξανά χειροκροτήματα και επιφωνήματα από τις υπόλοιπες φεμινίστριες.
Τρίτη ανεβαίνει στο βήμα η Ελληνίδα.
- Εγώ γυρίζοντας στην Ελλάδα, περίμενα να γυρίσει ο Μήτσος από το καφενείο και μόλις μπαίνει μέσα του λέω:
- Μήτσο μου από δω και πέρα οι δουλειές μισές-μισές.
Την πρώτη μέρα δεν βλέπω τίποτα. Την δεύτερη μέρα δεν βλέπω τίποτα. Την τρίτη μέρα δεν βλέπω τίποτα. Την τέταρτη μέρα άρχισα να βλέπω λίγο από το ... αριστερό μάτι!
Γράμμα Πόντιας μητέρας:
Αγαπημένε μου γιε Γιωρίκα,
- Σου γράφω λίγες γραμμές, για να δεις ότι ζω.
- Συγχώρεσε με που δακτυλογραφώ την επιστολή, αλλά, όπως ξέρεις, δεν ξέρω ούτε να διαβάζω ούτε να γράφω.
Επίσης δακτυλογραφώ αργά, γιατί κι εσύ διαβάζεις αργά.
- -Δεν θα βρεις το σπίτι, όταν επιστρέψεις, γιατί μετακομίσαμε.
Δεν ξέρω να σου πω την νέα μας διεύθυνση, γιατί οι προηγούμενοι ένοικοι πήραν μαζί τους το οδόσημο και τον αριθμό, ώστε να μην αλλάξουν τη διεύθυνσή τους.
- Ο πατέρας σου έχει μια νέα μοναχική δουλειά και από κάτω του βρίσκονται 500 άτομα.
Κόβει το γκαζόν στο νεκροταφείο. Την προηγούμενη βδομάδα έβρεξε μόνο 2 φορές. Την πρώτη έβρεχε για 3 μέρες και την δεύτερη έβρεχε για 4 μέρες.
- Θυμάσαι τον φίλο σου τον Κωστίκα; Ε, πάει πέθανε. Πέθανε ο πατέρας του και ζήτησε να θαφτεί στην θάλασσα. Ο Κωστίκας πνίγηκε ενώ έσκαβε τον τάφο του.
Στο ψυγείο έβαλα ένα άδειο κουτί γάλα για να πίνεις τον καφέ σου μέτριο χωρίς γάλα, όπως σου αρέσει.
Η αγαπημένη σου μητέρα.
ΥΓ : Θα σου έστελνα και μερικά χρήματα, αλλά ήδη έκλεισα τον φάκελο.
Γίνεται που λετε η δίκη για τον Bin Landen και βγαίνει αθώος!
(είπαμε! Ανέκδοτο είναι!)
Εκεί λοιπόν που βρίσκονται στο δικαστήριο ο Bin, o Bush και ο αντιπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πετάγεται ένα τζίνι από το πουθενά!
Τους βλέπει, και τους λέει:
- Αφού είσαστε τρεις, θα έχετε από μία ευχή ο καθένας!
Λέει λοιπόν πρώτος ο αντιπρόσωπος:
- Εγώ θέλω να κάνεις όλη την Ευρώπη ζάπλουτη! Από παντού να τρέχει πετρέλαιο, να έχει το υπέδαφός της χρυσάφι και ουράνιο, και όλα τα καλά του Θεού...
(Θεός φυλάξει! Μετά αντί για την Ανατολή θα χτυπάνε εμάς οι αμερικάνοι!).
Κάνει το τζίνι "ΦΟΥΠ"!
- Όλα εντάξει! Όπως τα είπες έγιναν!"
Πάει λοιπόν στον Bush και τον ρωτάει τι θα ήθελε να κάνει για αυτόν. Λέει ο Bush:
- Θέλω να σηκώσεις ένα τεράστιο τείχος γύρω από την Αμερική! Να μην μπορούν να μας κάνουν επιθέσεις, και κανείς να μην μπορεί να μας πειράξει!
Πάλι το τζίνι κάνει ένα ΦΟΥΠ!
- Έτοιμο και αυτό!
Τελευταίο αφήνει τον Bin...
Ο Bin ρωτάει λοιπόν το τζίνι...
- Δεν μου λες; Πως ακριβώς είναι αυτό το τείχος της Αμερικής;
Του λέει το τζίνι:
- Είναι 50 χιλιόμετρα ψηλό, και γύρω-γύρω από την Αμερική. Τίποτα δεν μπορεί να μπει μέσα, και τίποτα δεν μπορεί να βγει έξω!
Του λέει ο Bin:
- Ωραία... γέμισέ το με νερό τώρα...
Δύο φίλοι θέλουν να βγουν έξω να τα πιουν, αδειάζουν τις τσέπες τους και έχουν μόνο 5 ευρώ συνολικά.
Γυρνάει ο ένας και λέει:
- Έχω μία ιδέα.
Παίρνει τα 5 ευρώ, μπαίνει σε ένα χασάπικο και αγοράζει ένα τεράστιο λουκάνικο. Ο άλλος του λέει:
- Ρε συ, μαλάκας είσαι; Ούτε μια μπύρα δεν θα πιούμε; Τί το ήθελες το λουκάνικο;
- Ακου τί θα κάνουμε. Θα πηγαίνουμε στα καλύτερα μαγαζιά, θα καθόμαστε σε σημείο που μας βλέπουν όλοι, θα πίνουμε, θα πίνουμε και όταν φτάνει η ώρα του λογαριασμού, θα ανοίγω το φερμουάρ, θα βάζω το λουκάνικο και εσύ θα πέφτεις στα γόνατα, κλπ. Καταλαβαίνεις; Δεν μπορεί, θα μας πετάξουν έξω με τις κλωτσιές και δεν θα πληρώνουμε τίποτε!
- Φοβερό, λέει ο άλλος.
Πραγματικά, το κάνουν και σε κάθε μαγαζί τους πετάγαν έξω. Κοντά στο ξημέρωμα, από την σούρα δεν βλέπει ο ένας τον άλλο.
- Λοιπόν, φίλε μου, θα πάμε για ένα τελευταίο ποτό.
- Να πάμε. Όμως, ρε μεγάλε, δεν πάει άλλο. Δεν μπορώ άλλο. Με πονάει η μέση μου... Πονάνε τα γόνατά μου... Έχει μουδιάσει το στόμα μου... Δεν μπορώ άλλο!
- Καλά, γκρινιάζεις, αλλά αυτό που έχεις πάθει εσύ, δεν είναι τίποτε μπροστά σε αυτό που έχω πάθει εγώ.
- Τί έχεις πάθει εσύ; ρωτά ο άλλος.
- Αστα, έχω χάσει το λουκάνικο από το πρώτο μαγαζί...
Μία μέρα καθώς η Μαρία καθάριζε κάτω από το κρεβάτι βρήκε ένα μικρό κουτί. Περίεργη το άνοιξε και βρήκε 3 αυγά και 10.000 ευρώ.
Λίγο καχύποπτη ρωτάει τον άνδρα της, με τον οποίο ήτανε 25 χρόνια παντρεμένοι, για το κουτί.
- Α, αυτό, λέει ο άνδρας της. Κάθε φορά που σε κεράτωνα έβαζα ένα αυγό στο κουτί.
Η Μαρία στεναχωρήθηκε, αλλά σκέφτηκε ότι 3 απιστίες σε 25 χρόνια γάμου δεν ήταν και τόσο πολύ.
- Και τι είναι τα 10.000 ευρώ, ρωτάει ξανά.
- Α, κάθε φορά που μάζευα 12 αυγά, τα πούλαγα!
Ήταν μια φορά ενας βλάχος και πήγε να μείνει σε ένα ξενοδοχείο της Αθήνας. Λέει στη ρεσεψιόν, λοιπόν,να του δώσει ένα δωμάτιο και του λέει αυτή:
- Μήπως θα θέλατε και καμμιά κοπελίτσα για παρέα το βράδυ;
- Αμέ, γιατί όχι!
Γίνεται ότι γινεται, λοιπόν, την επόμενη μέρα πάει ο βλάχος να πληρώσει.
- Δε χρωστάτε τίποτα, λέει η ρεσεψιόν και του δίνει και 200 Ευρώ!
Πάει ο βλάχος όλο χαρά στο κατσικοχώρι του και λέει ότι έγινε στους συγχωριανούς του.
Αρχίζουν λοιπόν να πηγαίνουν ένας-ένας στο περιβόητο ξενοδοχείο και είχαν όλοι την ίδια εμπειρία.
Κάποια στιγμή τους πήρε πρέφα ο παπάς του χωριού και πήγε ο ίδιος στο ξενοδοχείο της Αθήνας να τσεκάρει.
Πάει στη ρεσεψιόν και της ζητάει δωμάτιο.
Αυτή, κλασσικά, του λέει:
- Μήπως θα θέλατε και καμμιά κοπελίτσα για παρέα το βράδυ;
- Αυτά είναι πράγματα του Σατανά, τέκνον μου, λέει ο παπάς,αλλά μιας και το ανέφερες...
Πάει ο παππάς στο δωμάτιο με την γκόμενα, την ξεσκίζει και την επόμενη μέρα πάει για να πληρώσει.
Η ρεσεψιόν του είπε οτι δε χρωστάει τίποτα και του δίνει 3000 Ευρώ.
Ο παπάς τα έχει χάσει και τη ρωτάει:
- Μα τέκνον μου, γιατί στους υπόλοιπους συγχωριανούς μου έδωσες 200 και σε μένα 3000 Ευρώ;
Και η ρεσεψιόν του λέει:
- Κοιτάξτε, τσόντα με παπά πρώτη φορα γυρίζουμε!
Τέσσερις φίλοι βρέθηκαν σε μια ταβέρνα 30 χρόνια μετά το σχολείο και έλεγαν τα δικά τους.
Μετά από λίγο ο ένας πήγε στο αποχωρητήριο και οι υπόλοιποι μιλούσαν για τα παιδιά τους. Ο πρώτος με περηφάνια έλεγε για το γιο του ότι σπούδασε μηχανικός αυτοκινήτων και εργάζεται στην FERRARI, βγάζει λεφτά με την ουρά. Ο δεύτερος έλεγε για το γιο του ότι σπούδασε αρχιτέκτονας, έχει εταιρεία που κτίζει σπίτια και βγάζει εκατομμύρια ευρώ. Ο τρίτος σπούδασε πιλότος εργάζεται σε εταιρεία κατασκευής αεροπλάνων και βγάζει εκατομμύρια, λεφτά να φάν και οι κότες.
Έρχεται και ο τέταρτος και τον ρωτούν οι φίλοι του τι δουλειά κάνει ο γιος του, εμένα ο γιος μου είναι Gаy, gаy απαντούν και οι τρεις με ένα στόμα και χαμογελούσαν κοροϊδευτικά. Ναι τους λέει αυτός Gаy βγάζει πολλά χρήματα και παίρνει πολλά δώρα. Να σκεφτείτε ότι πριν λίγες μέρες ένας φίλος του του χάρισε μια FERRARI, ο δεύτερος του χάρισε ένα σπίτι και ο τρίτος του χάρισε ένα αεροπλάνο JET κόκκαλο οι τρεις φίλοι από τα κατορθώματα των παιδιών τους
Πατέρας με 3 γιούς, σπουδάζει τον ένα γιατρό, το δεύτερο μηχανικό και τον τρίτο δικηγόρο.
Βάζει τους γιους του να δώσουν όρκο ως εξής:όταν αυτός πεθάνει,ο κάθε γιος του πρέπει να του αφησει στο μνήμα του από 10.000 ευρώ,
Ως συμβολική προσφορά του καθενός για τις παροχές που αυτός έδωσε στους γιους του για να γίνουν εξέχοντα μέλη της κοινωνίας..
Πεθαίνει ο πατέρας, πάει ο γιατρός στο μνήμα με 10.000 ευρώ μετρητά και ένα γράμμα "Πατέρα, εκπληρώνω τον όρκο που έδωσα, εγώ ο γιος σου ο γιατρός και σου επιστρέφω τα 10.000 ευρώ ως συμβολική ανταπόδωση των προσφορών σου για να γίνω αυτό που είμαι."
Πάει ο μηχανικός με επίσης 10.000 ευρώ μετρητά, τα αφήνει δίπλα στα 10.000 ευρώ του αδερφού του του γιατρού και αφήνει το γράμμα "Πατέρα, εκπληρώνω τον όρκο που έδωσα, εγώ ο γιος σου ο μηχανικός και σου επιστρέφω τα 10.000 ευρώ ως συμβολική ανταπόδωση των προσφορών σου για να γίνω αυτό που είμαι."
Πάει ο τρίτος γιος στο μνήμα, ο δικηγόρος, βγάζει το μπλοκάκι των επιταγών του, κόβει μια επιταγή και αφήνει το γράμμα "Πατέρα,
Εκπληρώνω τον όρκο που σου έδωσα, εγώ ο γιος σου ο δικηγόρος.
Σου αφήνω *ονομαστική *επιταγή 30.000 ευρώ και παίρνω ρέστα 20.000 ευρώ από αυτά τα μετρητά που βρήκα πάνω στο μνήμα σου".
Αληθινές κλίσεις στο 131 του ΟΤΕ - Mέρος 2:
1 Θα ήθελα το αυτόφορο της Καρδίτσας (αντί για τον αυτόματο).
2 Δώστε μου σας παρακαλώ το τηλέφωνο του 131.
3 Πέρνω το 0498 και δεν απαντάει.
4 - Τι ώρα φεύγει το τρένο από Λάρισα για Αθήνα;
- Δεν γνωρίζουμε τέτοιες πληροφορίες. Μπορούμε όμως να σας δώσουμε το τηλέφωνο του σταθμού.
- Ωραία.
- 236250
- Πολύ αργά είναι. Δεν έχει νωρίτερα δρομολόγιο;
5 Θα ήθελα το τηλέφωνο της ΙΚΑΣ (αντί του ΙΚΑ).
6 - Θα ήθελα μια τράπεζα.
- Σε ποιό μέρος;
- Στα ταμεία.
7 Το 141 πάει με την καινούργια ή με την παλιά ώρα;
8 Τηλεφώνημα στο 131:
- Θα ήθελα ένα τηλέφωνο στα Τρίκαλα της Καρδίτσας.
9 Τι ώρα έχει πτήση από Λάρισα για Αγιόκαμπο;
10 - Θα ήθελα το τηλέφωνο του τάδε...
- Έχει ένα τηλέφωνο, είναι το τάδε.
- Όχι αυτό, του σπιτιού.
- Δεν έχει.
- Τι λες ρε που δεν έχει σπίτι.
11 Θα ήθελα ένα κινητό τηλέφωνο. Είναι της μάνας μου και είναι στην
Teletext.
12 Συγνώμη γα την ενόχληση. Κλείστε και θα ξαναπάρω. Πάω να φέρω το όνομα γιατί νόμιζα ότι είστε κλειστά.
13 Έχασα τον σκύλο μου τι να κάνω;
14 Την ταβέρνα στο καζίνο θα ήθελα.
15 Θέλω έναν αριθμό πινακίδας. Αν σας τον δώσω μπορείτε να μου πείτε σε ποιόν ανήκει;
Ένας άθεος πηγαίνει σε ένα μοναστήρι. Εκεί ένας καλόγερος πουλάει εικόνες. Τον πλησιάζει και τον ρωτάει:
- Αυτή η θείτσα με το μωρό στην αγκαλιά πόσο κάνει;
Τρέχει ο καλόγερος μέσα στο μοναστήρι και λέει στον ηγούμενο:
- Έξω είναι ένας και λέει τη Παναγία με το Χριστό στην αγκαλιά "θείτσα". Να του την πουλήσω;
- Όχι, του λέει ο ηγούμενος. Πέστου ότι έχει 1000 ευρώ για να σηκωθεί να φύγει.
Βγαίνει έξω ο καλογέρος και λέει στον άθεο.
- 1000 ευρώ.
- Α, πολλή ακριβή είναι. Αυτή με αυτούς που κάθονται γύρω από ένα τραπέζι πόσο έχει; ρωτάει ξανά δείχνοντας τον Μυστικό Δείπνο.
- Αυτή, 1500 ευρώ, λέει ο καλόγερος.
- Α, πολλή ακριβή είναι και αυτή. Αυτή με το σταυρό;
"Α", σκέφτεται ο καλόγερος, "αναγνώρισε το σταυρό. Αυτό είναι καλό σημάδι θα του τη δώσω φθηνά μπας και μπει στο δρόμο του θεού."
- 20 ευρώ;
- Α φθηνή είναι. Ο ακροβάτης πάει μαζί ή χώρια;
Ήταν μια φορά ο Kωστίκας στο χωριό και αποφάσισε να πάει στην Aθήνα για μια βόλτα οπότε ετοιμάζει τα πράγματα του και ξεκινάει.
Φτάνει λοιπόν στην Aθήνα και βρίσκει ένα καλό ξενοδοχείο για να μένει εκεί όπως κοιμόταν ωραία και καλά σκάει μύτη μια θεογκόμενα μισόγυμνη και το βάζει κάτω και του πετάει τα ματιά έξω. Tην επόμενη μέρα ευχαριστημένος ο Κωστικας πάει στη ρεσεψιόν να πληρώσει για να φύγει.
(Κωστικας) Παρακαλώ τι χρωστάω. (Λέει στον ταμία)
(Tαμίας) Tίποτα, εμείς σας χρωστάμε του λέει αυτός. Και του σκάει 200 ευρώ.
Ξαφνιασμένος ο Κωστικας φεύγει και γυρνάει πίσω στο χωριό του να πει στους υπόλοιπους τι του έτυχε. Φτάνει λοιπόν στο χωριό και τα λέει όλα στους συχωριανούς του όπως ακριβώς έγιναν. Aλλά όπως ήταν φυσικό κανένας δεν τον πίστεψε. Όμως ο φίλος του ο Γιωρίκας του είπε ότι για να του απόδειξη ότι έλεγε ψέματα θα πήγαινε ο ίδιος στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο, και έτσι έγινε.
Όπως λοιπόν έφτασε ο Γιωρίκας στην αθήνα πήγε στο ίδιο μέρος και έγιναν ακριβώς τα ίδια. Σκάει μύτη πάλι η γκομενάρα έγινε ότι έγινε και αντί να πληρώσει την επόμενη μέρα του έδωσαν και σʼαυτον 200 ευρώ.
Oπότε γυρνάει ο Γιωρίκας στο χωριό και λέει στους υπόλοιπους ότι ο Κωστικας έλεγε την αλήθεια.
Aλλά Όπως ήταν και πάλι φυσικό κανένας δεν τον πίστεψε και τα έλεγε αυτά για να καλύψει το φίλο του. Στην παρέα όμως έτυχε να είναι και ο παπάς του χωριού και τους είπε
(παπάς) Tέκνα μου μη λέτε ψέματα είναι μεγάλη αμαρτία
(Γιωρίκας) Μα παπά μου αλήθεια λέμε άμα θες πήγαινε να δεις και μόνος σου
(παπάς) Θα πάω για να σας αποδείξω ότι λέτε ψέματα
Και έτσι ξεκίνησε και ο παπάς με προορισμό το περιβόητο ξενοδοχείο. Φτάνει λοιπόν και ξαπλώνει το βράδι για να κοιμηθεί ξαφνικά έρχεται πάλι μια γκομενάρα, βάζει κάτω τον παπά και αλλάζει και σʼαυτον τα φώτα. Πάει την επόμενη μέρα ο παπάς στη ρεσεψιόν να πληρώσει:
- Τη χρωστάω;
- Eσείς χρωστάτε; εμείς σας χρωστάμε και του σκάνε και 400 ευρώ.
- Μα στους άλλους γιατί δώσατε 200 ευρώ?
- Ε τσόντα με παπά πρώτη φορά γυρίζουμε.