Ενας πελάτης μπαίνει στην τράπεζα και κατευθύνεται στην ταμία:
- Μωρή, της λέει, άνοιξέ μου έναν λογαριασμό!
- Σας παρακαλώ πολύ, κύριε, πώς μιλάτε έτσι;
- Ελα μωρή, που σου μιλάω εγώ. Ανοιξέ μου έναν λογαριασμό, σου είπα, και άσε τις φλυαρίες. Οπως γουστάρω θα σου μιλάω και σκασμό εσύ.
- Μα κύριε, τι τρόπος είναι αυτός; Εγώ σας μιλάω ευγενικά και εσείς, χωρίς λόγο με βρίζετε!
- Σκάσε ρε σου είπα.. Κάνε την δουλειά σου, μην σε πλακώσω εδώ μέσα, και κάνε την βγάζοντας τον σκασμό.
Την φασαρία ακούει ο διευθυντής του καταστήματος και ενοχλημένος που κάποιος αναιδής πελάτης μιλάει τόσο άσχημα στην ευγενική υπάλληλο της τράπεζας, εξοργίζεται. Πλησιάζει στο σημείο της φασαρίας και λέει στον πελάτη:
- Κύριε, τι συμβαίνει εδώ; Γιατί μιλάτε έτσι; Υπάρχει πρόβλημα; Είμαι ο διευθυντής του υποκαταστήματος.
- Ε, ναι λοιπόν. Υπάρχει πρόβλημα. Εχω κερδίσει 1.5 δις στο ΛΟΤΤΟ και ήρθα να το καταθέσω.
- Χμ, και σου κάνει νούμερα η παλιοβρώμα, ε;
Oι παρακάτω είναι αληθινές συνομιλίες που έγιναν στο κέντρο εξυπηρέτησης πελατών της TELESTET...
(Το «Rep» αντιστοιχεί στην τηλεφωνήτρια, το «συνδρ» στο συνδρομητή)
Rep: Tο κατάστημά μας στο Mαρούσι είναι απέναντι από το μέγαρο του ΟTE, δίπλα από την τράπεζα Eurobank.
Συνδρ: Σε ποια; Σε αυτή που πήρα το δάνειο; ...
Συνδρ: Γεια σας! Aπό την αρχή της σύνδεσης δεν έχω λάβει λογαριασμό.
Rep: Σε ποια διεύθυνση έχετε δηλώσει να αποστέλλονται οι λογαριασμοί σας;
Συνδρ: Στη διεύθυνση τάδε...
Rep: Kι εμείς αυτή τη διεύθυνση έχουμε.
Συνδρ: Aλήθεια; ... Που μένετε; ...
Rep: Σε ποια περιοχή είσαστε;
Συνδρ: Eδώ, πίσω από το κατάστημα με τα ηλεκτρικά!
Rep: Πείτε μου παρακαλώ το όνομά σας.
Συνδρ: Nικολάου.
Rep: Tο μικρό;
Συνδρ:... Kοιμάται...
Συνδρ: Έχουμε 5 κινητά και είναι ακόμη στο Personal. Πότε θα μας βάλετε Στο For-All;
Rep: Tο έχετε ζητήσει;
Συνδρ: Όχι, αφού είναι για όλους! ! ...
Συνδρ: Kαλημέρα, είμαι ο ταχυδρόμος!
Rep: Ποιος είστε παρακαλώ;
Συνδρ: Ο ταχυδρόμος του «Aρχάγγελου»!
Rep: Ποιου Aρχάγγελου εννοείτε παρακαλώ;
Συνδρ: Tου Aρχάγγελου της Pόδου!
Rep: Mάλιστα, και τι θα θέλατε;
Συνδρ: Aκυρώστε, σας παρακαλώ, τα νούμερα που ζητάνε ακύρωση με συστημένη επιστολή, γιατί έρχονται και με δέρνουν επειδή νομίζουν ότι εγώ δεν σας αποστέλλω τα συστημένα! ! ! ...
Ένας Έλληνας πεθαίνει και φτάνει στη ρεσεψιόν της Κόλασης.
Ο υπάλληλος του ανακοινώνει ότι επειδή είναι υπήκοος χώρας μέλους της Ευρωπαϊκής Ενωσης, μπορεί να διαλέξει μία από τις κολάσεις των χωρών-μελών. Σκέφτεται λίγο και αποφασίζει να πάει στη Γερμανική. Οργανωμένη χώρα σου λέει, τόσα χρόνια στην Ελλάδα τι κατάλαβα... μου βγάλανε το λάδι. Τουλάχιστον, ας πάρω μυρωδιά του τι σημαίνει Ευρώπη, έστω και στην κόλαση.
Φτάνει λοιπόν μπροστά στην πύλη της γερμανικής κολάσης. Μαύρο μάρμαρο, καλογυαλισμένο, σιδερένια πύλη και ψηλά γράφει με μεγάλα γράμματα ΚΟΛΑΣΗ στα γερμανικά. Χτυπάει... Του ανοίγει ένας άψογα ντυμένος υπάλληλος και τον ρωτά τι θέλει.
- Να δω πώς είναι, του απαντά εκείνος.
- Ούτε να το σκέφτεστε, του απαντά ο υπάλληλος! Όλη την ημέρα μας δέρνουνε με κάτι τεράστια μαστίγια και το βράδυ μας βάζουν σε κάτι τεράστια βαρέλια γεμάτα σκατά! Φρίκη! Φρίκη!
Όπου φύγει-φύγει ο ρωμιός... Δοκιμάζει τις υπόλοιπες κολάσεις, τα ίδια. Έτσι απογοητευμένος, καταφεύγει στην έσχατη λύση, την ελληνική κόλαση!
Φτάνει λοιπόν έξω από την πύλη. Μία πύλη εγκαταλειμμένη, βρώμικη, όπου στο ψηλότερο σημείο της υπάρχει με μεγάλα φωσφορίζοντα γράμματα η λέξη ΚΟΛΑΣΗ. Το Κ και το Λ φυσικά δεν ανάβουν. Έτσι η επιγραφή γράφει Ο ΑΣΗ.
- Ελληνική ανοργανωσιά... Μουρμουρίζει...
Όσο πλησιάζει, ακούει κάτι περίεργους θορύβους... Μοιάζουν με μουσική. Πλησιάζει περισσότερο. Η μουσική πλέον ακούγεται ολοκάθαρα. Μπουζούκια, μπαγλαμάδες κλπ. Χτυπάει... Του ανοίγει ένας τύπος κρατώντας μία μπουκάλα στο χέρι, εντελώς φέσι, και τον ρωτά τι θέλει.
- Ήρθα να δω πώς είναι, του λέει και βάζει το κεφάλι του μέσα... Τραπέζια, κάπνα, κάτι γκόμενες χορεύουν πάνω στα τραπέζια τσιφτετέλια, νταούλια... Γενικώς, μπάχαλο.
Τρελαίνεται ο τύπος...
- Καλά ρε φίλε, τι γίνεται εδώ; ρωτά.
- Aσε φίλε, χάλια του λέει ο μεθυσμένος. Η κατάσταση είναι δραματική εδώ πέρα. Μας δέρνουν όλη μέρα με κάτι τεράστια μαστίγια και το βράδυ μας βάζουν σε κάτι τεράστια βαρέλια με σκατά.
- Πλάκα μου κάνεις, απαντάει ο πεθαμένος. Εδώ πίνετε και γλεντάτε...
- Εεε, ξέρεις πώς είναι εδώ στην Ελλάδα. Τη μία δεν έχουμε σκατά, την άλλη χαλάνε τα μαστίγια...
Στις πύλες του παραδείσου περιμένουν 3 άνθρωποι για να μπουν μέσα. Ο ένας ήταν ληστής, ο άλλος δολοφόνος και ο τρίτος ομοφυλόφιλος. Έρχεται ο Άγιος Πέτρος και ρωτάει τον ληστή:
- Εσύ τέκνων μου τι έχεις κάνει στη ζωή σου;
- Τίποτα μωρέ, καμιά δεκαριά διαρρήξεις και 5-6 ληστείες...
- Λοιπόν, θα κάνεις 20 μετάνοιες, θα πληρώσεις και 20000 Ευρώ και μπορείς να περάσεις.
Έπειτα στρέφεται στον δολοφόνο:
- Εσύ μου έχεις αμαρτήσει;
- Ε, έχω κάνει μια δεκαριά φόνους μόνο...
- Μάλιστα... Θα κάνεις 40 μετάνοιες, θα πληρώσεις και 30000 Ευρώ και πέρνα
Τέλος ρωτάει και τον ομοφυλόφιλο:
- Εσύ τι έχεις κάνει στη ζωή σου;
- Ε, τίποτα... ήμουνα μόνο.
- ; Χέσε 30 φορές και πήγαινε στον απόστολο Ιωάννη!
Τι να κάνει ο καημένος, χέζει 30 φορές και πάει στον απόστολο Ιωάννη, ο οποίος μόλις ακούει το ποιων του, τον βάζει να χέσει άλλες 100 φορές και τον παραπέμπει στον απόστολο Παύλο:
- Τι έχεις κάνει και σε στέλνουν σε μένα;
- Ε, ήμουνα ...
- Χέσε 400 φορές και πήγαινε στο Θεό!
Τι να κάνει ο άνθρωπος, ζορίζεται 10 μέρες και τέλος πάντων πηγαίνει στο Θεό.
- Θεέ μου του λέει, γιατί τον ληστή και τον δολοφόνο τους άφησες έτσι απλά να περάσουν και μένα με ξεκόλωσες στο χέσιμο;
- Για να μάθεις ρε άχρηστε για ποιο λόγο σου έδωσα εγώ τον κόλο!
"Ένα ανδρόγυνο, τα φέρνει βόλτα δύσκολα.
Τα χρήματα είναι λιγοστά και ο σύζυγος φεύγοντας από το σπίτι κάθε πρωί, αφήνει στη σύζυγο για τα καθημερινά ψώνια, ένα μόνο χιλιάρικο. Το μεσημέρι, γυρίζοντας στο σπίτι ο σύζυγος, βρίσκει για φαγητό, ψαρόσουπα και συναγρίδα μαγιονέζα.- Γυναίκα, ρωτάει. Πως μαγείρεψες τέτοιο φαί με ένα χιλιάρικο; -Ας είναι καλά, η Κοινωνική πρόνοια. Λέει η γυναίκα του. Την επόμενη, το γεύμα αποτελείται από γαλοπούλα γεμιστή, ρύζι πιλάφι κ. Λ. Π.- Γυναίκα, πως τα κατάφερες να φτιάξεις τέτοιο φαγητό, με ένα χιλιάρικο;-Ας είναι καλά η Κοινωνική Πρόνοια, απαντά και πάλι η σύζυγος. Μετά μερικές ημέρες, η σύζυγος, φορά ένα καινούργιο συνολάκι, χάριν και πάλι της Κοινωνικής Πρόνοιας. Εν τω μεταξύ, κακοκαιρία και ψύχος, αναγκάζουν το ζευγάρι να ανάψει μαγκάλι για να ζεσταθούνε. Η σύζυγος έχει αγκαλιάσει με τα πόδια της το μαγκάλι, για καλύτερη ζεστασιά και ο σύζυγος την παρατηρεί:
- Σιγά Γυναίκα, να μην ... Κάψεις την ... Κοινωνική Πρόνοια.!
Σε ένα πολυτελέστατο κατάστημα δερμάτινων ειδών μπαίνει, μία μέρα, μία κύρια, φορώντας μία γούνα βιζόν που κρέμεται μέχρι το πάτωμα.
Ο καταστηματάρχης ευχαριστώντας από μέσα του την τύχη που του έφερε μία καλή πελάτισσα, επιτέλους στο μαγαζί του, τρέχει να την εξυπηρετήσει.
- Τι θα θέλατε κυρία μου;
- Θα ήθελα μία τσάντα βραδινή, κύριε μου, ότι καλύτερο έχετε στο μαγαζί σας.
Ο καταστηματάρχης κατεβάζει μία τσάντα από το ράφι και της τη δείχνει.
- Κυρία μου, αυτή η τσάντα είναι από δέρμα φιδιού, ένα σπάνιο είδος που ζούσε κάποτε στην Αφρική και δεν υπάρχει πια και κοστίζει 2.000 ευρώ.
- Κύριε μου σας είπα ότι καλύτερο έχετε στο μαγαζί σας.
Ο καταστηματάρχης κατεβάζει μία άλλη τσάντα και της τη δείχνει.
- Κυρία μου, η τσάντα αυτή είναι από δέρμα κροκόδειλου, ένα σπάνιο είδος που ζούσε κάποτε στην Ινδία και δεν υπάρχει πια και κοστίζει 3.000 ευρώ.
- Κύριέ μου με κουράζετε και κουράζεστε και εσείς. Σας είπα ότι καλύτερο έχετε στο μαγαζί σας.
Ο καταστηματάρχης έχει αρχίσει και τα παίρνει στο κρανίο. Ανεβαίνει στο πατάρι και της κατεβάζει ένα μικρό τσαντάκι και της λέει.
- Κυρία μου, αυτό το τσαντάκι είναι ότι καλύτερο έχω στο μαγαζί μου και κάνει 15.000 ευρώ.
Κατάπληκτη εκείνη τον ρωτά:
- Καλά από τι είναι και κάνει 15.000 ευρώ;
- Κυρία μου, αυτό το τσαντάκι είναι από πουτσόδερμα κι αν το γλείψεις γίνεται βαλίτσα.
Πάει ένας Πόντιος στο σινεμά να δει ένα γουέστερν. Στην οθόνη είναι σε πρώτο πλάνο ο Τζον Γουέι που διασχίζει την έρημο με το άλογό του.
Κάπου στο βάθος της αχανής έρημου φαίνεται αχνά ένα πέτρινο τείχος. Ο κάμεραμαν δείχνει μια το τείχος, μια τον πρωταγωνιστή και το ιδρωμένο άλογο.
Ο Πόντιος αρχίζει να αγχώνεται... Ο διπλανός του, εντελώς άγνωστος τον ρωτά ευγενικά:
- Τι πάθατε;
- Θα το περάσει το εμπόδιο ή όχι;
- Μπα...! του απαντά εκείνος όλος σιγουριά.
Ο Πόντιος άρχισε να επιμένει ότι θα το περάσει, ο άλλος είχε αντίθετη άποψη και λόγο στον λόγο έβαλαν στοίχημα 50 ευρώ.
Τελικά ο Τζον Γουέι δεν πέρασε το τείχος.
- Κέρδισες. Ορίστε τα λεφτά, λέει ο πόντιος στον τύπο.
- Μπα δεν τα παίρνω. Είναι σαν να σε κλέβω και αυτό γιατί το βλέπω το έργο για δεύτερη φορά...!
- Εμ! Εγώ το βλέπω τρίτη φορά, απαντά ο Πόντιος, αλλά είπα την πρώτη δεν το πέρασε, την δεύτερη δεν το πέρασε, την τρίτη δεν θα το περάσει που να πάρει...;
Ο μικρός Γιωργάκης έχει να γράψει μια έκθεση για το σχολείο σχετικά με την "Πάλη των τάξεων". Ζητάει λοιπόν απο τον μπαμπά του να τον βοηθήσει και αυτός του εξηγεί:
- Παιδί μου τα πράγματα είναι απλά και έχουν ως εξής: Εγώ που δουλεύω και φέρνω λεφτά στο σπίτι είμαι το λεγόμενο ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Η μαμά σου που διαχειρίζεται αυτά τα χρήματα είναι η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ. Η Μαρία που μας βοηθάει στις δουλειές στο σπίτι είναι η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ. Και τέλος το μωρό μας το αδελφάκι σου είναι το ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ. Κατάλαβες τώρα; Μπορείς να γράψεις την έκθεσή σου; - Ναι μπαμπά, λέει ο Γιωργάκης και πάει στο δωμάτιό του. Αφού τελειώνει τα άλλα του μαθήματα ξεκινάει να γράψει την έκθεση, αλλά ακούει κάποιο θόρυβο μέσα στο σπίτι και πάει να δει. Βλέπει λοιπόν τον μπαμπά του να κάνει έρωτα με την υπηρέτρια τη Μαρία και τρέχει στη μαμά του η οποία όμως κοιμόταν ενώ στο διπλανό δωμάτιο ο μικρός κλαίει γοερά γιατί έχει ανάγκη από αλλαγή πάνας. Η έκθεση λοιπόν του Γιωργάκη ξεκινάει ως εξής:
"Ένα είναι σίγουρο. Όταν το ΚΕΦΑΛΑΙΟ πηδάει την ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ, η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ κοιμάται και το ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΕΙΝΑΙ ΧΕΣΜΕΝΟ !".
Πάει ένας γέρος 97 χρονών στο ασφαλιστήριο και λέει στον ασφαλιστή:
- "Καλημέρα παιδί μου. Θα ήθελα να κάνω μια ασφάλεια ζωής."
Απορημένος ο ασφαλιστής, ρωτάει:
- "Συγγνώμη για την αδιακρισία, αλλά την θα την κάνετε την ασφάλεια ζωής;"
- "Ξέρεις παιδί μου, θα ταξιδέψω με τον πατέρα μου στην Ευρώπη."
Ακόμη πιο απορημένος ο ασφαλιστής, ρωτάει:
- "Και πάλι συγγνώμη, αλλά πόσο χρονών είναι ο πατέρας σας;"
- "127."
- `127; Και τι θα κάνετε στην Ευρώπη;"
Απαντάει ο παππούς:
- "Θα πάμε στον γάμο του παππού μου."
Σοκαρισμένος πια ο ασφαλιστής, ρωτάει:
- "Και πόσο χρονών είναι ο παππούς σας;"
- "Είναι... Α! 150."
Και ο ασφαλιστής, περιμένοντας να ακούσει ο,τιδήποτε πια, ρωτάει:
- "Μα καλά, του παππού σας σ`αυτήν την ηλικία του ήρθε να παντρευτεί;"
- "Μαλακίες μωρέ, τον πιέζουν οι γονείς του!"
Πάει ένα πρωινό μία έγκυος στην τράπεζα.
Ξαφνικά μπαίνει κάποιος μέσα με ένα όπλο για να ληστέψει την τράπεζα και τις ρίχνει 3 σφαίρες και την πετυχαίνουν στο στομάχι.
Την πάνε τέλος πάντων στο νοσοκομείο και ο γιατρός της λέει:
- Οι σφαίρες έχουν μπει στα τρία στομάχια των τριδύμων, μην φοβάστε όμως δεν θα πάθουν τίποτα, μόνο που κάποια στιγμή μετά από την γέννα οι σφαίρες θα βγουν κανονικά μέσω της έκκρισης.
Η έγκυος ηρεμεί λιγάκι που τα ακούει όλα αυτά.
Τελικά έκανε 2 κορίτσια και 1 αγόρι.
Μετά από 12 χρόνια μία μέρα πάει το 1ο κορίτσι στην μαμά της και της λέει:
- Μαμά, ξέρεις τι συνέβη σήμερα;
- Τι έκανες κορίτσι μου;
- Πήγα να χέσω και βγήκε μία σφαίρα.
Τέλος πάντων η μητέρα της διηγείται την ιστορία που είχε γίνει.
Μία άλλη μέρα πάει το 2ο κορίτσι και λέει στην μαμά της:
- Μαμά, ξέρεις τι συνέβη;
- Ασε να μαντέψω, κορίτσι μου, πήγες να χέσεις και βγήκε μία σφαίρα.
- Ναι.
Τέλος πάντων της διηγείται και σε αυτήν την ιστορία που είχε γίνει.
Την επόμενη μέρα πάει ο γιός της και λέει στην μαμά του:
- Μαμά, ξέρεις τί έγινε σήμερα;
- Πήγες να χέσεις και βγήκε μία σφαίρα;
- Όχι, ήμουν στην αυλή, τον έπαιζα και σκότωσα τον σκύλο.
Ένας φτωχός ανθρωπάκος με τη γυναίκα του πήγανε στο πανηγύρι του χωριού. Εκεί είχαν και ενα ελικοπτερο που έκανε ασκήσεις στον αέρα, γύριζε αναποδα, έπαιρνε απότομες στροφές και ηταν πολύ εντυπωσιακό. Ο τύπος ήθελε λοιπόν να μπει στο ελικόπτερο αλλά η γυναίκα του δεν τον άφηνε γιατί το εισιτήριο ήταν 50 ευρώ.
- Μα βρε γυναίκα δεν βλέπεις τι ωραίο που είναι; Που θα το ξαναζήσουμε αυτό;
- Ναι, αλλά 50 ευρώ είναι 50 ευρώ.
Τον επόμενο χρόνο, ξανά τα ίδια. Ο τύπος ήθελε να μπει στο ελικόπτερο αλλά η γυναίκα του επέμενε ότι 50 ευρώ είναι 50 ευρώ. Αφού γινόταν αυτό για μερικά χρόνια, κάποια χρονιά ο πιλότος του ελικοπτέρου τον λυπήθηκε τον φίλο μας. Οπότε του είπε οτι θα τον αφήσει αυτόν και την γυναίκα του να μπουν στο ελικόπτερο τζάμπα με τον όρο οτι δεν θα μιλήσουν και δεν θα φωνάξουν καθόλου όσο θα διαρκέσει η πτήση. Μπαίνουν λοιπόν και αρχιζει ο πιλότος μια να ανεβαίνει, μια να κατεβαίνει, να γυρίζει ανάποδα και να κάνει οτι τρέλα φανταστείς στον αέρα. Ο τύπος και η γυναίκα του δεν έβγαλαν ούτε άχνα. Ο πιλότος προσπαθεί περισσότερο για να τους εντυπωσιάσει, αλλά πάλι δεν ακούει τίποτα. Αφού τελειώνει η πτήση και προσγειώνονται, γυριζει ο πιλότος και λέει στον τύπο:
- Ρε φίλε, με ξαφνιάζεις. Τόσες τούμπες στον αέρα και δεν μίλησες καθόλου!
- Σκέφτηκα να πω κάτι όταν έπεσε η γυναίκα μου, αλλά 50 ευρώ είναι 50 ευρώ!