Σε μια περιοχή της Αμερικής , πλησιάζει χειμώνας .
Οι Ινδιάνοι αναρωτιούνται για τον καιρό και ρωτάνε το μάγο της φυλής .
- " Ω μεγάλε μάγε , πες μας , πώς θα είναι ο χειμώνας που έρχεται ; "
Ο μάγος σκέφτεται λίγη ώρα και απαντά :
- " Χμμμμμμ ... Παιδιά μου , ένα έχω μόνο να σας πω . Ο χειμώνας φέτος θα είναι βαρύς . Κόψτε ξύλα ..."
Έφυγαν λοιπόν οι Ινδιάνοι κι αρχίζουν να κόβουν ξύλα . Μετά από μια εβδομάδα , ξανάπανε στο μάγο και ρωτάνε :
- " Ω μεγάλε μάγε , πες μας , τι καιρό θα κάνει φέτος το χειμώνα ; "
- " Χμμμμμμ ... Παιδιά ο χειμώνας φέτος θα είναι πολύ βαρύς. Κόψτε πολλά ξύλα . "
Φεύγουν λοιπόν οι Ινδιάνοι από το μάγο κι αρχίζουν να κόβουν κι άλλα ξύλα . Οι Ινδιάνοι έκοβαν ξύλα κάθε μέρα , αλλά συνέχιζαν να επισκέπτονται τον μάγο κάθε μέρα .
- " Ω μεγάλε μάγε , πες μας , θα είναι βαρύς ο χειμώνας φέτος ; "
- " Ρε παιδιά , τα είπαμε χίλιες φορές , λέει ο μάγος . Ο χειμώνας φέτος θα είναι πάρα πολύ βαρύς . Κόψτε ξύλα . "
- " Μα καλέ μας μάγε μας λες να κόψουμε ξύλα τόσο καιρό . Είσαι σίγουρος ; "
- " Μα τι λέτε τώρα ; Με αμφισβητείτε ; " , ρωτάει θυμωμένος ο μάγος . " Είμαι πάρα πολύ σίγουρος . Κόψτε ξύλα . "
Οι Ινδιάνοι έφυγαν ήρεμοι, αφού είδαν τόσο σίγουρο το μάγο. O μάγος όμως, μπήκε σε σκέψεις. "Μήπως κάνω λάθος για το χειμώνα;"
Αποφάσισε λοιπόν να πάει στη διπλανή πόλη, για να ρωτήσει τους μετεωρολόγους για τον καιρό, ώστε να σιγουρευτεί και αυτός.
- "Ρε επιστήμονες, ποίες είναι οι προβλέψεις σας για τον ερχόμενο χειμώνα;" Ρωτάει ο μάγος.
- "Γέρο, φύγε να σωθείς" του λένε. "Περιμένουμε φέτος πάρα πάρα πολύ βαρύ χειμώνα".
- "Κύριοι, με τρομάζετε", τους λέει ο μάγος. "Είστε σίγουροι;"
- "Βεβαιότατα. Περιμένουμε τον πιο βαρύ χειμώνα των τελευταίων 25 ετών".
"Πω-Πω, δύσκολα τα πράγματα" σκέφτηκε ο μάγος.
"Και πώς είστε τόσο σίγουροι ρε παιδιά";
- "Τι λες, ρε φίλε. Δεν βλέπεις τους Ινδιάνους; Έχουν κόψει όλο το βουνό!"
Ήταν μια φορά κάποιος που είχε σοβαρό πρόβλημα στο χέρι του.
Ένα πρωί σε μια καφετέρια είπε στο φίλο του το πρόβλημα του και ότι θα πήγαινε στο γιατρό. Τότε ο φίλος του, του λέει:
- Ρε συ, δεν έμαθες πως το απέναντι φαρμακείο έχει φέρει ένα μηχάνημα που ρίχνεις μέσα ένα κατοστάρικο μαζί με τα κατουρά σου και σου λέει όχι μόνο τι έχεις αλλά και πώς να το αντιμετωπίσεις;
- Σοβαρά; Δεν το ήξερα. Πάω αμέσως να το δοκιμάσω.
Πήγε λοιπόν στο μηχάνημα, έριξε το κατοστάρικο μαζί με τα κάτουρα του και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα το μηχάνημα του βγάζει την εξής διάγνωση:
"Έχεις θλάση στο χέρι σου. Βάλε το στο γύψο για 2 εβδομάδες και θα γίνει καλά."
Επειδή όμως ήταν λίγο άτακτος, είπε μέσα του:
- Για να δούμε αν το μηχάνημα μπορεί να κάνει διάγνωση και σε αυτό.
Έβαλε σε ένα κουπάκι ούρα της γυναίκας του, του γιου του, σκατά του σκύλου του και για φινάλε έχυσε και από πάνω. Πήγε στο μηχάνημα, έριξε ένα κατοστάρικο μαζί με το μείγμα και το μηχάνημα έκανε μια διάγνωση που έλεγε:
"Η γυναίκα σου είναι έγκυος, το παίδι ΔΕΝ είναι δικό σου, χώρισέ την. Ο γιος σου είναι αδερφή, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι αυτό. Ο σκύλος σου έχει διάρροια, τάιζε τον πιο σκληρές τροφές και αν δεν σταματήσεις να την παίζεις όπου βρεις, το χέρι σου δεν πρόκειται να γιάνει ποτέ!"
Ένας νεαρός αγρότης που ζει σε μιά φάρμα μαζί με την σύζυγό του, δέχεται την επίσκεψη της πεθεράς του, η οποία σκοπεύει να μείνει εκεί μια-δυό εβδομάδες και μάλιστα απαιτεί να επιθεωρήσει τον χώρο.
Καθώς περπατούν μέσα στον στάβλο, το μουλάρι του αγρότη ξαφνικά σηκώνεται και τραβάει μια γερή κλωτσιά στο κεφάλι της πεθεράς και την αφήνει ξερή.
Στην κηδεία μερικές μέρες αργότερα, ο αγρότης στέκεται κοντά στο φέρετρο και χαιρετά γνωστούς και φίλους που περνούν για να τον συλλυπηθούν. Ο παπάς παρατηρεί ότι όποτε περνάει μια γυναίκα και χαιρετά τον αγρότη, αυτή ψιθυρίζει κάτι στο αυτί του, εκείνος συμφωνεί κουνώντας το κεφάλι του και της λέει κάτι. Κάθε φορά που κάποιος άντρας τον χαιρετά, του λέει κάτι και ο αγρότης κουνάει αρνητικά το κεφάλι και του απαντά ψιθυριστά στο αυτί.
Περίεργος ο παπάς πλησιάζει μετά την κηδεία και ρωτά τον αγρότη τι συνέβαινε τόση ώρα. Ο αγρότης του απάντησε: “Κάθε φορά που ερχόταν μια γυναίκα μου έλεγε ‘Τι φοβερή τραγωδία’ και εγώ συμφωνούσα κουνώντας το κεφάλι και έλεγα “Ναι, τι τρομερό”. Οι άντρες με ρωτούσαν: “Το πουλάς το μουλάρι;” και εγώ κουνούσα το κεφάλι μου και έλεγα: “Δεν γίνεται. Το έχω ήδη νοικιάσει σε άλλους για έναν χρόνο”.
Είναι ένας λαγός δίπλα σε ένα βράχο.
Ξεκινάει...
Τρέχει, τρέχει, τρέχει...
Περνάει από μία μικρή πεδιάδα, από μία μεσαία πεδιάδα, από μία μεγάλη πεδιάδα...
Τρέχει, τρέχει, τρέχει...
Περνάει από ένα μικρό βουνό, από ένα μεσαίο βουνό, από ένα μεγάλο βουνό.
Τρέχει, τρέχει, τρέχει...
Περνάει από ένα μικρό δάσος, ένα μεσαίο δάσος, από ένα μεγάλο δάσος.
Τρέχει, τρέχει, τρέχει...
Περνάει από μία μικρή λίμνη, μία μεσαία λίμνη, από μία μεγάλη λίμνη...
Τρέχει, τρέχει, τρέχει...
Περνάει από ένα ρηχό ποτάμι, ένα βαθύ ποτάμι, από ένα στενό ποτάμι, από ένα φαρδύ ποτάμι.
Τρέχει, τρέχει, τρέχει... φτάνει στην θάλασσα...
Κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, φτάνει σε ένα μικρό νησί, ένα μεσαίο νησί, ένα μεγάλο νησί...
Βλέπει ένα κάστρο.
Περνάει από μία μικρή πόρτα, μία μεσαία πόρτα, μία μεγάλη πόρτα.
Περνάει ένα μικρό διάδρομο, ένα μεσαίο διάδρομο, ένα μεγάλο διάδρομο.
Περνάει ένα μικρό σαλόνι, ένα μεγάλο σαλόνι, ένα μεγάλο σαλόνι.
Μπαίνει σε ένα μικρό δωμάτιο, ένα μεσαίο δωμάτιο, ένα μεγάλο δωμάτιο.
Βλέπει ένα μικρό μπαούλο, ένα μεσαίο μπαούλο, ένα μεγάλο μπαούλο.
Ανοίγει το μεγάλο μπαούλο, βλέπει μέσα έναν ελέφαντα.
Κλείνει το μπαούλο.
Περνάει δίπλα από τα μπαούλα, μέσα από τα δωμάτια, τα σαλόνια, τους διαδρόμους, τις πόρτες.
Βγαίνει από το κάστρο, περνάει από τα νησιά, τις λίμνες, τα δάση, τα βουνά, τις πεδιάδες.
Φτάνει στον βράχο και λέει:
- Φτου ένας ελέφαντας!
Ένας μαύρος περπατά κάπου στη Ν. Αφρική και ξαφνικά βλέπει ένα πορτοφόλι. Το ανοίγει και βλέπει μέσα $200.000 και ένα διαβατήριο. Το διαβατήριο είχε όνομα Leonardo Di Caprio.
Ο μαυρούκος όμως δεν τον ήξερε και έτσι σκέφτεται:
"Ωραία! Επιτέλους θα την κάνω από αυτή την κωλοχώρα... Θα πάω στην Ευρώπη! Θα κάνω μια καλύτερη ζωή!"
Πάει λοιπόν στο αεροδρόμιο της Ν. Αφρικής και βγάζει εισιτήριο για Αθήνα.
Περνά τον έλεγχο επιβατών.
Ανετος. Δεν του είπε κανείς τίποτα. Ποιος τον ήξερε άλλωστε το Leonardo Di Caprio...
Φτάνει στην Αθήνα και πάει στον έλεγχο επιβατών. Εκεί λοιπόν είναι ελεγκτές ο Κωστίκας και ο Γιωρίκας.
Ο Κωστίκας ανοίγει τις αποσκευές του επιβάτη και ο Γιωρίκας ελέγχει το διαβατήριό του. Κοιτάζει λοιπόν ο Γιωρίκας το όνομα: Leonardo Di Caprio.
Κοιτάζει τον επιβάτη: Μαύρος, κατάμαυρος!
Γυρνά λοιπόν και λέει στον Κωστίκα:
- Ρε Κωστίκα, να σε ρωτήσω κάτι;
- Τι θες ρε;
- Ρε συ; Ο Τιτανικός βυθίστηκε ή κάηκε;
Ένα Αλβανάκι, ο Αλία, ήρθε στην Ελλάδα με τους γονείς του και το έστειλαν σχολείο. Την πρώτη μέρα ρωτάει η δασκάλα τα παιδάκια:
- Εσένα πώς σε λένε;
- Ελενίτσα.
- Και εσένα;
- Κωστάκη.
Ήρθε και η σειρά του μικρού Αλία:
- Εσένα πώς σε λένε;
- Με λένε Αλία και είμαι από την Αλβανία.
- Από εδώ και πέρα θα λέμε πως είσαι ο Γιαννάκης και είσαι από την Ελλάδα.
Χάρηκε πολύ ο μικρός, αφού τα υπόλοιπα παιδιά δε θα τον κορόιδευαν και θα έπαιζαν μαζί του.
Όταν γύρισε σπίτι του λέει η μητέρα του:
- Αλία, πλύνε τα χέρια σου και έλα να φάμε.
- Δε με λένε Αλία. Με λένε Γιαννάκη και είμαι Ελληνόπουλο.
- Τι είπες; Αντί να είσαι περήφανος που είσαι από την Αλβανία λες πως είσαι Ελληνόπουλο;
Και του δίνει ένα χέρι ξύλο.
Το βράδυ γυρίζει ο πατέρας του.
- Τι έχεις Αλία; Γιατί κλαις;
- Ουφ πια! Δε με λένε Αλία. Με λένε Γιαννάκη και είμαι Ελληνόπουλο.
- Τι είπες; Δεν ντρέπεσαι να λες ότι είσαι Ελληνόπουλο;
Και τον δέρνει και αυτός.
Την επόμενη μέρα πάει στο σχολείο και τον βλέπει η δασκάλα μελανιασμένο.
- Τι έπαθες Γιαννάκη;
- Πού να σας τα λέω κυρία. Χτες το βράδυ με έδειραν δυο Αλβανοί!