Το αγόρι γυρίζει την κοπελιά του στο σπίτι πριν (ως συνήθως) τα μεσάνυχτα.
Όταν φτάνουν στην εξώπορτα, ακουμπάει το χέρι στον τοίχο και της λεει, -«γλυκιά μου κάνε μου μια πίπα» -«τι? είσαι τρελός?!» -«μη στενοχωρείσαι θα είμαι γρήγορος, κανένα πρόβλημα.» -«όχι! κάποιος θα μας δει, κάποιος συγγενής, ίσως ο γείτονας. . .» -«τέτοια ώρα, μεσάνυχτα ειναι κανένας δεν θα μας δει» -«είπα όχι!, και ξανά όχι!
- «γλυκιά μου, είναι μια γρήγορη πίπα, το ξέρω ότι και εσένα σου αρέσει» -«όχι!, είπα όχι!
- «αγάπη μου μην κάνεις έτσι. . .» Αυτή τη στιγμή η μικρότερη αδελφή είχε κατεβεί στην εξώπορτα με την νυχτικιά της, αναμαλλιασμένη και τρίβοντας τα μάτια της λεει, «ο μπαμπάς είπε, πρέπει να του κάνεις μια πίπα, η εγώ να του κάνω μια πίπα, η ο ίδιος θα κατεβεί κάτω να του κάνει μια πίπα, αλλά για το θεό, πες το αγόρι σου να πάρει το χέρι του από το θυροτηλέφωνο.»
Δυο τύποι μοιράζονται ένα διώροφο σπίτι. Ένα βράδυ λοιπόν, κατά τις 3 τα ξημερώματα, ο από πάνω αρχίζει να παίζει ντραμς. ΝΤΟΥΠ ΝΤΟΥΠ - ΝΤΑΠ, ΝΤΟΥΠ ΝΤΟΥΠ - ΝΤΑΠ... Ανεβαίνει ο από κάτω έντρομος, με τα σώβρακα. Ο από κάτω :
" Καλά ρε μαλάκα τρελάθηκες ; Ξέρεις τι ώρα είναι ;"
Ο από πάνω :
"Τελευταία πρόβα! Αύριο έχω συναυλία με το συγκρότημα. Σου υπόσχομαι ότι δε θ επαναληφθεί."
Ο από κάτω σκέφτεται, άντε, αφού δε θ επαναληφθεί, δε γαμιέται και φεύγει. Το επόμενο βράδυ, χαράματα, ο από πάνω αρχίζει και κοπανάει τα ντραμς, βαβούρα, ΓΚΑΠ - ΓΚΟΥΠ, της πουτάνας. Ξυπνάει ο από κάτω, ανεβαίνει πάνω και βάζει τις φωνές :
"Ρε μαλάκα δουλεύω αύριο το πρωί γαμώ το κέρατο μου! Τι κοπανάς; Ο από πάνω :
" Τελευταία πρόβα! Αύριο θα παίξουμε τελικά, σήμερα αναβλήθηκε η συναυλία." Ο άλλος φεύγει, αφού πρώτα αποσπά την υπόσχεση ότι αυτή η κατάσταση δε θ επαναληφθεί. Φυσικά το επόμενο βράδυ, γύρω στις 4, ο από πάνω αρχίζει να βαράει τα ντραμς, πανικός, κόλαση, ΝΤΟΥΠΑ ΝΤΟΥΠΑ ΝΤΟΥΠΑ ΝΤΟΥΠΑ, ανεβαίνει ο από κάτω με τη τσίμπλα στο μάτι. "
Τι θα γίνει ρε; Θα μας αφήσεις να κοιμηθούμε καμιά φορά ή να φωνάξω τους μπάτσους; Ο από πάνω :
" Τελευταία πρόβα! Αύριο θα ξαναπαίξουμε, γιατί μας γούσταρε το αφεντικό του club." Το επόμενο βράδυ (κλασσικά), ο από πάνω αρχίζει να τα χώνει στα ντραμς, ΝΤΑΠ ΝΤΑΠ - ΝΤΑΠ ΝΤΟΥΠΑ ΝΤΟΥΠΑ - ΝΤΑΠ, με τις ώρες. Από τον από κάτω ούτε φωνή, ούτε ακρόαση... Περνάνε δυο ώρες, ο από πάνω παίζει ακόμα, ο από κάτω νεκρική σιγή. "Ρε, μπας κι έπαθε τίποτα ;"
, σκέφτεται ο τύπος, και κατεβαίνει κάτω να δει αν ο άλλος είναι εντάξει. Κοιτάει στο υπνοδωμάτιο, το κρεβάτι άστρωτο, ο τύπος πουθενά. Κοιτάει στην κουζίνα, τίποτα. Κοιτάει στο σαλόνι, τίποτα. Βλέπει φως στο μπάνιο, πλησιάζει, ανοίγει την πόρτα και βλέπει τον από κάτω να τραβάει μαλακία. Ο από πάνω :
" Καλά, δε ντρέπεσαι στην ηλικία σου;"
Ο από κάτω :
" Τελευταία πρόβα! Αύριο θα σε γαμ***!"
Μια φορά ήταν ένας τουρίστας που ταξίδευε με λεωφορείο. Μια μέρα λόγο παρατεταμένης στέρησης ρωτά τον εισπράκτορα για το που μπορεί να βρει μια γυναίκα. Ο εισπράκτορας του λέει:
- Εδώ πιο κάτω είναι ένα μοναστήρι και οι καλόγριες βγαίνουν για να ποτίσουν τα χωράφια. Εσύ θα πας εκεί κοντά και άμα δεις καμία που να έχει απομακρυνθεί απο τις άλλες βγες απότομα μπροστά της και πες:
- "Είμαι απεσταλμένος του Θεού και έχω εντολή να σε γαμήσω." και αυτή θα σου κάτσει.
Έτσι ο τουρίστας αφού ευχαρίστησε τον εισπράκτορα στην επόμενη στάση πάει στο μοναστήρι βλέπει μια απομακρυσμένη καλόγρια πετάγεται μπροστά της και κάνει ότι του είχε πει ο εισπράκτορας.
Αφού τελείωσε είχε τύψεις και λέει στην καλόγρια:
- Συγνώμη δεν είμαι απεσταλμένος του Θεού, σου είπα ψέματα.
Και η καλόγρια του απαντά:
- Μη στεναχωριέσαι! και εγώ ο εισπράκτορας είμαι.