Ο Φώτης, ένας 35άρης εργένης που μένει μόνος του σε διαμέρισμα πολυκατοικίας, λίγες μέρες μετά τη γιορτή του δέχεται ένα μεγάλο κουτί ως δώρο από έναν άγνωστο αποστολέα.
Το ανοίγει και βλέπει ότι μέσα στο κουτί ήταν ένας παπαγάλος.
"Ωραία", σκέφτεται, "ένα πανέμορφο πουλί για συντροφιά είναι ό,τι πρέπει".
- Μιλάς καθόλου; ρωτάει χαμογελαστός τον παπαγάλο.
- Τι λε ρε καραγκιόζη; -του λέει ο παπαγάλος- εγώ αν μιλάω ή εσύ ρε μπούφο που δεν μπορείς να ολοκληρώσεις ένα νόημα, ρε βλήμα, ρε έτσι, ρε αλλιώς.. κλπ ένα υβρεολόγιο απίστευτο, σα ναύτης στο λιμάνι.
Ο Φώτης τα έχασε.
- Σε παρακαλώ, λέει στον παπαγάλο, σταμάτα μας ακούει η γειτονιά.
- Σε πειράζει η γειτονιά, ρε κακομοίρη -φωνάζει ο παπαγάλος- και δεν σε πειράζει που δεν μπορείς να ξεκολλήσεις από τον καναπέ, παράσιτο, καμένε, ρε έτσι, ρε αλλιώς και πάλι ένα ακατάσχετο υβρεολόγιο με όλο και μεγαλύτερη ένταση φωνής.
Ο Φώτης δεν ήξερε τι να κάνει.
Προσπαθούσε να σταματήσει τον παπαγάλο αλλά εκείνος τον έβριζε φωνάζοντας όλο και περισσότερο. Στην απόγνωσή του ανοίγει το πορτάκι και σπρώχνει τον παπαγάλο στην κατάψυξη του ψυγείου.
Ο παπαγάλος και μέσα από την κατάψυξη συνέχιζε να βρίζει.
Ξαφνικά μετά από 3 λεπτά ο παπαγάλος σταμάτησε και απλώθηκε σιωπή.
Ο Φώτης ανακουφίστηκε στην αρχή αλλά αμέσως σκέφτηκε:
"Ρε συ το σκότωσα το πουλί. Εντάξει, βρίζει αλλά όχι και να το σκοτώσω. Μπορώ να το επιστρέψω".
Ανοιξε αμέσως την κατάψυξη. Ο παπαγάλος βγήκε με σοβαρό ύφος και ψιλοτρέμοντας είπε:
"Λυπάμαι για την επιθετική συμπεριφορά μου και ζητώ συγγνώμη γι αυτή.
Ομολογώ ότι παρεκτράπηκα και δηλώνω ότι θα κάνω προσπάθεια να διορθωθώ στο μέλλον".
Ο Φώτης έμεινε άναυδος για μια στιγμή.
Πριν προλάβει να ρωτήσει τι συνέβη ο παπαγάλος ρώτησε:
"Μπορώ να μάθω τι σου είχε κάνει το κοτόπουλο;"
Στην κεντρική πλατεία ενός χωριού ήταν δύο αγάλματα. Ένα αντρικό και ένα γυναικείο.
Επειδή λοιπόν τα αγάλματα αυτά ήταν πολύ αγαθά και θεοσεβούμενα, μια μέρα ο Θεός έστειλε έναν άγγελο να τους πραγματοποιήσει μια ευχή. Αυτά απο κοινού αποφασίσαν ότι θα ήθελαν μισή ώρα μόνα τους, ύστερα από αιώνες απόλυτης ακινησίας.
Κοιτάχτηκαν ντροπαλά στα μάτια και προχωρήσαν προς κάτι θάμνους.
Μέσα σε δευτερόλεπτα οι θάμνοι εκεί άρχισαν να σείονται στο ρυθμό τους.
Μετά από δεκαπέντε λεπτά, τα αγάλματα επέστρεψαν μπροστά στον άγγελο.
"Εχετε ακόμη δεκαπέντε λεπτά", τους είπε ευγενικά.
Και τότε γυρνάει ο άντρας στη γυναίκα και λέει:
"Ωραία, σειρά σου να κρατάς το περιστέρι ενώ εγώ θα χέζω πάνω του."
Ο ιδιοκτήτης του καλογυμνασμένου εκπαιδευμένου και άγριου ντόμπερμαν το κρατάει με μια χόντρη αλυσίδα προσπαθώντας να το ηρεμήσει ενώ προειδοποιεί τον κόσμο να μην πλησιάσει γιατί κινδυνεύει.
Πλησιάζει κάποιος που σέρνει πίσω του ένα άσπρο κοντό κακάσχημο σκυλί που γρυλίζει αγριεμένα.
- Φίλε, πάρε το κοντό κακάσχημο σκυλί σου, γιατί το ντόμπερμαν μου θα το κάνει μια μπουκιά!
- Τι μας λες ρε φίλε; Ξέρεις τι μπορεί να κάνει το σκυλί μου στο χαζοντόμπερμαν σου;
- Πλάκα μου κάνεις; Αυτό είναι μια πιθαμή από τη γη!
- Τι θέλεις τώρα να το αμολήσω και να κλαις;
- Έλα, ρε συ να βάλουμε και στοίχημα..
Έχουν τσατιστεί και οι δυο, βάζουν στοίχημα, εξαγριώνουν τα ζώα τους, και τα λύνουν.
Τα ζώα παλεύουν για ένα λεπτό και το ντόμπερμαν έχει γίνει κομματάκια..
- Μα τι σκυλί είναι αυτό τέλος πάντων. Πρώτη φορά βλέπω τόσο δυνατό σκυλί, τι ράτσα είναι; ρωτάει ο ιδιοκτήτης του πρώην ντόμπερμαν.
- Κοίτα, πριν του κόψω την ουρά και το βάψω άσπρο, ήταν αλιγάτορας!
Καλοκαίρι. Ζέστα. Μεσημέρι.
Ο μέρμηγκας, με ένα φανελάκι εργασίας, μούσκεμα στον ιδρώτα, σέρνει ένα τεράστιο στάχυ.
Ησυχία.
Έξαφνα, από τη γωνία εμφανίζεται ένα раjеrо turbo intercooler.
Στρίβει με χειρόφρενο και σταματάει απότομα μπροστά στον σαστισμένο μέρμηγκα.
Μέσα στο раjеrо, ο τζίτζικας με γυαλικά ηλίου, βερμούδα με φοινικόδεντρα, δύο πληθωρικές γκόμενες στο πλάι και τις σανίδες του surf στην οροφή.
- Μέρμηγκα, άντε άστα και φύγαμε για windsurfing. ʼντε, παράτα τα, τα κάνεις αύριο.
Ο μέρμηγκας ρίχνει ένα κουρασμένο βλέμμα στον τζίτζικα. Κάπου την έχει ξανακούσει αυτή την ατάκα, ίσως λίγο παραλλαγμένη.
- Δεν μπορώ, μάστορα, έχω δουλειά να κάνω. Πρέπει να προετοιμαστώ για το χειμώνα. Πήγαινε εσύ.
Ο τζίτζικας σηκώνει τους ώμους, το раjеrо σπινάρει και χάνεται στον ορίζοντα.
Μεσημέρι της επομένης. Ο μέρμηγκας, και πάλι ιδρωμένος σέρνει ένα τεράστιο λοβό μπιζελιού.
Νέκρα. Από τη στροφή πετάγεται το γνωστό раjеrо.
- Μάστορα, παράτα τα, πήδα μέσα, από δω η Σούζη και η Μαίρη, έλα πάμε για jet-ski ...
Χειμώνας. Παγωνιά. Χιόνι. Ο μέρμηγκας, στη ζέστα του τζακιού του, μαζί με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, απολαμβάνουν τη θαλπωρή.
Τα ξύλα τριζοβολούν πάνω από τη θράκα. Έξαφνα, το κουδούνι της πόρτας κτυπάει.
- Ασε, θα ανοίξω εγώ, λέει η γυναίκα του μέρμηγκα. Κάθε χρόνο η ίδια ιστορία. Μόνο αυτός μπορεί να είναι...
Η πόρτα ανοίγει. Ο τζίτζικας, με τη στολή και τα γυαλιά του σκι, κασκόλ, και στο υπόβαθρο το раjеrо με αλυσίδες στους τροχούς.
- Που είναι ο φίλος μου ο μέρμηγκας, φωνάζει. Θέλω το μέρμηγκα.
Ο μέρμηγκας πλησιάζει την πόρτα.
- Έλα, ντύσου, πάμε για σκι, άντε τι κάθεσαι, άντε.
- Δεν μπορώ μάστορα, πρέπει να μείνω με την οικογένεια, έχω υποχρεώσεις, δεν μπορώ ...
Ο τζίτζικας σηκώνει τους ώμους, και γυρνάει να φύγει.
Ο μέρμηγκας κάνει να γυρίσει προς τα μέσα, κοντοστέκεται, ξαναγυρνά προς το раjеrо και λέει του τζίτζικα:
- Και αν τυχόν συναντήσεις τον Αίσωπο, πες του ΝΑ ΠΑΕΙ ΝΑ ΓΑΜΗΘΕΙ!
Το Λιοντάρι, ο βασιλιάς του δάσους έκανε κάποτε πρωθυπουργό το Λαγό με απόλυτες εξουσίες.
Ο Λαγός φωνάζει αμέσως το Λύκο και τον ρωτάει γιατί δεν φοράει ... Κράνος.
Μη μπορώντας ο Λύκος να δικαιολογηθεί, τον αρχίζει ο Λαγός στο ξύλο και τον κάνει μπλε.
Αυτό το έκανε κάθε μέρα μέχρι που ο Λύκος πήγε παραπονούμενος στο Λιοντάρι να βρει το δίκιο του.
Φωνάζει το Λιοντάρι το Λαγό και του λέει ότι εν πάση περιπτώσει αρκετά έδειρε το λύκο και ότι εν πάσει περιπτώσει έχει βαστήξει πολύ αυτή η ιστορία.
- Βασιλιά μου τον έχω άχτι τον κερατά... μου έχει ξεκληρίσει την οικογένεια...
- Τότε βρες άλλο τρόπο...
- Σαν τι δηλαδή ;
- Να. Στείλε τον να σου αγοράσει τσιγάρα. Αν σου φέρει φίλτρο πες ότι ήθελες άφιλτρα και το αντίθετο, οπότε θα βρεις αφορμή να τον δείρεις.
Πράγματι ο Λαγός φωνάζει το Λύκο.
- Πήγαινε, ρε, στο περίπτερο να μου φέρεις τσιγάρα...
- Τι τσιγάρα κ. Πρωθυπουργέ, με φίλτρο η άφιλτρα ;
Αμηχανία μιας στιγμής και ο Λαγός αρχίζει να τον δέρνει με μανία φωνάζοντας:
- Που ειναι το κρανοσ σου ρε ;...
Περί Γυμναστικής:
Η γιαγιά μου άρχισε να περπατά 5χλμ την μέρα όταν ήταν 60. Σήμερα είναι 97 χρονών, και δεν έχουμε ιδέα που στο καλό είναι!
Ο μόνος λόγος που θα μπορούσα να ξεκινήσω τζόκινγκ είναι για να ξανακούσω λαχάνιασμα.
Γράφτηκα σε ένα γυμναστήριο πέρσι, έσκασα 400 ευρώ, και δεν έχω χάσει γραμμάριο. Δηλαδή πρέπει να πηγαίνω κιόλας;
Εγώ ξεκινάω την γυμναστική πολύ νωρίς το πρωί, γιατί αλλιώς ο εγκέφαλος μου συνειδητοποιεί τι κάνω.
Δεν γυμνάζομαι καθόλου. Αν ο Θεός ήθελε να αγγίζουμε τα δάχτυλα των ποδιών μας, θα τα έβαζε κάπου πιο κοντά στα χέρια μας.
Μου αρέσουν οι μακρινοί περίπατοι, ειδικά όταν τους κάνουν τα άτομα που με ενοχλούν.
Έχω αγύμναστους μηρούς, αλλά ευτυχώς το στομάχι μου τους καλύπτει.
Το πλεονέκτημα του να γυμνάζεσαι καθημερινά είναι ότι πεθαίνεις υγιέστερος.
Δεν κάνω ποτέ τζόκινγκ. Κάνει τον πάγο να αναπηδά στο ποτήρι μου.
Ήταν ένας ελέφαντας και ένα μυρμήγκι και είχαν μόνο ένα εισητήριο για το σινεμά.
- Μην σε νοιάζει, λέει ο ελέφαντας, θα σε κρύψω πίσω από το αυτί μου για να μην σε δουν.
Πάει ο ελέφαντας να μπει στο σινεμά:
- Γειά σας, λέει ο τύπος που ελέγχει τα εισητήρια.
- Γειά σας, λέει ο ελέφαντας.
- Μόνος σας είστε;
- Ναι, είμαι μόνος μου.
- Και αυτός πίσω από το αυτί σας ποιός είναι;
Πάνε πάλι πίσω.
- Θα σε κρύψω στην προβοσκίδα μου, λέει ο ελέφαντας.
Ξαναπηγαίνουν στο σινεμά:
- Γειά σας, λέει ο τύπος που ελέγχει τα εισητήρια.
- Γειά σας, λέει ο ελέφαντας.
- Μόνος σας είστε;
- Ναι, είμαι μόνος μου.
- Και αυτός στην προβοσκίδα σας ποιός είναι;
Πάνε πάλι πίσω.
- Να δοκιμάσουμε να σε κρύψω εγώ κάπου; ρωτάει ο μυρμήγκι.
- Ναι, αλλά δεν νομίζω να πετύχει, λέει ο ελέφαντας.
Πιάνει το μυρμήγκι και τυλίγει τον ελέφαντα με αλουμινόχαρτο.
Πάνε πάλι στο σινεμά:
- Γειά σας, λέει ο τύπος που ελέγχει τα εισητήρια.
- Γειά σας, λέει το μυρμήγκι.
- Μόνος σας είστε;
- Ναι, είμαι μόνος μου.
- Και αυτό εδώ τί είναι;
- Μυστήριος είσαι, ρε φίλε! λέει το μυρμήγκι. Να μην φέρω και ένα σαντουιτσάκι για το διάλειμμα;