Ήταν κάποτε ένας άνεργος ηθοποιός ο οποίος είχε απελπιστεί να ψάχνει για δουλειά. Κάποια μέρα συναντά τυχαία έναν τύπο από τον ζωολογικό κήπο, που ψάχνει για ηθοποιούς. Του εξηγεί ότι οικονομικοί λόγοι, δεν τους επιτρέπουν να φέρουν έναν αφρικανικό γορίλα και ότι αναζητούν έναν ηθοποιό που θα παραστήσει τον γορίλα, μέχρις ότου συγκεντρωθεί το ποσό για την αγορά του αληθινού ζώου. Αν και του φάνηκε κάπως ανόητη η δουλειά αυτή, ο ηθοποιός τη δέχτηκε.
Τις πρώτες ημέρες καθόταν μέσα στο κλουβί του, σχεδόν ακίνητος και σκεπτόταν ότι δεν είναι δυνατόν να είναι τόσο ηλίθιοι οι επισκέπτες, που να νομίζουν ότι αυτός είναι αληθινός γορίλας. Κάποια στιγμή βαρέθηκε και αποφάσισε να εξερευνήσει το μικρό κλουβί του. Τη στιγμή που αποφάσισε να κινηθεί, πρόσεξε ότι ο κόσμος απ” έξω,παρατηρούσε προσεκτικά κάθε του κίνηση. Αποφάσισε έτσι, να κάνει το πρόγραμμα πιο ελκυστικό και να τους δώσει ένα σόου. Λίγες μέρες αργότερα, βρίσκει τον εαυτό του να κρέμεται από τα κλαδιά ενός δέντρου με το ένα χέρι, να χορεύει βγάζοντας κτηνώδεις ήχους και με αυτόν τον τρόπο, να έχει μαζέψει ένα μικρό πλήθος έξω από το κλουβί του. Κάποια στιγμή, προσπαθώντας να εντυπωσιάσει μερικά παιδιά που έχουν πλησιάσει στο κλουβί, κρέμεται με τα χέρια του από ένα κλαδί κάνοντας μερικά ακροβατικά.
Όμως το χέρι του ξεφεύγει και πετώντας πάνω από τον μεσότοιχο, προσγειώνεται κατευθείαν μέσα στο κλουβί του λιονταριού. Το λιοντάρι τον αντιλαμβάνεται κι αρχίζει να τον πλησιάζει απειλητικά. Ο ηθοποιός οπισθοχωρεί όσο μπορεί και βλέποντας ότι το λιοντάρι πλησιάζει, αρχίζει να φωνάζει:
- Βοήθεια! Βοήθεια! Παρακαλώ, βοηθήστε με!
Με αυτές τις κραυγές το λιοντάρι τον πλησιάζει σβέλτα και του ψιθυρίζει:
- Σκάσε ηλίθιε, έτσι που τσιρίζεις, θα μας απολύσουν όλους από εδώ μέσα.
Κάποτε ήταν δύο φίλοι κυνηγοί και συζητούσαν. Ξεκινάει ο ένας και λέει μια περιπέτειά του:
- Που λες φίλε, μια φορά, καθώς περπατούσα στο δάσος, πετάγεται μπροστά μου μια αρκούδα τεράστια!
- Άντε ρε, κι εσύ τι έκανες τότε;
- Αρχικά, έμεινα ακίνητος αλλά άρχισε να με πλησιάζει. Μετά προσπάθησα να την πυροβολήσω, αλλά μου τελείωσαν οι σφαίρες!
- Σοβαρά! Και μετά τι έκανες;
- Ε τί να κάνω; Άρχισα και έτρεχα!
- Και η αρκούδα;
- Η αρκούδα με πήρε στο κυνήγι. Τρέχαμε, τρέχαμε και σιγά σιγά με πλησίαζε η αναθεματισμένη. Ξαφνικά, κι ενώ πάει να με γραπώσει… πλατς! Γλυστράει η αρκούδα και ξεφεύγω για λίγο μέτρα.
- Έλα ρε. Και μετά;
- Η αρκούδα δε σταμάταγε και συνέχισε να με κυνηγά. Αλλά και πάλι, καθώς με πλησιάζει, πλατς, γλυστράει και ξαναξεφεύγω. Μετά από λίγο πάλι, με πλησιάζει, πλατς, ξαναγλυστράει και ξαναξεφεύγω. Για να μη στα πολυλογώ το ίδιο συνέβαινε ξανά και ξανά μέχρι που τελικά κατόρθωσα να ξεφύγω!
- Πρέπει να είσαι πολύ γενναίος! Εγώ στη θέση σου θα είχα χεστεί πάνω μου!
- Μα κι εγώ χέστηκα πάνω μου. Πού νομίζεις ότι γλύστραγε η αρκούδα;
Ένας κυνηγός ήταν άσχετος και δεν έπιανε τίποτα. Μια φορά εκεί που γκρίνιαζε, τον συμβουλεύει ένας φίλος να αγοράσει κυνηγόσκυλα. Πάει λοιπόν, αγοράζει δυό σκυλιά και πάει πάλι για κυνήγι. Με το που πυροβολεί όμως, τα σκυλιά κατατρόμαξαν και έφυγαν χιλιόμετρα μακριά!
Μιαν άλλη φορά, πάλι, με το που πυροβολεί, τα σκυλιά κατατρόμαξαν και έφυγαν πάλι χιλιόμετρα μακριά!
Πάει πάλι στον φίλο του και τον λέει:
- Φτού γαμώτο, κι εγώ που τα πήρα για κυνήγι, τί να κάνω;
- Να τα πας στην Κρήτη, σε γάμους, όπου ρίχνουν μπαλωθιές και θα συνηθίσουν.
Τα βάζει στο πλοίο της γραμμής και πάνε στην Κρήτη. Όπου γάμος και χαρά, ο κυνηγός πρώτος. Στους γάμους όταν αρχίζαν οι μπαλωθιές τα σκυλιά τρέχανε να κρυφτούνε από το φόβο τους χιλιόμετρα μακριά.
Πάνε σε έναν άλλο γάμο, αρχίζουν οι μπαλωθιές και τα σκυλιά τρόμαξαν και έφυγαν ένα χιλιόμετρο μακριά.
Στον επόμενο γάμο που πήγαν, αρχίζουν οι μπαλωθιές και τα σκυλιά τρόμαξαν και έφυγαν μισό χιλιόμετρο μακριά.
Γάμο με το γάμο, τα σκυλιά συνήθισαν τα τραγούδια, τους χορούς, τα γλέντια και τις μπαλωθιές. Χαρούμενος ο τύπος γυρνάει πίσω και ξαναπάει για κυνήγι. Και με το που πυροβολεί, τα σκυλιά δεν φοβήθηκαν αλλά άρχισαν να χορεύουν χορεύουν πεντοζάλη