Δημοφιλή ανέκδοτα

Μου καταλογίζετε πράματα που δεν είπα. Μαγαζί που πουλάει κατοικίδια ζώα εννοώ, όχι ότι είναι ζώο η γυναίκα). Βλέπει έναν όμορφο παπαγάλο και ρωτάει:
- Μιλάει ο παπαγάλος;
- Ναι, μιλάει της λέει ο καταστηματάρχης Και γιατί έχει μόνο $50, ενώ οι άλλοι κάνουν από #500 και πάνω; ξαναρωτάει η Χίλλαρυ.
- Ξέρετε, μαντάμ, εξηγεί ο καταστηματάρχης, δεν είναι ο παπαγάλος που θα παιρνε κανείς για το σπίτι του, γιατί τον είχαν σ ένα μπορδέλο και η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι κάπως άσχημη.
- Μ αρέσει και τον θέλω λέει η Χιλλαρυ.
- Δική σας η επιλογή, δική σας κι ευθύνη, της λέει ο μαγαζάτορας.
Τον παίρνει, τον πάει στο Λευκό Οίκο, ξεσκεπάζει το κλουβί και θαύμαζε το πουλί (τον παπαγάλο, έτσι Ο παπαγάλος ρίχνει μια ματιά δεξιά, μια άλλη αριστερά και λέει:
- Καινούργιο μπορδέλο, καινούργια τσατσά.
Γέλασε η Χίλλαρυ.
Λίγο μετά μπαίνει η κορούλα της, η Τσέλσι και μια φίλη της. (Μα τι ηλίθιο χαμόγελο έχει αυτό το κορίτσι! Λέτε να είναι έτσι εκ γενετής ή κάνει πρόβες στο σπίτι
- Καινούργιο μπουρδέλο, καινούργιες πουτάνες, παρατηρεί ο παπαγάλος.
Η Χίλλαρυ τους εξηγεί την ιστορία και τα δυο κορίτσια πήρανε τα ίσια τους πάλι. Τότε μπαίνει στο δωμάτιο κι ο πρόεδρος. (Α, εδώ τα χαλάμε! Είναι εκλεγμένος και δεν μπορώ να πω τίποτα). Ο παπαγάλος του ριξε μια ματιά και είπε αδιάφορα:
- Γεια σου Μπιλ!
Ένας Αμερικανός τουρίστας έρχεται στην Ελλάδα και μπαίνει σε ένα ταξί για να κάνει το γύρο της πόλης. Ο ταξιτζής τον πηγαίνει πρώτα στην ακρόπολη και ο Αμερικάνος την βλέπει και λέει στον ταξιτζή:
- "Τι είναι αυτό; Χαρά στο πράγμα. Εμείς στην Αμερική αυτό το χτίζουμε σε δύο μέρες." Περάσανε ακόμη από πολλά αρχαία οικοδομήματα και ο Αμερικάνος έλεγε για όλα ότι είπε για την ακρόπολη.
Περνάμε τέλος από το Παναθηναϊκό Στάδιο, οπότε ο Αμερικάνος μένοντας με ανοιχτό το στόμα λέει στον ταξιτζή:
- "Και αυτό εδώ τι είναι;"
- "Δεν ξέρω, του απαντάει ο ταξιτζής, χτες που πέρασα δεν ήταν εδώ!"
Ένας τύπος πάει με την γυναίκα του στον ζωολογικό κήπο. Κάποια στιγμή φτάνουν μπροστά σε ένα κλουβί με έναν τεράστιο άγριο γορίλα. Μια ταμπέλα μπροστά στο κλουβί έγραφε:
Αγριοσ αρσενικοσ αφρικανικοσ γοριλασ. Μην πλησιαζετε. Πολυ επικινδυνοσ.
Ο τύπος πρόσεξε πως ο γορίλας κοιτούσε την γυναίκα του και άρχισε να πηδάει πάνω κάτω στο κλουβί του.
- Ρε γυναίκα, δεν βγάζεις την μπλούζα να δούμε τι θα κάνει ο γορίλας όταν σε δει με το σουτιέν;
- Τι λες τώρα; Κι αν μας δουν;
- Ποιος θα μας δει; Δεν είναι κανείς τριγύρω. Έλα βγάλτη και θα έχει πλάκα. Τι να κάνει, τη βγάζει. Λύσσαξε ο γορίλας. Χοροπηδούσε σαν τρελός και κουνούσε τα κάγκελα έτοιμος να τα σπάσει.
- Για βγάλε και το σουτιέν να δούμε τι θα κάνει!
- Ε όχι. Έχει κόσμο σου λέω.
- Έλα μωρέ, δεν μας βλέπει κανένας.
Για να μην πολυλογούμε, βγάζει το σουτιέν, βγάζει το παντελόνι, βγάζει και το βρακί. Ο γορίλας μασούσε σίδερα από την καύλα.
Με μια αστραπιαία κίνηση, ανοίγει ο τύπος την πόρτα του κλουβιού, σπρώχνει την γυμνή γυναίκα του μέσα, ξανακλειδώνει και της λέει:
- Τωρα πεσ αυτουνου οτι εχεισ πονοκεφαλο.
Βρίσκονται σε μια παρέα ένας Γερμανός, ένας Ιταλός και ένας πόντιος και βάζουν στοίχημα για το ποιος θα γαμήσει την γυναίκα του και θα την κάνει να ουρλιάζει πιο πολύ από την ηδονή.
Συναντιούνται λοιπόν μετά από 2 μέρες και λένε τα κατορθώματα τους. Ρωτάνε λοιπόν τον Γερμανό και τους λέει:
- Εγώ πήγα εχθές στο σπίτι και αφού φάγαμε και ήπιαμε άφθονο κρασί την έβαλα κάτω και την γάμαγα ένα μισάωρο και μετά αυτή ούρλιαζε επί 20 λεπτά.
- Τι να μας πεις και εσύ, λέει ο Ιταλός. Εγώ την πήγα σε ένα εστιατόριο φάγαμε και αφού πήγαμε σπίτι την άλειψα με μέλι και αφού την έγλυφα για 45 λεπτά και την γάμησα ούρλιαζε για 3 ολόκληρες ώρες.
- Τι λέτε ρε; λέει και ο Πόντιος. Εγώ την έβαλα κάτω τη γάμησα μόνο 10 λεπτά έχυσα επάνω στις κουρτίνες και ακόμα ουρλιάζει!
Ένας ιερέας πεθαίνει και βρίσκεται στην είσοδο του Παραδείσου. Μπροστά του βρίσκεται ένας τύπος με μαύρο γυαλί , τζιν παντελόνι, φανταχτερό πουκάμισο και μυστήριο ύφος...
Έρχεται ο άγιος Πέτρος και ρωτάει τον πρώτο:
"Ποιος είσαι, τέκνο μου εσύ;"
"Ο Μητσάρας να ουμ. 40 χρόνια ταξί, πρώτος στην πιάτσα Βαρδάρη-Λαχαναγορά, βασικά"
"Έλα, τέκνο μου", λέει ο άγιος Πέτρος. "Πάρε αυτή τη μεταξωτή ρόμπα με τα χρυσά κοσμήματα και έλα στο βασίλειο των Ουρανών..."
Ο Μήτσος περνάει λοιπόν στον Παράδεισο και έρχεται η σειρά του ιερέα.
"Είμαι ο πατήρ Ιωσήφ Αγγελίδης, 40 χρόνια στην ενορία της Ιεράς Μητροπόλεως άνω Παναγιάς".
"Πάρε, τέκνων μου", λέει ο άγιος Πέτρος, "αυτή τη βαμβακερή ρόμπα και προχώρησε κι εσύ στο Βασίλειο των Ουρανών".
"Μα γιατί", απορεί ο ιερωμένος. "Γιατί μετάξια και χρυσάφια στον ταξιτζή και σε μένα ένα απλό βαμβακερό;"
"Κοίταξε τέκνων μου", του λέει ο άγιος Πέτρος. "Σε μας εδώ μετράει το αποτέλεσμα. Όταν εσύ κήρυττες, το ποίμνιο κοιμόταν. Όταν οδηγούσε ο Μήτσος όμως, οι επιβάτες έκαναν την προσευχή τους."
Ο καθηγητής της χημείας, θέλοντας να δείξει στους εφήβους τις ολέθριες συνέπειες του αλκοόλ φέρνει στην τάξη δύο ποτήρια, ένα με νερό και ένα με ουίσκι και δύο σκουλήκια.
Ρίχνει το πρώτο σκουλήκι στο νερό, το οποίο και κολυμπάει πανευτηχές, κάνει κωλοτούμπες, με δυο λόγια είναι η προσωποποίηση της αγαλλίασης. Μετά ρίχνει το δεύτερο στο ποτήρι με το ουίσκι, και αυτό αρχίζει να συσπάται υποφέροντας φρικτά, και πέφτει γρήγορα στον πάτο νεκρό.
- Τι μας δείχνει αυτό το πείραμα; ρωτά τους μαθητές του.
Απαντά ο Τοτός από το τελευταίο θρανίο:
- Πως πρέπει να πίνουμε ουίσκι για να μην πιάσουμε σκουλήκια!
Ήταν ένας επιχειρηματίας, πάμπλουτος.
Κάποια στιγμή, του τυχαίνει μια στραβή και χάνει τα πάντα. Απελπισμένος, πηγαίνει σε μια γέφυρα με σκοπό να βάλει τέρμα στη ζωή του. Εκεί που είναι έτοιμος να πέσει στο κενό, τον αρπάζει ένα χέρι και τον τραβάει. Εκνευρισμένος, κοιτάζει πίσω του και βλέπει ένα γέρο.
- Παιδί μου, λέει ο γέρος. Τι είναι αυτό που πας να κάνεις; Τρελάθηκες;
- Τι θες ρε γέρο; Παράτα μας.
- Παιδί μου, ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Ο Αϊ-Βασίλης. Ίσως μπορώ να σε βοηθήσω!
- Ασε με, ρε Αϊ-Βασίλη! Είχα λεφτά, είχα αμάξια, γκόμενες! Τώρα δεν έχω τίποτα.
- Και γι αυτό ανησυχείς; του λέει ο Αϊ-Βασίλης. Αύριο, στις 10 το βράδυ, κάτω από αυτή τη γέφυρα θα σε περιμένει μια κόκκινη Ρολς-Ρόυς, όλη δική σου.
Χαρά ο επιχειρηματίας:
- Αχ, Αϊ-Βασίλη μου, να σε φιλήσω!
Ματς - μουτς, ξαναμελαγχολεί.
- Τι είναι τώρα; ρωτάει ο Αϊ - Βασίλης.
- Αχ, Αϊ-Βασίλη μου, είχα αμάξι, αλλά είχα και γκόμενες! Πέντε πέντε τις έβγαζα.
- Γι αυτό ανησυχείς; Αύριο, μέσα στη Ρολς-Ρόυς θα είναι και έξι γκόμενες, όλες δικές σου.
Τρελαίνετε ο επιχειρηματίας, αγκαλιές, φιλιά κλπ. μα ξαναμελαγχολεί.
- Τι έπαθες πάλι; ρωτάει ο Αϊ-Βασίλης.
- Αχ, Αϊ-Βασίλη μου. Είχα αμάξι, είχα γκόμενες, αλλά είχα και λεφτά. Τα πετούσα στο δρόμο, τα έδινα δεξιά κι αριστερά. Τώρα είμαι άφραγκος!
- Μην κάνεις έτσι, του λέει ο Αϊ-Βασίλης. Αύριο, μέσα στο αμάξι, η πιο ξανθιά από τις έξι γκόμενες θα κρατάει μια βαλίτσα με 90 τρις, όλα δικά σου!
Πετάει ο επιχειρηματίας!
- Αχ, Αϊ-Βασίλη μου, πώς θα στο ξεπληρώσω!
- Να μου πάρεις μια π*πα.
Κόκαλο ο επιχειρηματίας.
- Εντάξει, Αϊ-Βασίλη μου, τόσα έκανες για μένα. Είναι το ελάχιστο που μπορώ να κάνω.
Φεύγουν μαζί, πηγαίνουν σε ένα μοτέλ, νοικιάζουν ένα δωμάτιο, μπαίνουν μέσα, τα κατεβάζει ο Αϊ-Βασίλης, ξεκινάει τη δουλειά του ο επιχειρηματίας.
Ενώ γίνεται ότι γίνεται, ρωτάει ο Αϊ-Βασίλης:
- Πώς σε λένε νεαρέ μου;
- Αλέξη, απαντάει εκείνος και συνεχίζει.
- Και τι δουλειά είπαμε ότι κάνεις Αλέξη;
- Επιχειρηματίας, και συνεχίζει.
Μετά από μια παύση, ρωτάει ξανά ο Αϊ-Βασίλης:
- Πόσο χρονών είσαι Αλέξη;
- Τριάντα πέντε.
- Καλά, ρε Αλέξη! Είσαι τριάντα πέντε χρονών και ακόμα πιστεύεις ότι υπάρχει Αϊ-Βασίλης;