Δημοφιλή ανέκδοτα

Ένας ιερέας πεθαίνει και βρίσκεται στην είσοδο του Παραδείσου. Μπροστά του βρίσκεται ένας τύπος με μαύρο γυαλί , τζιν παντελόνι, φανταχτερό πουκάμισο και μυστήριο ύφος...
Έρχεται ο άγιος Πέτρος και ρωτάει τον πρώτο:
"Ποιος είσαι, τέκνο μου εσύ;"
"Ο Μητσάρας να ουμ. 40 χρόνια ταξί, πρώτος στην πιάτσα Βαρδάρη-Λαχαναγορά, βασικά"
"Έλα, τέκνο μου", λέει ο άγιος Πέτρος. "Πάρε αυτή τη μεταξωτή ρόμπα με τα χρυσά κοσμήματα και έλα στο βασίλειο των Ουρανών..."
Ο Μήτσος περνάει λοιπόν στον Παράδεισο και έρχεται η σειρά του ιερέα.
"Είμαι ο πατήρ Ιωσήφ Αγγελίδης, 40 χρόνια στην ενορία της Ιεράς Μητροπόλεως άνω Παναγιάς".
"Πάρε, τέκνων μου", λέει ο άγιος Πέτρος, "αυτή τη βαμβακερή ρόμπα και προχώρησε κι εσύ στο Βασίλειο των Ουρανών".
"Μα γιατί", απορεί ο ιερωμένος. "Γιατί μετάξια και χρυσάφια στον ταξιτζή και σε μένα ένα απλό βαμβακερό;"
"Κοίταξε τέκνων μου", του λέει ο άγιος Πέτρος. "Σε μας εδώ μετράει το αποτέλεσμα. Όταν εσύ κήρυττες, το ποίμνιο κοιμόταν. Όταν οδηγούσε ο Μήτσος όμως, οι επιβάτες έκαναν την προσευχή τους."
Ο καθηγητής της χημείας, θέλοντας να δείξει στους εφήβους τις ολέθριες συνέπειες του αλκοόλ φέρνει στην τάξη δύο ποτήρια, ένα με νερό και ένα με ουίσκι και δύο σκουλήκια.
Ρίχνει το πρώτο σκουλήκι στο νερό, το οποίο και κολυμπάει πανευτηχές, κάνει κωλοτούμπες, με δυο λόγια είναι η προσωποποίηση της αγαλλίασης. Μετά ρίχνει το δεύτερο στο ποτήρι με το ουίσκι, και αυτό αρχίζει να συσπάται υποφέροντας φρικτά, και πέφτει γρήγορα στον πάτο νεκρό.
- Τι μας δείχνει αυτό το πείραμα; ρωτά τους μαθητές του.
Απαντά ο Τοτός από το τελευταίο θρανίο:
- Πως πρέπει να πίνουμε ουίσκι για να μην πιάσουμε σκουλήκια!
Είμαστε λοιπόν λίγο πριν τον εορτασμό του ερχομού της νέας χιλιετίας στη Γαλλία, κάτω από τον πύργο του Αιφελ, μαζί με τον Δήμαρχο του Παρισιού. Ο πύργος του Αιφελ είναι όμορφα στολισμένος με αμέτρητα λαμπάκια.
Ξαφνικά, εμφανίζεται ένας ουρακουτάγκος κοντά στον πύργο του Αιφελ, ο οποίος περιφερόταν πότε από εδώ και πότε από εκεί. Ο Δήμαρχος μόλις είδε τον ουρακουτάγκο, πανικοβλήθηκε. Ο ουρακουτάγκος, μπορούσε να σκαρφαλώσει στον Πύργο του Αιφελ και να καταστρέψει τα λαμπάκια!
Έντρομος ο Δήμαρχος, τηλεφώνησε στο επιτελείο του, για να φωνάξουν κάποιο που να πιάνει ουρακοτάγκους.
Μετά από πολλές προσπάθειες, βρήκαν μια ομάδα ουρακουταγκοπιαστών. Την ομάδα αποτελούσαν ένας μικρόσωμος τυπάκος, ένας μποντιμπιλντεράς ο οποίος κρατούσε ένα δίκανο και ένας σκύλος, κατάλληλα εκπαιδευμένος για να πιάνει τους ουρακουτάγκους. υΟ Δήμαρχος, ζήτησε από την ομάδα αυτή, να του εξηγήσουν με ποιο τρόπο, πιάνουν έναν ουρακουτάγκο. Ο μικρόσωμος άνδρας του είπε:
- "Η μέθοδος μας είναι απλή. Εγώ εντοπίζω τον ουρακοτάγκο και αν αυτός για παράδειγμα είναι σ` ένα δέντρο, τότε πλησιάζω εγώ σιγά-σιγά το δέντρο, στη συνέχεια αρχίζω να σκαρφαλώνω στο δέντρο και προσπαθώ να τον περιορίσω έτσι ώστε να μην έχει που αλλού να πάει. Τότε ο μποντιμπιλντεράς πάει ακριβώς κάτω από το δέντρο και το κουνάει με πολλή δύναμη, για να πέσει ο ουρακουτάγκος. Όταν πέσει, ο σκύλος πιάνει τον ουρακουτάγκο από τα αχαμνά και έτσι πιάνουμε τον ουρακουτάγκο."
- Δήμαρχος:
"Α! Τρομέρη η μέθοδός σας. Μόνο που δεν κατάλαβα ένα πράγμα. Ο μποντιμπιλντεράς τί το θέλει το δίκανο;"
- "Κοιτάξτε, υπάρχει και η περίπτωση εκείνη, κατά την οποία όταν κουνάει ο μποντιμπιλνταράς το δέντρο, να πέσω εγώ αντί για τον ουρακουτάγκο."
- Δήμαρχος:
"Ε και λοιπόν;"
- "Ε, σ` αυτήν την περίπτωση, ο μποντιμπιλντεράς σκοτώνει το σκύλο!"
Ένας λοχίας, συγκεντρώνει κάποιους φαντάρους στο δάσος και τους λέει το εξής:
- "Θα σας δώσω μια ώρα διορία, για να κρυφτείτε στο δάσος. Μετά από μια ώρα θα βάλω άντρες μου, ελικόπτερα και σκυλιά, για να σας βρω. Αν μέχρι τις 12 δεν έχω βρει κανέναν από εσάς, θα πάρετε όλοι ένα μήνα άδεια. Αν όμως βρω έστω και έναν, θα πάτε όλοι ένα μήνα φυλακή. Εντάξει;"
Oι φαντάροι συμφώνησαν. Τους αφήνει μια ώρα και ξαφνικά το δάσος γεμίζει σκυλιά, άντρες να τρέχουν από δω κι απο κει, ελικόπτερα να πετούν στον ουρανό κλπ. Περνούν οι ώρες. Έχει πάει 12 παρά τέταρτο, 12 παρά δέκα, 12 παρά πέντε, παρά τέσσερα, παρά τρία, παρά δύο... Δώδεκα παρά ένα λεπτό, ακούγεται μια κραυγή. Τρέχουν οι άντρες, τα σκυλιά. Βρίσκουν το φαντάρο που φώναξε.
- Πάρτε τους όλους, ένα μήνα φυλακή."
Στη φυλακή τώρα, όλοι οι φαντάροι τα βάζουν με αυτόν που φώναξε.
- "Καλά, ρε μαλάκα... Κι εσύ, ένα λεπτό ακόμα δεν μπορούσες να περιμένεις;"
- "Αφήστε με, ρε παιδιά... Να σας πω τί έπαθα! Για να μη με βρουν, είχα βγάλει τα ρούχα μου και είχα βαφτεί δέντρο. Εκεί που στεκόμουν ανάμεσα στα άλλα δεντράκια, έρχεται ένα σκυλί και μου κατουράει τα πόδια. Το ανέχτηκα! Μετά από λίγο, έρχεται ένα ζευγαράκι και χαράζει στο κώλο μου Α+Κ=love for ever. Κι αυτό το ανέχτηκα! Αλλά όταν ήρθαν 2 σκιουράκια και είπαν:
- "Φάε εσύ το δεξί καρύδι, να φάω εγώ το αριστερό, δεν το άντεξα!"
Ήταν η κοκκινοσκουφίτσα και ήθελε να πάει στη γιαγιά της, για να μη συναντήσει όμως τον κακό το λύκο πήγε από την εθνική οδό για να κάνει ωτοστόπ μπας και σταματήσει κάποιος χριστιανός να τη πάει μέχρι εκεί.
Κάνει λοιπόν την αρχή αλλά δεν σταματάει κανένας, ώσπου να σου μια φεράρι που σταματάει απότομα. ανοίγει την πόρτα και μπαίνει μέσα.
Ο τύπος που την οδηγούσε ήταν ένας νευρόσπαστος που άρχισε να της μιλάει άσχημα:
"Κλείσε την πόρτα μωρή! "η κοκκινοσκουφίτσα παρεξενεμένη και φοβισμένη την κλείνει.
Βάζει μπρος το αμάξι ο τύπος και φεύγουν. Στο δρόμο λοιπόν η κοκκινοσκουφίτσα άρχισε τις ερωτήσεις:
"Γιατί είστε τόσο νευρικός;"
"Γιατί έτσι γουστάρω" της απαντάει" δεν μπορεί, κάτι θα σας απασχολεί..." λέει εκείνη.
"Έχω και εγώ τα προβλήματα μου θα σκάσεις;"
"Και τι προβλήματα έχετε;" συνεχίζει "με τη δουλειά μου, θα το βουλώσεις μώρη σακαφιόρα και να με αφήσεις να οδηγήσω;"
Η κοκκινοσκουφίτσα περίεργη όπως ήταν συνέχισε δειλά να τον ρωτάει:
"Και τι δουλειά κάνετε;"
"Είμαι παραγωγός ραδιοφώνου θα σκάσεις;"
"Και τι ακριβώς σημαίνει αυτό;" συνεχίζει ακάθεκτη να τον ρωτάει"
Δεν βάζεις μυαλό εσύ ε; παίρνουν κάτι μαλακισμένα σαν και εσένα και κάνουν αφιερώσεις ευχαριστημένη;"
Σε κάποια φάση το αυτοκίνητο σταματάει κατεβαίνει ο τύπος πηγαίνει σε ένα δέντρο εκεί κοντά, κατεβάζει τα παντελόνια και της φωνάζει να πλησιάσει.
Η κοκκινοσκουφίτσα δειλά - δειλά πλησιάζει...
"Ξεκίνα!" της φωνάζει
"Τι να ξεκινήσω;" ρωτάει
"Έλα μη κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις!"
Κοιτάει η κοκκινοσκουφίτσα με απορία και λέει:
"Επειδή είναι η πρώτη μου φόρα αν κάνω κάποιο λάθος δεν θα μου φωνάξετε εντάξει;"
"Ξεκίνα!" φωνάζει αγριεμένος.
Η κοκκινοσκουφίτσα το πιάνει, το κοιτάει.. και αρχίζει.:
"Φου! φου! καλά το κάνω;
Φου! φου! Αφιερώνω στη γιαγιά μου..."
Ήταν ένας οδηγός που έτρεχε πολύ γρήγορα. Τον είδε ένας αστυνομικός και του έκανε νόημα να σταματήσει. Σταματάει ο οδηγός και ακολουθεί ο εξής διάλογος με τον αστυνομικό:
- "Παρακαλώ το δίπλωμα σας."
- "Δεν έχω δίπλωμα. Μου το είχε κρατήσει ο αστυνομικός που με είχε σταματήσει επειδή οδηγούσα μεθυσμένος."
- "Μου δίνετε την άδεια από το ντουλαπάκι;"
- "Δεν μπορώ να ανοίξω το ντουλαπάκι γιατί έχω το όπλο μου μέσα."
- "Όπλο;"
- "Ναι, αυτό που σκότωσα την ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου."
- "Τι κάνατε; Και που είναι το πτώμα;"
- "Το έχω βάλει μέσα στο πορτ- μπαγκαζ του αυτοκινήτου."
Τα έχασε ο αστυνομικός και πήρε κατευθείαν τηλέφωνο το διοικητή του και του είπε ότι του είχε πει ο οδηγός. Μετά από δέκα λεπτά φτάνουν στην περιοχή ο διοικητής με ενισχύσεις για να συλλάβουν τον οδηγό και ακολουθεί ο εξής διάλογος μεταξύ του διοικητή και του οδηγού:
- "Δώστε μου το δίπλωμα σας."
- "Ορίστε."
Του το δίνει κανονικά ο οδηγός. Παραξενεύτηκε ο διοικητής.
- "Μπορείτε να ανοίξετε το ντουλαπάκι;"
- "Ανοίγει ο οδηγός το ντουλαπάκι. Τίποτα δεν ήταν μέσα."
- "Μου δίνετε την άδεια σας;"
- "Του τη δίνει ο οδηγός. Όλα είναι κανονικά."
- "Ανοίγετε το πορτ- μπαγκάζ παρακαλώ;"
- "Ανοίγει ο οδηγός το πορτ- μπαγκάζ, τίποτα μέσα."
Τα είχε χάσει ο διοικητής.
- "Καλά, πριν μας είπε ο αστυνομικός ότι του είπατε ότι δεν έχετε άδεια και δίπλωμα, ότι έχετε ένα όπλο στο ντουλαπάκι και ένα πτώμα στο πορτ- μπαγκάζ."
- "Μήπως σας είπε ο αστυνομικός ότι έτρεχα κ` όλας;"
Ήταν ένας έξυπνος και ένας βλάκας. Όπως προχωρούσαν στο δρόμο:
- "Δεν παίζουμε ένα παιχνίδι να περάσει η ώρα όπως περπατάμε;", λέει ο έξυπνος στον βλάκα.
- "Παίζουμε", λέει ο βλάκας.
- "Ωραία", απαντά ο έξυπνος και συνεχίζει. "Θα σου κάνω ερωτήσεις και όσες δεν ξέρεις να απαντάς θα μου δίνεις ένα δεκάρικο για να σου λέω την απάντηση. Μετά θα μου κάνεις εσύ ερωτήσεις και αν δεν ξέρω την απάντηση θα σου δίνω ένα χιλιάρικο, εντάξει;"
- "Εντάξει", απαντά ο βλάκας.
- "Τι είναι αυτό που κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια", ρωτά ο έξυπνος.
- "Δεν ξέρω, πάρε ένα δεκάρικο. Τι είναι;"
- "Η γάτα."
- "Αααα", λέει ο βλάκας.
- "Τι είναι αυτό που κάνει γαβ γαβ έξω στο δρόμο;" ρωτά πάλι ο έξυπνος.
- "Δεν ξέρω, πάρε ένα δεκάρικο. Τι είναι;"
- "Ο σκύλος, απαντά ο έξυπνος. Αντε τώρα κάνε μου εσύ ερωτήσεις."
- "Τι είναι αυτό που κάνει τσιου τσιου μπάμ;" ρωτά ο βλάκας.
Ο έξυπνος τα βρήκε σκούρα. Προχωρούσαν προχωρούσαν, σκεφτόταν ξανασκεφτόταν, ίδρωσε στο τέλος, τι να κάνει βγάζει ένα χιλιάρικο και το δίνει στον βλάκα.
- "Τι είναι ρε αυτό και δεν το ξέρω;"
- "Ούτε εγώ ξέρω πάρε ένα δεκάρικο!"