Δημοφιλή ανέκδοτα

Ο Γιορίκας, οδηγός μιας νταλίκας, τρέχει στην εθνική και γεμάτος χαρά τραγουδάει:
"Με λένε Γιορίκα και οδηγώ νταλίκα"
. Ξαφνικά, βλέπει μια καλόγρια να του κάνει ωτοστόπ! Σταματάει κι εκείνη τον παρακαλεί να την πάρει μαζί του. Ο Γιορίκας γλείφεται και ξαναγλύφεται κοιτάζοντας την και κάποια στιγμή της λέει:
"Τι ωραίο στήθος είναι αυτό που έχεις; μπορώ να το πιάσω λίγο;"
"Μια στιγμή τέκνο μου να δω αν το επιτρέπει η Βίβλος" λέει εκείνη.
"Όχι, όχι, απαγορεύεται" του λέει αφού την έχει ξεφυλλίσει. Εκείνος απτόητος συνεχίζει να τραγουδάει "με λένε Γιορίκα και οδηγώ νταλίκα"
. Σε λίγο της λέει ξανά:
"Τι ωραίο κυλοτάκι φοράς; μπορώ να το χαϊδέψω λίγο;"
" μια στιγμή τέκνο μου -λέει εκείνη- να δω αν το επιτρέπει η Βίβλος".
"Οχι,οχι απαγορεύεται κι αυτό"
. Ξανά το ρίχνει στο τραγούδι ο Γιορίκας! Σε λίγο της λέει:
"Τι ωραίο ποπό που έχεις, μπορώ να τον πιάσω λίγο; "
Ξανά ξεφυλλίζει η καλόγρια τη Βίβλο ψάχνοντας να βρει αν το επέτρεπε! Γεμάτη χαρά του λέει:
"Ααα, αυτό το επιτρέπει!" Κι ο Γιορίκας δεν χάνει την ευκαιρία, πιάνει τον ποπό της, κατεβαίνουν και απο το αυτοκίνητο κάνουν τη "δουλειά"
Τους και γεμάτος χαρά ξεκινάνε για τον προορισμό τους. Όταν πια έφτασαν και η καλόγρια τον χαιρέτησε, ο Γιορίκας τη ρωτάει:
"Δεν μου είπες πώς σε λένε όμως και περάσαμε τόσα πολλά μαζί!".
Και η καλόγρια απαντά:
"Με λένε Μικέ και πάω σε μασκέ!".
Ένας γύφτος παντρεύει την κόρη του και οργανώνει τα του γάμου.
Ψάχνει και βρίσκει μια γύφτικη κομπανία της περιοχής και τους λέει:
"Τέλω να τραγκουντήσιτι στο γκάμο. Από το πρωί που τα ντύνιτι η νύφη μέχρι το γλέντι. Αλλά τέλω να τραγκουντήσιτι κι ένα τραγκούντι για
"Αίματα" όταν τα βγουν τα σιντόνια με τα αίματα το άλλο πρωί"
Πράγματι, την ημέρα του γάμου οι γύφτοι από το πρωί τραγουδούσαν τη νύφη, το απόγευμα όταν ντυνόταν και μετά όλο το βράδυ στο γλέντι.
Όταν πήγαν ο γαμπρός και η νύφη να κοιμηθούν αυτοί έμειναν κάτω από το μπαλκόνι και περίμεναν μέχρι το πρωί να ξυπνήσουν, να βγουν τα ματωμένα σεντόνια και να τραγουδήσουν το τραγούδι με τα "αίματα".
Αργά το πρωί ανοίγουν τα εξώφυλλα και ο γαμπρός απλώνει τα ματωμένα σεντόνια στα κάγκελα του μπαλκονιού.
Και η γύφτικη κομπανία αρχίζει να τραγουδά:
"Εματα πως είσαι μάγκας, είσαι και μερακλής"
Ένα Αλβανάκι, ο Αλία, ήρθε στην Ελλάδα με τους γονείς του και το έστειλαν σχολείο. Την πρώτη μέρα ρωτάει η δασκάλα τα παιδάκια:
- Εσένα πώς σε λένε;
- Ελενίτσα.
- Και εσένα;
- Κωστάκη.
Ήρθε και η σειρά του μικρού Αλία:
- Εσένα πώς σε λένε;
- Με λένε Αλία και είμαι από την Αλβανία.
- Από εδώ και πέρα θα λέμε πως είσαι ο Γιαννάκης και είσαι από την Ελλάδα.
Χάρηκε πολύ ο μικρός, αφού τα υπόλοιπα παιδιά δε θα τον κορόιδευαν και θα έπαιζαν μαζί του.
Όταν γύρισε σπίτι του λέει η μητέρα του:
- Αλία, πλύνε τα χέρια σου και έλα να φάμε.
- Δε με λένε Αλία. Με λένε Γιαννάκη και είμαι Ελληνόπουλο.
- Τι είπες; Αντί να είσαι περήφανος που είσαι από την Αλβανία λες πως είσαι Ελληνόπουλο;
Και του δίνει ένα χέρι ξύλο.
Το βράδυ γυρίζει ο πατέρας του.
- Τι έχεις Αλία; Γιατί κλαις;
- Ουφ πια! Δε με λένε Αλία. Με λένε Γιαννάκη και είμαι Ελληνόπουλο.
- Τι είπες; Δεν ντρέπεσαι να λες ότι είσαι Ελληνόπουλο;
Και τον δέρνει και αυτός.
Την επόμενη μέρα πάει στο σχολείο και τον βλέπει η δασκάλα μελανιασμένο.
- Τι έπαθες Γιαννάκη;
- Πού να σας τα λέω κυρία. Χτες το βράδυ με έδειραν δυο Αλβανοί!
Είχε κανονισθεί φιλικός αγώνας μικτή κόσμου ? Αργεντινή . Ήταν λοιπόν στο αεροπλάνο η μικτή κόσμου και ταξίδευε για Argentina . Κάποια στιγμή , μπαμ μπουμ , γκρατς γκρουτς κ. Τ. Λ. παθαίνουν την κλασσική βλάβη και προσγειώνονται στο κλασσικό χωριό των κλασσικών ζουλού Αφρικανών . Τους πιάνουν όλους και τους οδηγούν στον φύλαρχο. Πρώτος μιλάει ο Ζιντάν. Του λέει:
" Εγώ είμαι το πρώτο όνομα , έχω παίξει στις κορυφαίες ομάδες του κόσμου , Γιουβέντους κ. Τ. Λ., στην εθνική Γαλλίας , έχω λεφτά , δις , τρις , σου τα δίνω όλα για να με αφήσεις ελεύθερο . "
Τίποτα ο φύλαρχος , δε μπανίζει . " Δε με ενδιαφέρει , του λέει , δε σε ξέρω , άπαρτε τον για το καζάνι "
Πάει μετά o Rivaldo :
" Εγώ είμαι το πρώτο όνομα , έχω παίξει στις καλύτερες ομάδες του κόσμου , εκεί εδώ αλλού κ. Τ. Λ. , στην εθνική Βραζιλίας , σίγουρα με ξέρεις και έχω τόσα τρις , στα δίνω για να με αφήσεις . "
" Δε σε ξέρω , δε με ενδιαφέρει τι κάνεις , στο καζάνι "
Μετά η σειρά του Del Piero . " Εγώ , εγώ, μεγάλε , ο πρώτος , ο καλύτερος στην Ιταλία και στον κόσμο όλο , Γιουβέντους μπλα μπλα κ. Τ. Λ. εθνική Ιταλίας, δε με ξέρεις εμένα ; Πολλά λεφτά, τρις , στα δίνω όλα για να με αφήσεις . "
" Αντε ρε , ποιος είσαι εσύ ; Δε σε ξέρω . Στο καζάνι "
Μετά μιλάνε και άλλα τρανταχτά ονόματα , παιχταράδες , αλλά ο φύλαρχος , τίποτα . Δεν ήξερε , κανένα , όλους στο καζάνι . Τελευταίος από όλους ο
Καραταϊδης που τυχαία ήταν στην αποστολή (πουστιά του Κόκκαλη , ως συνήθως ) ( ίσως για τα νερά τον είχαν πάρει ) και χωρίς να πει τίποτα περνάει μπροστά από τον φύλαρχο και πάει κατευθείαν στο καζάνι . Τον σταματάει ο φύλαρχος και τον ρωτάει που πάει χωρίς να πει κάτι , μια κουβέντα .
" Ασε ρε άνθρωπε μου , εδώ δεν ήξερες τόσα και τόσα ονόματα , εμένα θα ξέρεις ; " και συνέχισε. " Κάτσε ρε , σταμάτα . Ποιος είσαι εσύ ; πες "
" Τον χρόνο σου χάνεις . Εγώ είμαι ο Καραταϊδης "
" Ο Καραταίίίίίδηηηςςς , ρε μεγάλε . Εσύ είσαι ; "
Αγκαλιές , φιλιά , χαιρετούρες , ξανά αγκαλιές , ματς μουτς , σλουρπ κ. Τ. Λ.
" Καλά ρε , που με ξέρεις ; " του λέει ο Καραταϊδης που τα είχε παίξει .
Και ο φύλαρχος :
" Εγώ μπαμπά , Oφορίκουε . "
Ήταν ένα ζευγάρι Ποντίων που ήθελαν να κάνουν παιδιά αλλά δεν μπορούσαν.
Αφού είδαν και απόειδαν πήρε το αφτί τους για τον πεφωτισμένο Γέροντα Πορφύριο που θεράπευε ανίατες ασθένειες και βοηθούσε τις στείρες γυναίκες να αποκτήσουν παιδιά κι αποφάσισαν να πάνε να τον βρούνε. Ο σεβάσμιος Γέρων τους υποδέχτηκε μετά χαράς. Αφού τους ευλόγησε και τους συμβούλεψε να προσεύχονται στο Θεό και να έχουν βαθύτατη πίστη, τους είπε να πάνε στην Παναγία του Σουμελά να ανάψουν ο καθένας από μία λαμπάδα ίσαμε το μπόι του και πως η Παρθένος θα τους συμπονούσε και θα πραγματοποιούσε την επιθυμία τους.
Μετά από εκείνη τη συνάντηση το ζεύγος δεν ξαναφάνηκε. Μετά από έντεκα χρόνια ο πεφωτισμένος Γέρων είδε το ανδρόγυνο στον ύπνο του. Αποφάσισε, λοιπόν να πάει να τους βρει και να μάθει τι απέγιναν. Πήρε, λοιπόν, ένα ταξί και πήγε στο Πέραμα όπου διέμενε το ζεύγος. Χτύπησε την πόρτα και του άνοιξε ένα δεκάχρονο κοριτσάκι.
Π: Γεια σου, δε μένουν πια εδώ ο κύριος και η κυρία Γαβριηλίδου.
- Εδώ μένουν. Εγώ είμαι η κόρη τους.
Π: Δεν είναι κανείς άλλος στο σπίτι;
- Είναι τα άλλα εννιά αδελφάκια μου κι εγώ τα προσέχω.
Π: Κι η μαμά κι ο μπαμπάς που πήγαν;
- Πήγαν στην Παναγία του Σουμελά.
Π: Α, πήγαν να ευχαριστήσουν την Παναγία, έτσι;
- Όχι παππούλη, πήγαν να σβήσουν τις λαμπάδες.
Ήτανε να πάει ο Κλίντον επίσκεψη στην Κεντρική Αφρική. Πολύς κόσμος είχε μαζευτεί στο αεροδρόμιο ( μαύροι ).
Καθώς λοιπόν βγήκε από το αεροπλάνο όλοι οι μαύροι που ήταν εκεί φώναζαν¨Κούμπα, κούμπα, κούμπα! ο Κλίντον δεν μπορούσε να πιστέψει την υποδοχή που του έκαναν οι μαύροι, ούτε στην Τουρκία δεν του έκαναν τέτοια υποδοχή! μετά λοιπόν με ένα αυτοκίνητο ξεναγήθηκε στους "δρόμους" και τις εκεί περιοχές. Απ όπου περνούσε, οι μαύροι φώναζαν με ενθουσιασμό: Κούμπα, κούμπα! Χαίρεται και πάλι ο Κλίντον να βλέπει με τι τιμές τον υποδέχονται οι μαύροι στη χώρα τους.
Αργά το απόγευμα θα πήγαινε ο Κλίντον ένα περίπατο στην "πρωτεύουσα" με τον αρχηγό των μαύρων για να δουν τα αξιοθέατα. Εκεί που περπατούσαν, ο αρχηγός των μαύρων λέει ξαφνικά στον Κλίντον:
- Πρόσεχε στο δρόμο, μην πατήσεις αυτά τα κούμπα!(σκατά)
Ένας γιος πάει τον πατέρα του σε ένα γιατρό, γιατί δεν νοιώθει καλά. Ο γιατρός κάνει τη διάγνωση και τους λέει ότι έχει καρκίνο και θα πεθάνει σε ένα μήνα. Καθώς γυρίζανε ο πατέρας ήθελε να πάει σε ένα μπαράκι για να μεθύσει και ο γιος δεν του χάλασε το χατίρι. Εκεί βρήκε κάποιους κολλητούς του και άρχισε να τους λέει ότι σε ένα μήνα θα πεθάνει γιατί έχει AIDS. Κάποια στιγμή ο γιός ξεμοναχιάζει τον πατέρα του και τον ρώτα:
- Γιατί τους λες ότι έχεις AIDS και όχι καρκίνο;
- Γιατί, ρε ηλίθιε, δεν θέλω να γα**νε τη μάνα σου όταν εγώ πεθάνω.