Δημοφιλή ανέκδοτα

Κάποιος τύπος είναι τρελά ερωτευμένος με μια Αγγλίδα που τη λένε Wendy και τη γνώρισε το καλοκαίρι στη θάλασσα. Τέτοια είναι η τρέλα του που αποφασίζει και κάνει στο πέος του τατουάζ με το όνομα Wendy. Όταν είναι πεσμένο όμως, φαίνονται μόνο δύο γράμματα: το πρώτο (W)και το τελευταίο (Υ). Εκείνη δυστυχώς του έχει πει πως έχει σοβαρό δεσμό με έναν νέγρο συμπατριώτη της και δεν μπορεί να συνεχιστεί η σχέση τους. Αυτός είναι πολύ θυμωμένος και ζηλεύει, αλλά τι να κάνει; Μια μέρα πηγαίνει στα Δημόσια ουρητήρια και όπως ουρεί, με την άκρη του ματιού του βλέπει τον διπλανό του που είναι νέγρος και στο πέος του διακρίνει το W ΚΑΙ ΤΟ Υ. Γουρλώνει τα μάτια του και φωνάζει στο νέγρο δείχνοντας το επίμαχο σημείο: WENDY? Κι ο νέγρος απαντά απαθέστατα:
"No my friend. WELCOME TO JAMAICA AND HAVE A NICE DAY.
Ήταν ο James, περίφημος Άγγλος κυνηγός. Μια μέρα πάει στο δάσος για να κυνηγήσει αρκούδες. Βρίσκει μια μικρή αρκούδα. Μπαμ, την σκοτώνει.
Πλησιάζει να σιγουρευτεί ότι την σκότωσε και τότε νιώθει ένα χέρι να τον ακουμπά στον ώμο του.
Γυρνάει πίσω του και βλέπει μια μεγαλύτερη αρκούδα να του λέει:
- James, δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό. Έχεις 2 επιλογές: ή θα σε σκοτώσω ή. θα σε γ#μήσω! Έτσι ο James προτιμάει την ζωή από τον θάνατο!
Για μια βδομάδα ήταν στο κρεβάτι από τον πόνο.
Μόλις γίνεται καλά παίρνει πάλι τα βουνά ζητώντας εκδίκηση. Βρίσκει την αρκούδα και μπαμ την σκοτώνει. Το ίδιο σκηνικό.
Μία ακόμα μεγαλύτερη αρκούδα αυτήν την φορά του κάνει την ίδια πρόταση.
Ο James μην έχοντας άλλη επιλογή προτιμά ξανά την ζωή από τον θάνατο!
Αυτή την φορά χρειάστηκαν δύο βδομάδες για να αναρρώσει.
Τέλος πάντων, το ίδιο σενάριο συνέβαινε κάθε φορά που ο James, πεισμωμένος, έπαιρνε τα βουνά ζητώντας εκδίκηση.
Ώσπου ο James πήγε στο βουνό ψάχνοντας για την τελευταία και πιο μεγάλη, φυσικά, αρκούδα.
Ψάχνει για μέρες, παραφυλάει και τελικά την βρίσκει.
Μπαμ, την σκοτώνει!
Πλησιάζοντας για να θαυμάσει τον θρίαμβό του. Νιώθει ένα χέρι να τον σκουντάει στον ώμο.
Γυρνάει σαστισμένος και βλέπει μία τεράστια, πολική αυτήν τη φορά, αρκούδα η οποία του λέει:
- James, παραδέξου το. Δεν έρχεσαι για κυνήγι στο δάσος!
Ήταν ένας τυπάς που έκανε σκι στα Ιμαλάϊα όταν ξαφνικά μια τεράστια χιονοστιβάδα τον έκανε να λιποθυμήσει. Ξυπνάει λοιπόν σε ένα μοναστήρι και από πάνω του ξεπροβάλλουν ένα μάτσο μοναχοί. Του κάνει λοιπόν ο μεγάλος μοναχός:
- Φίλε θα σε φροντίσουμε, θα σε ταΐσουμε, θα σε κοιμίσουμε μέχρι να γίνεις καλά αρκεί να μην βεβηλώσεις την παρθένα κόρη μου, γιατί αλλιώς θα υποστείς... τα τέσσερα κινέζικα βασανιστήρια.. οκ;
- OK, λέει λοιπόν κι ο τυπάς ξαφνιασμένος... Εγινε!
Την πρώτη μέρα έκανε ένα γύρο στο μοναστήρι και είδε όλους πίνακες που υπήρχαν εκεί...
"Καταπληκτικοί" αναφωνεί και πάει να κοιμηθεί...
Την δεύτερη μέρα λοιπόν ο τύπος έκανε και πάλι ένα γύρο στο μοναστήρι και είδε όλα τα αγάλματα που υπήρχαν εκεί...
"Μεγαλειώδη έργα" αναφωνεί ξανά και πάει πίσω στο κρεβάτι του...
Την τρίτη μέρα αφού έκανε τον συνηθισμένο του γύρο στο μοναστήρι είδε την κόρη του μεγάλου μονάχου. Η κοπελιά ήταν πιο όμορφη και από τις πιο ζωηρές του φαντασιώσεις. Έτσι, εφάρμοσε όλη του τη γαλιφιά και μέχρι το βράδυ, αψηφώντας την προειδοποίηση του μοναχού, την κουτούπωσε!
Ξυπνάει την άλλη μέρα το πρωί ο ήρωας μας και συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται στη στέγη του μοναστηριού ... Ρίχνει ένα βλέφαρο στα χέρια του και κοζάρει δυο χοντρές αλυσίδες και ένα ταμπελάκι που έλεγε:
"1ο Κινέζικο βασανιστήριο: Τα χέρια σου είναι δεμένα με αλυσίδες"
"Σιγά" λέει "αυτά εγώ τα μασάω"
Και μπρατσαράς καθώς ήταν σπάει τις αλυσίδες. Κοιτάει μετά κάτω και βλέπει μια τεράστια κοτρόνα να βρίσκεται πάνω στην κοιλιά του και ένα ταμπελάκι που να λέει:
"2ο Κινέζικο βασανιστήριο: Μια πέτρα είναι πάνω στην κοιλιά σου."
Αρχισε να γελάει ο τύπος με τα βασανιστήρια και την ασχετοσύνη των μοναχών. Σαν ρωμαλέο παλικάρι, σηκώνει την κοτρόνα και την πετάει στο γκρεμό. Κάτω από την πέτρα όμως, βλέπει ένα τρίτο ταμπελάκι..
"3ο Κινέζικο βασανιστήριο: Το αριστερό σου αρχίδι είναι δεμένο στην πέτρα."
Πανικόβλητος λοιπόν ο τύπος πηδάει μαζί με την πέτρα στο γκρεμό για να σώσει την οικογένεια... Και ενώ βρισκόταν σε κάθετη πτώση, διακρίνει στον πάτο του γκρεμού μία τεράστια ταμπέλα με μεγάλα γράμματα που έλεγε...
"4ο Κινέζικο βασανιστήριο: Το άλλο σου αρχίδι είναι δεμένο πάνω στην στέγη"
Ο Κώστας μπαίνει στο μπαρ και βλέπει το Γιάννη, με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο, να πίνει το ποτό του.
- Πώς και είσαι τόσο ευτυχισμένος σήμερα; τον ρωτάει.
- Ε λοιπόν, Κώστα, εκεί που έπλενα το σκάφος μου χτες, με πλησιάζει μια κοκκινομάλλα, με κάτι βυζιά, να, μέχρι εκεί πέρα τα μπαλκόνια της, Κώστα, και με ρωτάει:
- «Μπορείς να με πας μια βόλτα με το σκάφος σου;». Δεν έχασα την ευκαιρία, την έβαλα μέσα και ξανοιχτήκαμε. Όταν ήμαστε μακριά απ την ακτή, σβήνω τη μηχανή και της λέω:
- «Ή γαμ***, ή κολύμπι μέχρι την ακτή». Δεν ήξερε μπάνιο, Κώστα μου, δεν ήξερε μπάνιο! Την άλλη μέρα πάλι ο Γιάννης, με ένα χαμόγελο ευτυχίας, απολαμβάνει το ποτό του στο μπαρ. Μπαίνει ο Κώστας και ο Γιάννης αρχίζει να του διηγείται:
- Κώστα, εκεί που έπλενα το σκάφος μου χτες, με πλησιάζει μια ξανθιά, με κάτι βυζιά, να, μέχρι εκεί πέρα τα μπαλκονόβυζά της, Κώστα, (του δείχνει, κάνοντας τη σχετική χειρονομία) και με ρωτάει:
- «Μπορείς να με πας μια βόλτα με το σκάφος σου;». Δεν περίμενα να το ξαναπεί, την έβαλα μέσα και ξανοιχτήκαμε. Όταν ήμαστε μακριά απ την ακτή, σβήνω τη μηχανή και της λέω:
- «Ή γαμ***, ή κολύμπι μέχρι την ακτή». Δεν ήξερε μπάνιο, Κώστα μου, δεν ήξερε μπάνιο! Μετά από κάνα-δυο μέρες, ο Κώστας μπαίνει στο μπαρ και βλέπει το Γιάννη να κλαίει πάνω απ τη μπίρα του.
- Τι έγινε, ρε παιδί; Γιατί δάκρυα σήμερα; - Ε λοιπόν, Κώστα, θα σου τα πω. Εκεί που έπλενα το σκάφος μου χτες, με πλησιάζει μια καστανή, με κάτι βυζιά, να, μέχρι εκεί πέρα τα μπαλκόνια της, Κώστα μου, τι βυζιά ήταν αυτά, (του δείχνει, κάνοντας τη σχετική χειρονομία) είχα μια στύση μόλις την είδα, άλλο πράμα. Με ρωτάει:
- «Μπορείς να με πας μια βόλτα με το σκάφος σου;». «Αλλο τυχερό σήμερα!» σκέφτηκα, την έβαλα μέσα και ξανοιχτήκαμε. Όταν ήμαστε μακριά απ την ακτή, σβήνω τη μηχανή και της λέω:
- «Ή γαμ***, ή κολύμπι μέχρι την ακτή». Κατεβάζει το σορτσάκι της και είχε ένα πέος, τόσο χοντρό και μακρύ, Κώστα μου. Αχ, Κώστα μου, δεν ξέρω μπάνιο, Κώστα μου, δεν ΞΕΡΩ μπάνιο!
Ο Κωστίκας αποφάσισε μαζί με την γυναίκα του να πάνε διακοπές σε κάποιο νησί.
Μετά από μια εβδομάδα παραμονής η γυναίκα του τα φτιάχνει με τον γιατρό του νησιού. Το μαθαίνει ο Κωστίκας και γίνεται χαμός με την γυναίκα του. Η γυναίκα του τρέχει κατευθείαν στο γιατρό και του λέει πως το έμαθε ο άντρας της. Ο γιατρός της λέει ότι είναι βλάκας και να μη φοβάται. Έτσι της λέει:
- Κοίτα τι θα κάνεις αύριο που θα πας στην παραλία και μπεις στο νερό θα πεις βοήθεια βοήθεια μπήκε ένα καβούρι στο μ... Ι μου και μετά θα πεις ότι θα πρέπει να πάμε στον γιατρό. Έτσι και έγινε. Την επόμενη μέρα ο Κωστίκας παίρνει την γυναίκα του και τρέχουν στον γιατρό και του λένε πως έγινε. Ο γιατρός τότε λέει στον Κωστίκα:
- Κοίτα να δεις... Θα κάτσεις να γαμήσεις την γυναίκα σου και μόλις αισθανθείς να σε δαγκώνει ο κάβουρας θα τραβηχτείς.
- Μα τι λες γιατρέ θα μου τον κόψει. Ας το κάνει άλλος. Ο γιατρός του λέει ότι θα το κάνει αυτός. Βάζει από κάτω την γυναίκα του Κωστίκα και αρχίζει. Περνά μισή ώρα και ο Κωστίκας ρωτάει αν τσιμπάει.
- Όχι ακόμα, απαντά ο γιατρός.
Περνάει μια ώρα και ρωτάει ο Κωστίκας αν τσιμπάει ξανά.
- Όχι ακόμα απαντά ο γιατρός.
Περνάνε δυο ώρες και ρωτάει ο Κωστίκας αν τσιμπάει ξανά.
Ρε γιατρέ δεν χύνεις τουλάχιστον να τον πνίξουμε;
Ήταν μια φορά ένας Άγγλος, ένας Γερμανός και ένας πόντιος, και είχαν χαθεί στη ζούγκλα. Σε μια στιγμή βλέπουν ένα λιοντάρι. Πιάνει ο Άγγλος μια πέτρα και την πετάει στο λιοντάρι, αυτή το πετυχαίνει στο δόξα πατρί και το λιοντάρι πέφτει κάτω νεκρό. Ενθουσιασμένοι οι άλλοι δύο, κοιτάζουν τον Άγγλο όλο απορία και συνεχίζουν να περπατάνε.
Μετά από λίγο βλέπουν ακόμα ένα λιοντάρι, πιο μεγάλο αυτή τη φορά, να έρχεται κατά πάνω τους. Πιάνει ο Γερμανός μια πέτρα, πιο μεγάλη, την πετάει στο λιοντάρι και αυτό πέφτει κάτω ξερό. Κατενθουσιασμένοι οι άλλοι δύο και χωρίς φόβο πλέον, συνεχίζουν το περπάτημα.
Σε λίγο, βλέπουν μια αγέλη από λιοντάρια να έρχεται κατά πάνω τους. Πανικοβλημένοι τώρα, κοιτάζουν γύρω τους και σκέφτονται:
- Ούτε πέτρες, ούτε ξύλα, ούτε ... Τίποτα δε μας σώζει τώρα. Να το βάλουμε στα πόδια!
Αρχίζουν, λοιπόν, να τρέχουν. Ο Άγγλος και ο Γερμανός βρίσκουν ένα ψηλό δέντρο και σκαρφαλώνουν πάνω του, ο πόντιος, όμως, κάθεται από κάτω.
- Βρε, ανέβα πάνω, του λένε οι άλλοι.
- Όχι, απαντά ο πόντιος.
Τα λιοντάρια συνεχίζουν να πλησιάζουν.
- Ανέβα πάνω, του ξαναλένε, θα `ρθουν και θα σε φάνε.
- Γιατί! Εγώ έριχνα τις πέτρες;, απαντά ο πόντιος.
Ήτανε κάποτε ένας μούτσος εξήντα εκατοστά, που δούλευε σε ένα μεγάλο καράβι. Κάποτε τον φώναξε ο καπετάνιος και του είπε:
- "Aν γυαλίσεις πολύ καλά το κατάστρωμα, έτσι ώστε να γλυστρίσει κάποιος από το πολύ γυάλισμα, τότε θα εμφανιστεί ένα τζίνι. Εσύ μπορείς να του πεις μόνο μια ευχή, αλλά πρόσεχε γιατί είναι λίγο κουφό!"
Έτσι και έκανε ο μούτσος που ήταν εξήντα εκατοστά και του εμφανίστηκε το τζίνι. Τότε ο μούτσος του είπε ότι θέλει τριάντα σακιά λίρες, όμως το τζίνι του έφερε τριάντα σακιά μπύρες! Τότε πηγαίνει ο μούτσος στον καπετάνιο και του λέει:
- "Τι είναι αυτά τα πράγματα; Εγώ ζήτησα τριάντα σακιά λίρες και μου έφερε τριάντα σακιά μπύρες!"
Τότε γυρνάει ο καπετάνιος και του λέει:
- "Tι, νομίζεις ότι εγώ του ζήτησα εξήντα εκατοστά μούτσο;"