Δημοφιλή ανέκδοτα

Πεθαίνει ένας μηχανικός και πάει στις πύλες του Παραδείσου. Εκεί ο Άγιος Πέτρος τον ρωτάει:
- Τί δουλειά έκανες;
- Ήμουν μηχανικός, απαντάει.
- Τότε δεν ήρθες στο σωστό μέρος. Στην Κόλαση θα πας. Οπότε πάει στην Κόλαση, όπου ο Σατανάς τον δέχεται. Όμως ο μηχανικός δεν είναι καθόλου ευχαριστημένος από τις παροχές και τις ανέσεις της Κόλασης. Οπότε, πιάνει δουλειά και αρχίζει να βελτιώνει τα πράγματα. Φτιάχνει ασανσέρ, βάζει κλιματισμό, βάζει καζανάκι στις τουαλέτες κλπ. Σε κάποια φάση λοιπόν, τηλεφωνάει ο Θεός τον Σατανά και τον ρωτάει:
- Τί γίνεται εκεί;
- Ε, μια χαρά. Τα πράγματα έχουν βελτιωθεί πολύ εδώ, απαντά εκείνος.
- Τί μου λες; Πώς έγινε αυτό;
- Ε, να ήρθε ένας μηχανικός και έχει βελτιώσει τα πράγματα, έβαλε κλιματισμό, ασανσέρ, καζανάκι στις τουαλέτες κλπ.
- Μηχανικός; Τί δουλειά έχει εκεί; Στείλε τον στον Παράδεισο.
- Τί λες ρε; Δεν στον δίνω.
- Δώσε τον, γιατί αλλιώς θα σου κάνω μήνυση.
- Και πού θα βρεις δικηγόρο;
Ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας πάει στην Ιαπωνία για κάτι δουλειές. Φτάνει το απόγευμα και είχε την επόμενη μέρα ένα σημαντικό ραντεβού και μετά, σε περίπτωση που έκλεινε τη συμφωνία, μια παρτίδα γκολφ με τους νέους του συνεργάτες.
Όμως, επειδή ήθελε να δοκιμάσει την παράδοση των Γιαπωνέζων εκδιδόμενων γυναικών, πήρε μια γκέισα για μια νύχτα. Ενώ ήταν λοιπόν μέσα στο πάθος, ξαφνικά ξεφωνίζει αυτή «KAWASAKI!». Aυτός φυσικά δεν καταλάβαινε αλλά φαντάστηκε ότι είναι η επιβράβευση του για το ότι ήταν πολύ καλός.
Συνέχισε λοιπόν πιο δυνατά και άρχισε αυτή «KAWASAKI! KAWASAKI!» ώσπου τελικά δεν άντεξε και σηκώνεται και φεύγει πριν αυτός καταλάβει τί γίνεται.
- «“Ημουν πολύ καλός γι” αυτήν φαίνεται» σκέφτεται και πέφτει για ύπνο. Την άλλη μέρα πάει στο συμβούλιο και αφού κλείνει τη συμφωνία των πολλών εκατομμυρίων δολλαρίων τον καλούν για μια παρτίδα γκολφ. Εκεί, σε μια πολύ μακρινη βολή καταφέρνει και βάζει το μπαλάκι με την πρώτη και για Να δείξει ότι έμαθε και Ιαπωνικά, φωνάζει «KAWASAKI!» Οι Ιαπωνέζοι συνεργάτες του τον κοιτάνε περίεργα και τον ρωτάνε:
- Τί εννοείς “λάθος τρύπα’;
Τρείς μεθυσμένοι, ανεβασμένοι στην κορυφή ενός ουρανοξύστη, κοιτάνε το έδαφος 600 μέτρα κάτω και ξαφνικά λέει ο ένας:
- Ρε παιδιά, αισθάνομαι τόσο καλά που νομίζω ότι θα πετάξω.
Δίνει λοιπόν μια βουτιά και αρχίζει να πέφτει. Κι εκεί που πήγε να τσακιστεί 10 μέτρα από το έδαφος, δίνει μια και ξανανεβαίνει πάνω, εκεί που ήταν οι άλλοι δύο. Μόλις το βλέπει αυτό ο δεύτερος λέει:
- Μάγκες, σειρά μου να πετάξω, και βαράει βουτιά στο κενό.
Σε αντίθεση με τον πρώτο όμως, αυτός τσακίζεται και γίνεται αλοιφή στο πεζοδρόμιο… Γυρνάει τότε ο τρίτος και λέει στον πρώτο:
- Ρε Σούπερμαν, όταν μεθάς γίνεσαι πολύ μακάκας…
Ήταν κάποιος που μόλις είχε αγοράσει ένα καινούργιο αυτοκίνητο. Οδηγώντας προς το σπίτι του, συναντάει στο δρόμο μια γιαγιά, η οποία του ζητά να την πάει στο χωριό.
Μπαίνει μέσα στο αμάξι η γιαγιά και ο οδηγός ξεκινά γρήγορα, βγαίνει στην εθνική οδό και ανεβάζει ταχύτητα 100, 150, 200 και πιάνει 250χλμ/ώρα τελική. Όπως πηγαίνει γρήγορα, πατάει και σκοτώνει μια χελώνα. Αρχίζει η γιαγιά να φωνάζει και να λέει «σκότωσες το ζώο του θεού, τί έκανες, πάει το ζωντανό». Αυτός νευριασμένος γυρνάει και της λέει:
- Γιαγιά ξέρεις να οδηγείς;
- Όχι, απαντά η γιαγιά.
- Τότε σκάσε, της λέει όλο νεύρα ο οδηγός.
Παρακάτω χτυπά μια αγελάδα και η γιαγιά αρχίζει να λέει πάλι «σκότωσες το ζώο του θεού, τί έκανες κακούργε!». Αυτός πολύ νευριασμένος γυρνά και της λέει:
- Γιαγιά ξέρεις να οδηγείς;
- Όχι, απαντά η γιαγιά.
- Τότε σκάσε, της ξαναλέει ο οδηγός.
Η γιαγιά σκέφτεται ότι δεν μπορεί να συνεχισθεί αυτό και παρακάτω αν την ξαναρωτήσει, θα απαντήσει ναι. Παρακάτω λοιπόν, καθώς έτρεχε με 250χλμ/ώρα, χτυπάει ένα ζευγάρι ηλικιωμένωνν που έβγαινε από την εκκλησία. Αρχίζει να φωνάζει πάλι η γιαγιά «τί έκανες, σκότωσες τους χριστιανούς» και τότε ο οδηγός γυρνά νευριασμένος και της λέει:
- Γιαγιά ξέρεις να οδηγείς;
- Ναι, απαντά αυτή τη φορά η γιαγιά.
- Ε τότε, πού είναι το φρένο;
Μόλις έχει βρέξει και στο σπίτι το αντρόγυνο συζητά περί φαγητού. «Πήγαινε Μήτσο μου να μαζέψεις σαλιγκάρια, καιρό έχουμε να φάμε», προτείνει η σύζυγος στον άντρα της. «Καλή ιδέα», απαντά αυτός, και ξεκινά την αναζήτηση.
Πράγματι, πολλά τα σαλιγκάρια, πέρασε γρήγορα η ώρα, ώσπου κάποια στιγμή το απόγευμα εκεί που μάζευε ο Μήτσος βλέπει ένα φίλο του.
- Ρε συ, πάμε να πιούμε κανά κρασάκι, του λέει ο φίλος του.
- Μπα, θα με σκοτώσει η γυναίκα μου. Άστο καλύτερα.
- Πάμε ρε, καιρό έχουμε να τα πούμε, επέμενε ο άλλος.
Τελικά κατάφερε να τον πείσει και βρέθηκαν να τα πίνουν με τις ώρες. Το ένα ποτήρι κρασί έφερε το άλλο και πήγε η ώρα περασμένα μεσάνυχτα. Μόλις το παίρνει χαμπάρι ο Μήτσος λέει:
- Θα με σκοτώσει η γυναίκα μου. Της είπα ότι πάω για σαλιγκάρια και λείπω όλη μέρα.
Παίρνει λοιπόν τα σαλιγκάρια του και τρέχει προς το σπίτι. Φτάνοντας στο κατώφλι του σπιτιού του, βλέπει το φως αναμμένο. Αντιλαμβανόμενος τί έχει να ακούσει από τη γυναίκα του που τον περίμενε, ανοίγει τη σακούλα και σκορπάει τα σαλιγκάρια κάτω. Τότε ανοίγει την πόρτα και βλέπει τη σύζυγό του έτοιμη να του ορμήξει με το τηγάνι στο χέρι. Αμέσως ο Μήτσος γυρίζει το κεφάλι του προς τα πίσω και κάνοντας πως μιλάει στα σαλιγκάρια, λέει:
- Έλα, άλλο λίγο και φτάσαμε!
Ήταν κάποτε ένας άνεργος ηθοποιός ο οποίος είχε απελπιστεί να ψάχνει για δουλειά. Κάποια μέρα συναντά τυχαία έναν τύπο από τον ζωολογικό κήπο, που ψάχνει για ηθοποιούς. Του εξηγεί ότι οικονομικοί λόγοι, δεν τους επιτρέπουν να φέρουν έναν αφρικανικό γορίλα και ότι αναζητούν έναν ηθοποιό που θα παραστήσει τον γορίλα, μέχρις ότου συγκεντρωθεί το ποσό για την αγορά του αληθινού ζώου. Αν και του φάνηκε κάπως ανόητη η δουλειά αυτή, ο ηθοποιός τη δέχτηκε.
Τις πρώτες ημέρες καθόταν μέσα στο κλουβί του, σχεδόν ακίνητος και σκεπτόταν ότι δεν είναι δυνατόν να είναι τόσο ηλίθιοι οι επισκέπτες, που να νομίζουν ότι αυτός είναι αληθινός γορίλας. Κάποια στιγμή βαρέθηκε και αποφάσισε να εξερευνήσει το μικρό κλουβί του. Τη στιγμή που αποφάσισε να κινηθεί, πρόσεξε ότι ο κόσμος απ” έξω,παρατηρούσε προσεκτικά κάθε του κίνηση. Αποφάσισε έτσι, να κάνει το πρόγραμμα πιο ελκυστικό και να τους δώσει ένα σόου. Λίγες μέρες αργότερα, βρίσκει τον εαυτό του να κρέμεται από τα κλαδιά ενός δέντρου με το ένα χέρι, να χορεύει βγάζοντας κτηνώδεις ήχους και με αυτόν τον τρόπο, να έχει μαζέψει ένα μικρό πλήθος έξω από το κλουβί του. Κάποια στιγμή, προσπαθώντας να εντυπωσιάσει μερικά παιδιά που έχουν πλησιάσει στο κλουβί, κρέμεται με τα χέρια του από ένα κλαδί κάνοντας μερικά ακροβατικά.
Όμως το χέρι του ξεφεύγει και πετώντας πάνω από τον μεσότοιχο, προσγειώνεται κατευθείαν μέσα στο κλουβί του λιονταριού. Το λιοντάρι τον αντιλαμβάνεται κι αρχίζει να τον πλησιάζει απειλητικά. Ο ηθοποιός οπισθοχωρεί όσο μπορεί και βλέποντας ότι το λιοντάρι πλησιάζει, αρχίζει να φωνάζει:
- Βοήθεια! Βοήθεια! Παρακαλώ, βοηθήστε με!
Με αυτές τις κραυγές το λιοντάρι τον πλησιάζει σβέλτα και του ψιθυρίζει:
- Σκάσε ηλίθιε, έτσι που τσιρίζεις, θα μας απολύσουν όλους από εδώ μέσα.
Σάββατο πρωί και ο Μπάμπης αφού ξεκίνησε για το γκολφ, θυμήθηκε ότι ξέχασε να πει στη γυναίκα του ότι ο μάστορας θα έρθει το μεσημέρι να επισκευάσει το πλυντήριο. Πληκτρολογεί στο κινητό τον αριθμό του σπιτιού του και ακολουθεί ο εξής διάλογος:
- Ορίστε!, λέει η φωνή ενός μικρού κοριτσιού.
- Γειά σου, κοριτσάκι μου, ο μπαμπάς είμαι. Είναι η μαμά κοντά;
- Όχι, μπαμπά, πάνω στη κρεβατοκάμαρα είναι με το θείο Φίλιππο, απαντάει η μικρή.
- Μα δεν έχεις ένα θείο Φίλιππο, κορίτσι μου!, λέει ο Μπάμπης μετά από λίγη σκέψη.
- Ναι, έχω και είναι επάνω με τη μαμά!
- Εντάξει, λοιπόν. Τώρα θα κάνεις αυτό που θα σου πώ. Άσε το τηλέφωνο, τρέχα επάνω, χτύπα την πόρτα της κρεβατοκάμαρας και φώναξε στη μαμά και στο θείο Φίλιππο ότι μόλις τώρα έφτασε το Αυτοκινητό μου μπροστά από το σπίτι.
- Έγινε, μπαμπά!
Πέρασαν λίγα λεπτά και γύρισε το παιδί στο τηλέφωνο.
- Μπαμπά, μπαμπά, έκανα αυτά που είπες.
- Και τι έγινε, κοπελίτσα μου;
- Η μαμά σηκώθηκε αμέσως από το κρεβάτι ολόγυμνη και έτρεχε γύρω-γύρω τσιρίζοντας. Σκόνταψε στο χαλί, έπεσε έξω απ’ το παράθυρο και τώρα είναι νεκρή.
- Θεέ μου! Και ο θείος;
- Σηκώθηκε κι αυτός γυμνός και φοβισμένος πήδηξε από το παράθυρο στην πισίνα αλλά μάλλον ξέχασε ότι έβγαλες τα νερά τη περασμένη εβδομάδα για να την καθαρίσεις και χτύπησε στο τσιμέντο. Είναι κι αυτός πεθαμένος.
Έπειτα, μετά από ένα μεγάλο διάλειμμα, μονολογεί ο Μπάμπης:
- Πισίνα; Μα δεν έχουμε πισίνα… Δεν κάλεσα στο 210-123456;
Ήταν κάποτε σε ένα πάρκο δύο αγάλματα. Ένας άντρας και μία γυναίκα και κοιτάζονταν. Τα χρόνια περνούσαν και τα αγαλματα συνέχιζαν να κοιτάζονται. Οι αιώνες περνούσαν και τα αγάλματα κοιτάζονταν. Κάποια στιγμή που ο θεός βαρέθηκε να βλέπει τα αγάλματα να κοιτάζονται λέει:
- Θα τα κάνω αληθινά να γλυτώσω από δαύτα.
Έτσι λοιπόν τα κάνει αληθινά. Αμέσως το ζευγάρι τρέχει πίσω απο ένα θάμνο. Κρύβονται… κλαδιά Κουνιούνται… θόρυβοι ακούγονται… Μετά απο λίγο βγαίνει η γυναίκα, βγαίνει κι ο άντρας.
Λέει η γυναίκα:
- Ωραίο αυτό, να το ξανακάνουμε!
- Σίγουρα ήταν πολύ ωραίο! Αλλά αυτή τη φορά εσύ θα κρατάς τα περιστέρια κι εγώ θα τα χέζω!
Ήταν μια φορά ένας Έλληνας, ένας Γερμανός και ένας Ιταλός οι οποίοι είχαν ατύχημα στην εθνική οδό και σκοτώθηκαν. Οι τρεις τους πήγαν στον ουρανό, όπου και συνάντησαν τον άγιο Πέτρο.
Ο Άγιος Πέτρος τους λέει πως για να πάνε στον παράδεισο, έπρεπε ο καθένας τους να πετάξει από ένα μικρό αντικείμενο στον ωκεανό.
Αν ο Άγιος Πέτρος το έβρισκε, τότε θα τους έστελνε στην κόλαση, ενώ αν δεν το έβρισκε θα τους έστελνε στον παράδεισο.
Ξεκινάει ο Ιταλός και πετάει μια τρίχα από τα μαλλιά του. Βουτάει ο Άγιος Πέτρος και μέσα σε 10 λεπτά είχε βρει την τρίχα, οπότε στέλνει τον Ιταλό στην κόλαση.
Έρχεται η σειρά του Γερμανού, ο οποίος πετάει ένα κουμπί στον ωκεανό. Βουτάει ο άγιος Πέτρος και 2 ώρες μετά βγαίνει με το κουμπί στο χέρι και στέλνει τον Γερμανό στην κόλαση.
Τελευταίος ο Έλληνας πετάει και αυτός ένα μικρό αντικείμενο στον ωκεανό. Βουτάει ο άγιος Πέτρος και ψάχνει για 1, 2, 3… ώρες αλλά τίποτα. Βγαίνει ο άγιος Πέτρος από τα νερά και του λέει:
- Έλληνα, ό,τι και να πέταξες, δεν μπορώ να το βρω, γι’αυτό λοιπόν θα σε στείλω στον παράδεισο. Λύσε μου όμως την απορία. Τί ήταν το αντικείμενο που πέταξες τέκνο μου;
Και ο Έλληνας του απαντάει:
- Ντεπόν αναβράζον!