Μια μέρα του καλοκαιριού ήταν στην παραλία ένας Αγγλος, ένας Γάλλος και ένας Έλληνας. Ξαφνικά ήρθε ένας μαυροφορεμένος άνθρωπος και τους είπε:
- Είμαι ο Χάρος, ήρθε η ώρα σας.
- Μα γιατί; Είμαστε νέοι ακόμα!
- Καλά, θα σας δώσω μία τελευταία ευκερία. Ένας ένας θα πετάξει και από ένα αντικείμενο στη θάλασσα, θα στείλω τους βοηθούς μου τα Χαράκια να το βρουν!
Αμα το βρουν θα σας κόψω το κεφάλι, άμα δεν το βρουν θα σας χαρίσω τη ζωή σας.
Πάει ο Αγγλος σκέφτεται, σκέφτεται, σκέφτεται και τελικά κάτι έριξε.
Έστειλε ο Χάρος τους βοηθούς του και μετά από περίπου 1 ώρα ήρθαν και τον ρώτησαν:
- Δικό σου είναι αυτό το κουμπί;
- Ναι.
Χρακ το κεφάλι!
Πάει ο Γάλλος σκέφτεται, σκέφτεται, σκέφτεται και τελικά κάτι έριξε.
Στέλνει ο Χάρος τους βοηθούς του, και μετά από 2 ώρες ήρθαν και ρώτησαν τον Γάλλο:
- Δική σου είναι αυτή η τρίχα;
- Ναι
Χρακ το κεφάλι!
Πάει και ο Έλληνας σκέφτεται, σκέφεται, σκέφτεται. Τελικά κάτι έριξε κάτι και ο Έλληνας.
Έστειλε ο Χάρος τους βοηθούς του και περιμένει, περιμένει και μετά από 5 ώρες ήρθαν και είπαν στο Χάρο:
- Αφεντικό, δεν βρήκαμε τίποτα.
Και τότε ο Χάρος στον Έλληνα:
- Καλά! Σου χαρίσω τη ζωή σου. Αλλά πές μου, τι στο καλό έριξες;
Και ο Έλληνας απαντά με καμάρι:
- Ένα ντεπόν αναβράζον!
Ένας βλάχος ενώ κυκλοφορούσε κοντά σε ένα σχολείο στην Αθήνα, άκουσε τον δάσκαλο να λέει στους μαθητές:
- Μάθετε ρε μοσχάρια γράμματα για να γίνετε άνθρωποι!
Τρελάθηκε ο βλάχος. Δεν το ήξερα λέει ότι όταν μάθουν τα μοσχάρια γράμματα γίνονται άνθρωποι...
Μια και δυο πηγαίνει στο χωριό του και αφού παίρνει ένα μοσχάρι από το κτήμα του, γυρνάει στο σχολείο. Πηγαίνει στον επιστάτη και του λέει ότι θέλει να αφήσει το μοσχαράκι του να μάθει γράμματα για να γίνει άνθρωπος και πότε πρέπει να έρθει να το πάρει.
Ο επιστάτης πονηρά σκεπτόμενος του λέει να έρθει σε τρία χρόνια να το πάρει.
Πραγματικά ο βλάχος μετά από τρία χρόνια, συνεπής στο ραντεβού του, πάει στο σχολείο. Συναντάει ένα καινούργιο επιστάτη και τον ρωτάει για την τύχη του μόσχου του.
- Παρακαλώ ήρθα να πάρω τον μόσχο μου.
(Συμπτωματικά τον διευθυντή του σχολείου τον έλεγαν Μόσχο)
- Τον Κ. Μόσχο; ρωτάει ο επιστάτης.
- Όοπα! Κύριος; το μοσχαράκι μου;
- Δεν σας καταλαβαίνω του λέει ο επιστάτης, αλλά αν θέλετε τον Κύριο Μόσχο περάστε στην τρίτη πόρτα δεξιά.
Πηγαίνει λοιπόν ο βλάχος μας συγκινημένος και βλέπει ένα κουστουμαρισμένο και κομψό κύριο.
- Μοσχαράκι μου! του λέει, τι κάνεις; με θυμάσαι;
- Σας παρακαλώ κύριε... του λέει ο διευθυντής.
- Μοσχαράκι μου δεν με θυμάσαι που σε έφερα από το χωριό, έμαθες γράμματα και έγινες άνθρωπος, σε μένα το χρωστάς.
- Περάστε έξω κύριε αλλιώς θα φωνάξω την αστυνομία.
Εξωργισμένος ο βλάχος φεύγει και σε μια εβδομάδα επιστρέφει με μια αγελάδα στο σχολείο.
Νευριασμένος ανοίγει την πόρτα του διευθυντή κρατώντας τον από τα πετά και δείχνοντας του την αγελάδα του λέει:
- Καλά ρε πούστη, εμένα δεν με θυμάσαι, την μάνα σου ρε δεν την θυμάσαι;
Ο Ζωολογικός κήπος αποφάσισε να χαρίσει την ελευθερία σε μια ζέβρα που γεννήθηκε και μεγάλωσε μαζί τους. Έτσι την έστειλαν σε ένα ήρεμο αγρόκτημα.
- Όταν έφθασε εκεί, στο πρώτο ζώο που συνάντησε είπε:
- Είμαι η ζέβρα, εσύ τι είσαι; - Είμαι η αγελάδα, απάντησε αυτή.
- Και τι κάνεις εδώ; Ρώτησε η ζέβρα; - Κάνω γάλα για τον αφέντη μου και μου το αρμέγουν κάθε μέρα, απάντησε η αγελάδα. Πιο κάτω, συνάντησε άλλο ζώο.
- Είμαι η ζέβρα, εσύ τι είσαι; - Είμαι η κότα, απάντησε αυτή.
- Και τι κάνεις εδώ; Ρώτησε πάλι η ζέβρα.
- Κάνω αυγά για το αφεντικό μου κάθε μέρα, απάντησε η κότα. Πιο κάτω συνάντησε ένα άλογο.
- Είμαι η ζέβρα, εσύ τι είσαι; - Είμαι ένα άλογο, απάντησε αυτό.
- Και τι κάνεις εδώ; ξαναρώτησε η ζέβρα.
- Βγάλε τις πιτζάμες σου, για να σου δείξω.
·Ένας σκύλος μπαίνει σε ένα κρεοπωλείο, πλησιάζει τον χασάπη και του γαυγίζει.
Ο χασάπης τον ρωτάει τι θέλει. Ο σκύλος πηγαίνει εκεί που ήταν το χοιρινό και γαυγίζει. Ο χασάπης πάλι με την σειρά του τον ρωτάει πόσες χοιρινές μπριζόλες θέλει. Ο σκύλος γαυγίζει τέσσερις φορές, και αμέσως πηγαίνει δίπλα στο ταμείο για να πάρει το ανάλογο ποσό ο χασάπης από το πορτοφόλι που είχε
Στο περιλαίμιο του. Ο χασάπης παίρνει τα χρήματα και φορτώνει το σκύλο με το κρέας.
Παραξενευμένος ένας πελάτης αποφασίζει να παρακολουθήσει το σκύλο. Μετά από μερικά τετράγωνα, ο σκύλος πηγαίνει σε κάποιο σπίτι και γρατζουνά την πόρτα.
Και μετά από λίγο το αφεντικό του, του ανοίγει την πόρτα.
Ενθουσιασμένος ο παρατηρητής φωνάζει στο αφεντικό του σκύλου:
- Κύριε μου έχετε ένα πολύ έξυπνο σκύλο!
- Μπα, δεν είναι και τόσο έξυπνο... πάλι ξέχασε τα κλειδιά του...
Αυτό είναι θράσος!
Πάει κάποιος σε ένα μπαρ. Μπαίνει μέσα και λέει του μπάρμαν:
- Βάλε ένα ουίσκι για μένα, ένα για σένα και κέρνα όλο το μαγαζί.
Τα βάζει ο μπάρμαν, πίνουν όλοι και ξαφνικά ο τύπος το βάζει στα πόδια και εξαφανίζεται χωρίς να προλάβουν να τον πιάσουν.
Την επόμενη μέρα, ο θρασύτατος επιστρέφει στο μπαρ. Έλειπε ο μπάρμαν που ήταν εκεί την προηγούμενη και είναι το αφεντικό. Λέει ο τύπος τα ίδια στο αφεντικό:
- Βάλε ένα ουίσκι για μένα, ένα για σένα και κέρνα όλο το μαγαζί.
Πίνουν τα ποτά και πάει ο τύπος να το σκάσει. Πριν προλάβει όμως να φτάσει στην πόρτα, το πιάνουν οι μπράβοι του μαγαζιού και τον κάνουν τόπι στο ξύλο...
Την επομένη ξανάρχεται στο μπαρ. Μπαίνει μέσα και λέει του αφεντικού:
- Βάλε ένα ουίσκι για μένα και κέρνα όλο το μαγαζί. Εσένα δεν σε κερνάω γιατί όταν πίνεις δεν ξέρεις τι κάνεις!
Ήταν ο Τοτός με άλλα 2 παιδιά μέσα στο γραφείο του διευθυντή στο σχολείο. Λέει ο διευθυντής:
- Τι έκανες εσύ Γιώργο;
- Πέταξα μια καρέκλα στην καθηγήτρια, λέει αυτός.
- 2 μέρες αποβολή, του λέει ο διευθυντής.
- Τι έκανες εσύ Κώστα;
- Έβρισα την καθηγήτρια, λέει αυτός.
- 3 μέρες αποβολή! λέει ο διευθυντής.
- Τι έκανες εσύ Τοτέ;
- Πέταξα το στραγαλάκι στον τοίχο, λέει αυτός.
- Πήγαινε αμέσως στην τάξη, του λέει.
Την άλλη μέρα ήταν παλι στο γραφείο ο Τότος με αλλά 2 παιδιά. Λέει ο διευθυντής:
- Τι έκανες εσύ Γιώργο;
- Πέταξα μια καρέκλα στην καθηγήτρια, λέει αυτός.
- 2 μέρες αποβολή, του λέει ο διευθυντής.
- Τι έκανες εσύ Κώστα;
- Έβρισα την καθηγήτρια, λέει αυτός.
- 3 μέρες αποβολή! λέει ο διευθυντής.
- Τι έκανες εσύ Τοτέ;
- Πέταξα το στραγαλάκι στο τοίχο, λέει αυτός.
- Πήγαινε αμέσως στην τάξη, του λέει.
Την άλλη μέρα πάλι ο Τοτός με 2 παιδιά στο γραφείο και ένα παιδί που ήταν με όλο του το σώμα στο γύψο. Ρωτάει ο διευθυντής:
- Τι έκανες εσύ Γιώργο;
- Πέταξα μια καρέκλα στην καθηγήτρια, λέει αυτός.
- 2 μέρες αποβολή, του λέει ο διευθυντής.
- Τι έκανες εσύ Κώστα;
- Έβρισα την καθηγήτρια, λέει αυτός.
- 3 μέρες αποβολή!,λέει ο διευθυντής.
- Εσύ τι έκανες Τοτέ;
- Πέταξα το στραγαλάκι στον τοίχο κύριε, λέει αυτός.
Και ποιος είναι αυτός που έφερες μαζί σου Τοτέ; ρωτάει ο διευθυντής.
Ο Στραγαλάκης κύριε!
Ήταν κάποτε ένας Πόντιος, ένας μαύρος και ένας Κινέζος... Ήταν άνεργοι και έψαχναν για δουλειά. Βλέπουν μια πινακίδα:
ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΒΟΗΘΟΣ ! Πάει να δοκιμάσει ο μαύρος την τύχη του. Το αφεντικό εν τω μεταξύ ήταν ρατσιστής, όποτε τον πετάει έξω με τις κλοτσιές... Πάει ο Κινέζος, αλλά και αυτός φεύγει απογοητευμένος για τον ίδιο λόγο. Πάει και ο Πόντιος τον βλέπει το αφεντικό, τον κοιτάει καλά καλά και του λέει με ένα σίγουρο ύφος:
- Προσλαμβανεσαι!
Και του λέει ακόμα ότι θα αρχίσει δουλειά αύριο στις 7 το πρωί... Βγαίνει έξω από το μαγαζί ο Πόντιος και λέει στον Κινέζο (που μένανε στο ίδιο δωμάτιο) να τον ξυπνήσει αύριο στις 7 παρά τέταρτο για να έρθει να πιάσει δουλειά. Ο Κινέζος λέει εντάξει, αλλά από μέσα του λέει ότι δεν πρόκειται.
Το πρωί ο Κινέζος βάφει τον Πόντιο με μαύρη μπόγια και ο Πόντιος είναι ολόιδιος ο μαύρος. Ύστερα τον ξυπνάει στις 7 παρά πέντε. Ο Πόντιος αφού κατεβάζει Χριστοπαναγιές τρέχει να προλάβει. Στις 7 ήταν εκεί. Με το που τον βλέπει το αφεντικό (ο ρατσιστής) τον πετάει έξω επειδή νόμιζε ότι ήταν ΠΑΛΙ ο μαύρος. Κοιτάζεται ο Πόντιος στον καθρέφτη και συλλογίζεται:
- Βρε το βλάκα τον Κινέζο... Τον μαύρο πήγε και ξύπνησε!
Τρεις τύποι δουλεύουν όλοι μαζί σε ένα εργοστάσιο. Κάθε μέρα, διαπιστώνουν ότι το αφεντικό τους φεύγει νωρίς από το εργοστάσιο, αφήνοντάς τους μόνους να συνεχίσουν την δουλειά.
Μια μέρα, αποφασίζουν να φύγουν κι αυτοί πιο νωρίς απο τη δουλειά, αν το αφεντικό τους παρατήσει τόσο νωρίς. Έτσι, κι έγινε... Ο πρώτος πάει στο σπίτι του και πέφτει νωρίς νωρίς για ύπνο, έτσι ώστε να είναι ξεκούραστος το πρωί που θα ξυπνήσει. Ο δεύτερος εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και μαγείρεψε φαγητό για την γυναίκα και τα παιδιά του που θα γύριζαν αργότερα και έτσι θα τους έκανε και έκπληξη. Ο τρίτος πηγαίνει σπίτι του και προχωράει προς την κρεβατοκάμαρα. Ανοίγει σιγά την πόρτα και βλέπει την γυναίκα του στο κρεβάτι μαζί με το αφεντικό του. Κλείνει την πόρτα ακόμη πιό προσεκτικά και φεύγει. Την επόμενη μέρα, οι άλλοι δύο σχεδιάζουν να ξαναφύγουν νωρίς αν το αφεντικό αποχωρήσει νωρίτερα. Ρωτάνε τον τρίτο τύπο, αν θα γίνει η δουλειά όπως την προηγούμενη, και εκείνος απαντά:
- ΟΧΙ, ΟΧΙ... Με τίποτα. Απορημένοι εκείνοι, τον ρώτησαν:
- Γιατί όχι βρε σύ; - Επειδή εχτές που έφυγα, παραλίγο να με πιάσει...
Ήταν ένας τύπος κακομοίρης , μικροκαμωμένος , που είχε μία γυναίκα νταρντάνα που τον καταπίεζε ! Κάθε μέρα πήγαινε στη δουλειά , μετά γύριζε , μαγείρευε , έπλενε τα πιάτα , σκούπιζε , σφουγγάριζε , και έτρωγε και μερικές σφαλιάρες έτσι για να περνάει η ώρα της γυναίκας του .
Αυτή πάντα με τα καλλυντικά στο χέρι , αραγμένη στη τηλεόραση κλπ κλπ ...
Πήγαινε λοιπόν ο άμοιρος σε έναν ψυχολόγο , μήπως και καταφέρει να κάνει τίποτα , γιατί δεν πήγαινε άλλο ...
Μετά από έναν μήνα λοιπόν ψυχολογικής υποστήριξης , του λέει ο ψυχολόγος " λοιπόν φίλε μου , είσαι έτοιμος ! Να πας σπίτι σου , και να δείξεις ποιο είναι το αφεντικό ! Να την σκίσεις τη γάτα ! ".
Αναπτερωμένος λοιπόν ο φίλος μας , πάει σπίτι του όλο τσαμπουκά ! Μπαίνει μέσα , και βλέπει τη γυναίκα του αραγμένη όπως πάντα στη τηλεόραση . Παίρνει βαθιά ανάσα , και αρχίζει να της φωνάζει !
" Κοίταξε να σου πω ! Πρέπει να καταλάβεις ποιο είναι το αφεντικό εδώ μέσα ! Πάω να κάνω ένα μπανάκι ! Μόλις βγω , έξω το φαΐ ζεστό στο τραπέζι ! Θα ρίξω και έναν ύπνο , και μετά θα φορέσω το καλό μου κουστούμι και θα βγω έξω ΜΟΝΟΣ μου ! Το καταλαβαίνεις αυτό ; Και μάντεψε ποιος θα μου βάλει το κουστούμι ! ".
Απαθής η τύπισσα , γυρίζει , τον κοιτάζει και του λέει ...
" Ο νεκροθάφτης μωρό μου ; "