φρέσκα ανέκδοτα

Χτυπάει το τηλέφωνο στο σπίτι του Κωστίκα:
- Έλα Κωστίκα, ο Γιωρίκας είμαι. Θα έρθω από την Γερμανία και θέλω αν γίνεται να με φιλοξενήσεις.
- Και βέβαια φίλε μου. Ότι θέλεις.
- Να αν γίνεται, επειδή θα έρθω με την Ferrari, αν γίνεται να φτιάξεις ένα υπόστεγο για να την βάλω μέσα, για να μην βρέχεται ή μου τη σπάσει ή κλέψει κανένας.
- Και βέβαια. Θα ξεκινήσω αμέσως.
Ξεκινάει να χτίζει ο Κωστίκας, τον βλέπει ο γείτονας:
- Τι κάνεις εκεί, ρε Κωστίκα;
- Πω πω, γείτονα. Μεγάλη χαρά. Έρχεται ο Γιωρίκας από την Γερμανία και του φτιάχνω ένα υπόστεγο να βάλει μέσα τη Ferrari για να την προστατέψει.
- Μπράβο Κωστίκα. Καλά κάνεις.
Περνάει μια βδομάδα, δυο βδομάδες. Βγαίνει ο γείτονας στο μπαλκόνι και βλέπει ένα τεράστιο υπόστεγο.
- Τι κάνει αυτός ο Κωστίκας, θα σκάσω. Ρε Κωστίκα, τι κάνεις εκεί πέρα;
- Αχ γείτονα, κακό που με βρήκε, που να στα λέω. Με πήρε τηλέφωνο ο Γιωρίκας και μου είπε ότι θα έρθει με το τρένο τελικά.
Είναι ένας πατέρας που θέλει να βοηθήσει το γιο του να αποφασίσει ποια από τις 3 υποψήφιες γυναίκες να διαλέξει.
Δίνει λοιπόν στην κάθε μία από 1.000 euro να δει τι θα τα κάνουν μετά από ένα μήνα.
[Ένας μήνας αργότερα... Διάλογος πατέρα με τις 3 γυναίκες... Παρών και ο γιος...]
- Λοιπόν, λέει στην πρώτη... Εσύ τι τα έκανες τα λεφτά;
- Να εγώ τα έβαλα στην τράπεζα και με κάτι τόκους τα έκανα 1.200 euro.
- Μπράβο, λέει ο πατέρας.
- Εσύ τι τα έκανες τα 1.000 euro;
- Ε, εγώ είχα μια επιχείρηση με ανταλλακτικά ποδηλάτων. Τα έβαλα εκεί για να επενδύσω σε αυτά και τα έκανα 3.000 euro.
- Συγχαρητήρια, λέει ο πατέρας.
Πάει και στην τελευταία...
- Εσύ πώς τα διαχειρίστηκες τα λεφτά; λέει και στην τρίτη.
- Εγώ αγόρασα φορέματα, κρέμες, κραγιόν, καλσόν, μάσκες και διάφορα καλλυντικά.
- Εντάξει, λέει ο πατέρας όχι και τόσο ευχαριστημένος.
Τελικά ο γιος ποια παντρεύτηκε;
Αυτή με τα μεγαλύτερα βυζια.
Κοιμότανε που λέτε η καημένη η Χιονάτη πολύ καιρό, μέχρι που τη φίλησε το πριγκιπόπουλο και ζωντάνεψε. Και όπως ήτανε και παίδαρος η μικρή την είδε ο νεαρός και κάτι σκίρτησε επάνω του και αποφάσισε να την παντρευτεί για να της εξηγήσει αυτός...
Παντρευτήκανε λοιπόν με πολιτικό γάμο για να μην καθυστερούνε και επειδή ο γαμπρός τσίμπαγε προς λιγούρη μπήκανε αμέσως στη κρεβατοκάμαρα που είχανε ετοιμάσει οι 7 νάνοι και πιάσανε δουλειά.
Από την πρώτη στιγμή οι 7 νάνοι είχανε μια ανησυχία:
"Μήπως το πονέσει το κορίτσι μας ο χλιμίτζουρας και είναι και αμάθητο", είπε ο Γκρινιάρης,
"Μήπως μας το στεναχωρήσει ο τράγος", είπε ο Συναχωμένος και λέγε-λέγε αποφάσισαν να παρακολουθήσουν και αν τον δουν να της φέρεται άσχημα να επέμβουν".
Η πόρτα όμως ήτανε μασίφ καρυδιά και πολύ ψηλή και μόνο πάνω πάνω είχε ένα φεγγίτη. Ανεβήκανε λοιπόν ο ένας στους ώμους του άλλου και έτσι ο έβδομος, ο Σοφός, έφτανε να βλέπει από το φεγγίτη και να λέει στους υπόλοιπους τι βλέπει.
- Τη φιλάει τώρα στο λαιμό, έχει το χέρι του μέσα από τη μπλούζα της και της χαϊδεύει το στήθος; λέει ο Σοφός στον από κάτω του.
Η πληροφορία διαδίδεται σαν ηχώ προς τα κάτω από τον ένα στον άλλον:
"Της χαϊδεύει το στήθος", "... Χαδεύει το στήθος", "... Ει το στήθος", "... Στήθος", "... Ήθος"
- Της βγάζει το σουτιέν!, λέει μετά ο Σοφός και η πληροφορία διαδίδεται:
"Της βγάζει το σουτιέν", "Βγήκε το σουτιέν", "Πάει και το σουτιέν"..., ..., ".. Σουτιέν"
- Τώρα το δαντελένιο μικρό βρακάκι της, η επόμενη πληροφορία και η ηχώ:
"Τώρα το βρακάκι", "Βγήκε το βρακάκι", ..., ..., ..., "... Βρακάκι"
- Της τον έβαλε και τη πηδάει με πάθος, λέει με βαθιά φωνή ο Σοφός και φυσικά διαδίδεται αμέσως:
"Της τον έβαλε", "Την πηδ***", "Τον έχωσε", ..., ..., "... πηδ***"
- ΧΥΝΕΙ! γρυλίζει ο Σοφός και η ηχώ:
"Κι εγώ", "Κι εγώ", "Κι εγω"...