φρέσκα ανέκδοτα

Μια εναλλακτική άποψη για το πώς ο Θεός διάλεξε τους Εβραίους για να δώσει τις εντολές στον κόσμο .
Πρώτα πλησίασε τους Ιταλούς :
- Τι εντολές προσφέρεις ;
- Ου φονεύσεις .
- Σκούζι αλλά δεν ενδιαφερόμαστε .
Μετά πλησιάζει τους Έλληνες :
- Τι εντολές προσφέρεις ;
- Ου κλέψεις .
- Συγγνώμη αλλά δεν θα πάρουμε .
Μετά πλησιάζει τους Γάλλους :
- Τι εντολές προσφέρεις ;
- Ου θελήσεις τη γυναίκα του γείτονά σου .
- Merci αλλά δεν θα πάρουμε .
Πλησιάζει τέλος τους Εβραίους :
- Πόσο κάνουν ;
- Μα , είναι δωρεάν .
- Πιάσε δέκα .
Το μεγαλύτερο πρόβλημα του Κωστίκα ήταν ότι είχε γίνει ρεζίλι διότι συνεχώς έκλανε.
Όταν τον κάλεσαν στο σινεμά δέχτηκε ευχαρίστως γιατί το έργο ήταν πολεμικό και δε θα ακουγόταν! Έτσι λοιπόν βολεύτηκε στη θέση του όσο καλύτερα μπορούσε γιατί ακριβώς δίπλα του ήταν κάποιος που ροχάλιζε με μεγάλο θόρυβο. Πάνω στις πιστολιές λοιπόν ο Κωστίκας έκλανε με την ησυχία του χωρίς να τον καταλάβει κανείς. Ήρθε όμως η στιγμή που του ήρθε μια μεγάλη κλανιά αλλά δεν έπεσε ούτε μια σφαίρα. Ευτυχώς για αυτόν όμως πάνω που δε μπορούσε να κρατηθεί άλλο, οι εχθροί ετοιμάστηκαν να ανατινάξουν ένα τρένο. Όταν λοιπόν ανατινάχτηκε, ο εκκωφαντικός θόρυβος της έκρηξης κάλυψε τον επίσης εκκωφαντικό θόρυβο της κλανιάς του. Απο όλη αυτή φασαρία όμως ο διπλανός του Κωστίκα ξύπνησε και λέει:
- "Τι έγινε ρε παιδιά τι φασαρία είναι αυτή;"
- "Τίποτα απλώς ανατίναξαν ένα τρένο", τον καθησύχασε ο Κωστίκας.
- "Σκατά κουβαλούσε αυτό το τρένο και βρώμισε έτσι;"
Είναι ένας τύπος, εντελώς μαμάκιας, κολλημένος δηλαδή με τη μάνα του... Και κάποια στιγμή αποφασίζει να παντρευτεί.
Η γυναίκα του, του μαγειρεύει, και όταν αυτός γυρίζει από το γραφείο και δοκιμάζει το φαγητό λέει:
- Καλό το φαγητό που μαγείρεψες, γυναίκα, αλλά της μαμάς είναι καλύτερο!
Η γυναίκα του σιδερώνει αλλά όταν αυτός γυρίζει από το γραφείο λέει:
- Καλά σιδερώνεις, γυναίκα, αλλά η μαμά μου τα ρούχα τα κολλάριζε!
Η γυναίκα του συγυρίζει το σπίτι αλλά όταν αυτός γυρίζει από το γραφείο λέει:
- Ωραία έχεις τακτοποιήσει το σπίτι, αλλά η μαμά μου όταν συγύριζε το διακοσμούσε κιόλας...!
Τα παίρνει κι η γυναίκα του μια μέρα, και πάει σε ένα μαγαζί και αγοράζει κάτι σέξι μαύρα εσώρουχα, ζαρτιέρες, στριγκ κ. Λ. Π. Σκέφτεται, θα τα φορέσω, θα ανάψω κεριά, θα βάλω απαλή μουσική και θα τον περιμένω. Τι στο καλό, θα την ξεχάσει τουλάχιστον για απόψε τη μάνα του...
Με το που γυρίζει ο τύπος από το γραφείο βλέπει τα φώτα στο σπίτι κλειστά, και τη γυναίκα του με τα μαύρα εσώρουχα και τρελαίνεται...
- Γιατί φοράς μαύρα; Έπαθε τίποτα η μάνα μου;!
Στο νοσοκομείο.
Είναι μια γυναίκα στο νοσοκομείο, στο προσκέφαλο του άνδρα της ο οποίος βρίσκεται σε κώμα εδώ και πολλούς μήνες. Ωστόσο αυτή δεν το κουνάει στιγμή και περιμένει πότε θα επανέλθει ο αγαπημένος της.
Μια μέρα, σε μια ανύποπτη στιγμή, βλέπει το άνδρα της να βγαίνει από το κώμα και εκείνος κουνά το κεφάλι του για να πλησιάσει εκείνη, προφανώς για να της ψιθυρίσει κάτι. Πράγματι, βάζει το αυτί της κοντά στο στόμα του άντρα της και ο άντρας της, με δάκρυα στα μάτια της λέει:
"Γυναίκα μου, ήσουν μαζί μου σε όλες τις αναποδιές. Όταν με απολύσανε ήσουν εκεί για να με στηρίξεις, όταν η δουλειά μου φαλίρισε ήσουν κοντά μου, όταν με κλέψανε και με πυροβολήσανε, ήσουν κοντά μου. Όταν χάσαμε το σπίτι, ήσουν πάλι δίπλα μου, όταν η υγεία μου άρχισε να καταρρέει, πάλι δεν με άφησες... Τελικά, ξέρεις κάτι;"
"Τι;" απάντησε η γυναίκα, μην μπορώντας να κρατήσει τα δάκρυα της από την συγκίνηση...
"Τελικά, είσαι πολύ γκαντέμω!"