Τί θέλουν τέλος πάντων οι γυναίκες;
Μια παρέα από γυναίκες πήγε διακοπές και είδαν ένα πενταόροφο
Ξενοδοχείο με μια πινακίδα που έγραφε:
"Μόνο για γυναίκες".
Αφού είχαν πάει εκδρομή μόνες τους, αποφάσισαν να πάνε εκεί.
Ένας πολύ ωραίος άντρας στην ρεσεψιόν τους εξήγησε:
"Έχουμε πέντε ορόφους, ανεβείτε έναν-έναν
Και όταν βρείτε αυτό που σας ικανοποιεί, μείνετε εκεί.
Εύκολα θα αποφασίσετε γιατί κάθε όροφος έχει
Πινακίδες που γράφουν τι είναι μέσα."
Έτσι άρχισαν να ανεβαίνουν και στον πρώτο όροφο η πινακίδα
Έλεγε:
"Όλοι οι άντρες εδώ τον έχουν κοντό και λεπτό".
Οι φιλενάδες γέλασαν και χωρίς διαταγμό ανέβηκαν παραπάνω.
Στον δεύτερο όροφο η πινακίδα έλεγε:
"Όλοι οι άντρες εδώ τον έχουν μακρύ και λεπτό".
Πάλι δεν έφτανε και ανέβηκαν παραπάνω.
Στον τρίτο όροφο η πινακίδα έλεγε:
"Όλοι οι άντρες εδώ τον έχουν κοντό και χοντρό".
Πάλι μια απογοήτευση και ανέβηκαν παραπάνω
Ξέροντας ότι υπάρχουν δυό όροφοι ακόμα.
Στον τέταρτο όροφο η πινακίδα ήταν τέλεια, έλεγε:
"Όλοι οι άντρες εδώ τον έχουν μακρύ και χοντρό".
Οι γυναίκες ενθουσιάστηκαν και είπαν να μπούν
Αλλά σκέφτηκαν ότι υπάρχει ένας ακόμα όροφος.
Αναρωτώμενες μήπως χάσουν κάτι πανε στον πέμπτο,
Όπου η πινακίδα έλεγε :
"Δεν υπάρχουν άντρες εδώ
Αυτός ο όροφος κτίστηκε απλά για να αποδειχτεί
Ότι δεν υπάρχει τρόπος να ευχαριστηθεί μια γυναίκα."
Μια φορά ένας πλασιέ πάει στην Πάτρα. Αλλά τα ξενοδοχεία ήταν γεμάτα και δεν έβρισκε πουθενά δωμάτιο όποτε πάει σε έναν γνωστό του ξενοδόχο και του λέει:
- Ρε συ Νίκο ένα δωμάτιο θέλω για μια νύχτα κάνε κάτι πουθενά δεν υπάρχει τίποτα.- Μα σου είπα και πριν ότι δεν έχω.- Ρε μια νύχτα θέλω μόνο.- Κοιτά δεν έχω εκτός... αν σε βάλω να κοιμηθείς με ένα κοριτσάκι μικρό που λείπει για απόψε η μανά του.- Aντε ρε Νίκο κάνε κάτι με ξέρεις είμαι Aγιος άνθρωπος δεν θα κάνω τίποτα με ξέρεις χρόνια. Και τον έβαλε να κοιμηθεί στο δωμάτιο του κοριτσιού σε άλλο κρεβάτι. Πήγε ο άνθρωπος στο μπάνιο πλύθηκε και βγήκε με το μπουρνούζι να πάρει εσώρουχα από την βαλίτσα του όποτε του πέφτει το μπουρνούζι και βλέπει η πιτσιρικά τον π***ο του.- Α τι είναι αυτό; τον Ρώτα.- Ε τίποτα δεν είνα ι... μια κούκλα άπαντα ταραγμένος.- Θέλω να παίξω του λέει - Αυτό αποκλείεται της λέει. Και πέφτει να κοιμηθεί. Το πρωί γύρω στις 2:30 βλέπει ο ξενοδόχος τον άνθρωπο να φεύγει νευριασμένος βρίζοντας και να του πετάει μερικά χρήματα χτυπώντας τις πόρτες. Ανεβαίνει ο ξενοδόχος επάνω τρέχοντας και ρωτάει τι μικρή τι έγινε. Και η μικρή.- Ε, να ο κύριος είχε μια κούκλα την ζήτησα να παίξω και δεν μου την έδωσε το βράδυ όμως που κοιμήθηκε εγώ την έπαιξα αλλά εκείνη με έφτυσε και εγώ την ξεμάλλιασα.
Το πρωί του γάμου της, η μέλλουσα νύφη θυμήθηκε ότι δεν είχε πάρει νυχτικό για το πρώτο βράδυ του γάμου.
Ζήτησε λοιπόν από την αδελφή της να πάει να αγοράσει ένα ωραίο μακρύ μαύρο νεγκλιζέ, και να το βάλει προσεκτικά στην βαλίτσα που θα έπαιρνε μαζί της, έτσι ώστε να μην τσαλακωθεί.
Μες στην βιασύνη η αδερφή κατάφερε να βρεί μοναχά ένα κοντό ροζ νυχτικό, το οποίο και αγόρασε και έβαλε πρόχειρα στην βαλίτσα.
Μετά τον γάμο, η νύφη και ο γαμπρός πήγαν στο ξενοδοχείο.
Ο γαμπρός ήταν λίγο ντροπαλός και πήγε να αλλάξει στο λουτρό, αφού συμφώνησαν να μην κρυφοκοιτάζουν.
Όσο ήταν στο λουτρό, η νύφη άνοιξε την βαλίτσα, και είδε το νυχτικό που είχε αγοράσει η αδερφή της. Αμέσως αναφώνησε:
- Ω, όχι! Είναι κοντό, ροζ και ζαρωμένο!
Και τότε έβαλε και τις φωνές ο γαμπρός:
- Ε, σου είπα να μην κρυφοκοιτάξεις!
- Ο Γεράσιμος και η Αμαλία είναι ένα ζευγάρι ηλικιωμένο που παντρεύτηκε πριν απο σαράντα χρόνια.
Θέλησε λοιπόν να γιορτάσει την τεσσαρακοστή επέτειο του γάμου τους στο ίδιο ξενοδοχείο, στο ίδιο δωμάτιο, με τα ίδια ακριβώς έπιπλα που υπήρχαν και τότε, και να φάνε ακριβώς το ίδιο βασιλικό γεύμα που είχαν φαΐ πριν από σαράντα ολόκληρα χρόνια.
- Πραγματικά πλήρωσαν κάτι παραπάνω για τις απαιτήσεις τους αυτές και όλα ήταν όπως έπρεπε. Μπαίνουν λοιπόν στο δωμάτιο (η συγκίνηση ήταν μεγάλη), γδύνονται εντελώς, όπως και τότε, και κάθονται στο πολύ μεγάλο τραπέζι να φάνε ο ένας απέναντι από τον άλλον.
- Γεράσιμε, λέει η Αμαλία με τρεμάμενη φωνή, πες μου... Πες μου δεν είναι συγκινητικό, δεν είναι ανεπανάληπτο αυτό που ζούμε αυτή τη στιγμή; Σκέψου, πέρασαν σαράντα ολόκληρα χρόνια από εκείνη την πρώτη νύχτα του γάμου μας και βρισκόμαστε ακριβώς στο ίδιο δωμάτιο που ήμασταν και τότε με τα ίδια έπιπλα, το ίδιο κρεβάτι, γυμνοί και οι δύο όπως και τότε...
- Θεέ μου, πόσο μα πόσο όμορφα νιώθω... νιώθω ερωτευμένη όπως τότε, νιώθω τη ζεστασιά σου, την αγάπη σου... Ακόμα και τώρα, τόσα χρόνια μετά, νιώθω την κάψα μέσα μου... νιώθω τα στήθια μου να καίνε, Γεράσιμε, για σένα...
- Έλα, λέει ο Γεράσιμος, άσε τις μαλακίες και βγάλε το βυζί σου από τη σούπα.
Μια μέρα παντρεύτηκε ο Γιωρίκας και η Σουμέλα. .
Ο Γιωρίκας κάνει πρόταση στη Σουμέλα να πάνε γαμήλιο ταξίδι στο πόρτο Ύδρα να μείνουν 15 μέρες.
Η Σουμέλα ρωτά: βρε Γιωρίκα με τι λεφτά θα πάμε εκεί;
Ο Γιωρίκας λέει έχω 30.000 δραχμές. Με 2000 δραχμές την ημέρα θα μείνουμε 15 μέρες.
Εντάξει Γιωρίκα ,εσύ ξέρεις ,του απαντάει η Σουμέλα.
Την επόμενη μέρα πάνε στο ξενοδοχείο κάθονται 15 μέρες και έρχεται η ημέρα πληρωμής.
Βγάζει ο Γιωρίκας 30.000 δραχμές να πληρώσει στο ταμείο, αλλά ο ταμίας του λέει:
15 μέρες Χ 2000 =30.000
- 2000 για την ιππασία που κάνατε.
Μα δεν κάναμε του λέει ο Γιωρίκας ιππασία..
- Και ο ταμίας: εδώ ήταν τα άλογα ας κάνατε .
- 2000 για το τένις που παίξατε
Μα δεν παίξαμε τένις λέει ο Γιωρίκας.
- Εδώ ήταν το γήπεδο και οι ρακέτες , ας παίζατε . Τέλος του βγάζει ένα λογαριασμό 60.000 δραχμών.
Η Σουμέλα κοιτάζει των Γιωρίκα στεναχωρημένη.
Τότε ο Γιωρίκας γυρνά στον ταμία και του λέει, έχουμε και λέμε:
30.000 δραχμές για τις 15 μέρες που έμεινα με και 30.000 δραχμές που πήδηξες την Σουμέλα μας κάνουν 60.000 δραχμές.
- Ο ταμίας του λέει μα δεν πήδηξα την κυρία.
Και ο Γιωρίκας του απαντάει:
"Εδώ ήταν ας την πηδούσες"!
Ήταν ένας επιχειρηματίας, πάμπλουτος.
Κάποια στιγμή, του τυχαίνει μια στραβή και χάνει τα πάντα. Απελπισμένος, πηγαίνει σε μια γέφυρα με σκοπό να βάλει τέρμα στη ζωή του. Εκεί που είναι έτοιμος να πέσει στο κενό, τον αρπάζει ένα χέρι και τον τραβάει. Εκνευρισμένος, κοιτάζει πίσω του και βλέπει ένα γέρο.
- Παιδί μου, λέει ο γέρος. Τι είναι αυτό που πας να κάνεις; Τρελάθηκες;
- Τι θες ρε γέρο; Παράτα μας.
- Παιδί μου, ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Ο Αϊ-Βασίλης. Ίσως μπορώ να σε βοηθήσω!
- Ασε με, ρε Αϊ-Βασίλη! Είχα λεφτά, είχα αμάξια, γκόμενες! Τώρα δεν έχω τίποτα.
- Και γι αυτό ανησυχείς; του λέει ο Αϊ-Βασίλης. Αύριο, στις 10 το βράδυ, κάτω από αυτή τη γέφυρα θα σε περιμένει μια κόκκινη Ρολς-Ρόυς, όλη δική σου.
Χαρά ο επιχειρηματίας:
- Αχ, Αϊ-Βασίλη μου, να σε φιλήσω!
Ματς - μουτς, ξαναμελαγχολεί.
- Τι είναι τώρα; ρωτάει ο Αϊ - Βασίλης.
- Αχ, Αϊ-Βασίλη μου, είχα αμάξι, αλλά είχα και γκόμενες! Πέντε πέντε τις έβγαζα.
- Γι αυτό ανησυχείς; Αύριο, μέσα στη Ρολς-Ρόυς θα είναι και έξι γκόμενες, όλες δικές σου.
Τρελαίνετε ο επιχειρηματίας, αγκαλιές, φιλιά κλπ. μα ξαναμελαγχολεί.
- Τι έπαθες πάλι; ρωτάει ο Αϊ-Βασίλης.
- Αχ, Αϊ-Βασίλη μου. Είχα αμάξι, είχα γκόμενες, αλλά είχα και λεφτά. Τα πετούσα στο δρόμο, τα έδινα δεξιά κι αριστερά. Τώρα είμαι άφραγκος!
- Μην κάνεις έτσι, του λέει ο Αϊ-Βασίλης. Αύριο, μέσα στο αμάξι, η πιο ξανθιά από τις έξι γκόμενες θα κρατάει μια βαλίτσα με 90 τρις, όλα δικά σου!
Πετάει ο επιχειρηματίας!
- Αχ, Αϊ-Βασίλη μου, πώς θα στο ξεπληρώσω!
- Να μου πάρεις μια π*πα.
Κόκαλο ο επιχειρηματίας.
- Εντάξει, Αϊ-Βασίλη μου, τόσα έκανες για μένα. Είναι το ελάχιστο που μπορώ να κάνω.
Φεύγουν μαζί, πηγαίνουν σε ένα μοτέλ, νοικιάζουν ένα δωμάτιο, μπαίνουν μέσα, τα κατεβάζει ο Αϊ-Βασίλης, ξεκινάει τη δουλειά του ο επιχειρηματίας.
Ενώ γίνεται ότι γίνεται, ρωτάει ο Αϊ-Βασίλης:
- Πώς σε λένε νεαρέ μου;
- Αλέξη, απαντάει εκείνος και συνεχίζει.
- Και τι δουλειά είπαμε ότι κάνεις Αλέξη;
- Επιχειρηματίας, και συνεχίζει.
Μετά από μια παύση, ρωτάει ξανά ο Αϊ-Βασίλης:
- Πόσο χρονών είσαι Αλέξη;
- Τριάντα πέντε.
- Καλά, ρε Αλέξη! Είσαι τριάντα πέντε χρονών και ακόμα πιστεύεις ότι υπάρχει Αϊ-Βασίλης;
Το καλοκαίρι έφτασε και μία τετραμελής οικογένεια πήγε για τις διακοπές της σ ένα ξενοδοχείο.
Οι μέρες πέρασαν και ήρθε η ώρα να φύγουν. Ο πάτερ φαμίλιας πήγε στη reception για να πληρώσει:
- Ορίστε οι 300000 χιλιάδες που είχαμε συμφωνήσει για 15 μέρες διαμονή.
- Κύριε, του λέει ο υπάλληλος, το ποσό είναι 400000δρχ.
- Γιατί; ρωτάει ο πατέρας όλο απορία.
- Διότι 40000 είναι επειδή χρησιμοποιήσατε την πισίνα.
- Μα εμείς δεν τη χρησιμοποιήσαμε, λέει ο πατέρας.
- Εδώ ήταν κύριε, ας τη χρησιμοποιούσατε, λέει ο υπάλληλος.
- Καλά, λέει ο πατέρας τα υπόλοιπα τι αφορούν;
- Οι υπόλοιπες 60000 αφορούν τις αθλοπαιδιές και το μπαρ.
- Μα κύριε, λέει εκνευρισμένος ο πατέρας, εμείς δε χρησιμοποιήσαμε τίποτε από όλα αυτά.
- Εδώ ήταν κύριε, ας τα χρησιμοποιούσατε του ξαναλέει ο υπάλληλος.
Μάλιστα, λέει ο πατέρας και βγάζει ένα πακέτο δεκαχίλιαρα, τα δίνει στον υπάλληλο και φεύγει.
Μόλις κάνει πέντε βήματα ο υπάλληλος τον ξαναφωνάζει:
- Κύριε έχετε κάνει λάθος.
Πλησιάζει ο πατέρας και ο υπάλληλος συνεχίζει:
- Εδώ κύριε μου έχετε δώσει 300000 αντί για 400000.
Ο πατέρας τότε του λέει: α, βέβαια σας κράτησα τις 100000 επειδή μου πηδήξατε τη γυναίκα.
- Μα κύριε, λέει ο υπάλληλος κοκκινίζοντας, κανείς δε σας πήδηξε τη γυναίκα.
Τότε ο πατέρας του απαντά:
- Εδώ ήταν κύριε, ας την πηδούσατε! και έκανε μεταβολή και έφυγε...
- Στο Ναϊρόμπι της Κένυα μαζεύονται το βράδυ στο ξενοδοχείο κυνηγοί από σαφάρι και μαζί τους ένας πόντιος. Κουβεντιάζουν τις επιτυχίες τους. Εγώ σκότωσα ένα λιοντάρι λέει ο αμερικανός.
- Εγώ σκότωσα ένα ελέφαντα λέει ο γάλλος. Εγώ σκότωσα μια τσίτα λέει ο άγγλος. Εγώ σκότωσα ένα νομιστεράκι λέει ο πόντιος.
Τον κοιτάζουν παράξενα οι άλλοι αλλά δεν λένε τίποτα. Την επόμενη μέρα τα ίδια όλοι λένε τι σκότωσαν. Εγώ δυο νομιστεράκια λέει ο πόντιος.
- Την τρίτη μέρα τα ίδια λένε οι άλλοι. Εγώ σκότωσα τρία νομιστεράκια λέει ο πόντιος. Οπότε δεν κρατιόνται οι άλλοι και τον ρωτούν.
Μα τι είναι αυτά τα νομιστεράκια κύριε;
- Και ο πόντιος δεν ξέρω ρε παιδιά κάτι μαύρα πράγματα που βγαίνουν μέσα από τους θάμνους και φωνάζουν : ΝΟ ΜΙΣΤΕΡ ΝΟ ΜΙΣΤΕΡ!.
Ένας τσοπάνης αποφάσισε να κατέβει στην Αθήνα να δει πως είναι επιτέλους η μεγαλούπολη. Πάει σε ένα ξενοδοχείο και νοικιάζει ένα δωμάτιο. Το βράδυ που κοιμόταν, ξαφνικά εμφανίζονται δυο γκόμενες από το σκοτάδι και αρχίζουν να τον χαϊδολογούν, χωρίς να έχει άλλη επιλογή ο τσοπάνης, τι να κάνει, τις πηδάει.
Την άλλη μέρα πάει στη ρεσεψιόν να πληρώσει για το δωμάτιο.
- "Τι χρωστάω;" λέει ο Βλάχος.
- "Χρωστάς;", λέει ο υπάλληλος, "πάρε και 30 χιλιάρικα!". Ξαφνιασμένος ο τσοπάνης πηγαίνει στο χωριό για να πει τι του έτυχε στην πρωτεύουσα. Πηγαίνει στο καφενείο και λέει με υπερηφάνεια τι του είχε συμβεί, όμως κανείς δεν τον πίστευε. Λέει ο Βλάχος αφού δε με πιστεύετε στείλτε το δήμαρχο στην Αθήνα στο ίδιο ξενοδοχείο να διαπιστώσει αν είναι αλήθεια τα λεγόμενα μου.
Πράγματι πάει ο Δήμαρχος στο ίδιο μέρος. Το βράδυ που κοιμόταν πετάγονται μέσα απο το σκοτάδι δύο γκομενάρες και τον χαϊδολογάνε. Τι να κάνει ο άμοιρος (αν και παντρεμένος) τις πηδάει. Πάει να πληρώσει την άλλη μέρα:
Δήμαρχος:
"Τι χρωστάω;"
Υπάλληλος:
"Χρωστάς;", "Πάρε και 30 χιλιάρικα".
Ενθουσιασμένος ο δήμαρχος πάει και λέει τα νέα στο καφενείο του χωριού, μα και πάλι κανείς δεν τον πίστευε. Αγανακτισμένος ο δήμαρχος λέει:
- "Αφού δε με πιστεύετε στείλτε τον παπά του χωριού".
Με τα χίλια ζόρια τον ψήνουν τον παπά και πάει (σίγουρος για το αντίθετο απο τα λεγόμενα) πάει στο ίδιο ξενοδοχείο. Το βράδυ που κοιμάται πετάγονται δύο γυναικάρες τον χαϊδολογάνε. Τι να κάνει ο παπάς υποκύπτει ενώπιον του Κυρίου. Την άλλη μέρα πάει να πληρώσει:
Παπάς:
"Τι χρωστάω τέκνον μου;
Υπάλληλος:
"Χρωστάς;", "Πάρε και 100 χιλιάρικα."
Παπάς:
"Μα γιατί τέκνον μου εμένα μου έδωσες 100 χιλιάρικα και στους άλλους δύο που ήρθαν 30;"
Και απαντάει ο υπάλληλος:
- "Τι να κάνουμε πάτερ, πρώτη φορά γυρνάμε τσόντα με παπά".
Ο κος Παπαδόπουλος μετά από μια κουραστική μέρα φθάνει στο ξενοδοχείο για να ξεκουραστεί.
Ζητάει απ τον ξενοδόχο πολύ ευγενικά να του ετοιμάσει ένα γεύμα και κάθεται στην τραπεζαρία. Την ώρα που τελειώνει το γεύμα του τον πιάνει η κοιλιά του... όμως για κακή του τύχη εκείνη την ώρα γίνεται διακοπή ρεύματος και δυστυχώς δεν βρίσκει τον δρόμο για την τουαλέτα οπότε αναγκάζεται να βγει στον κήπο για την ανάγκη του . Κατεβάζει τα ρούχα του χ**** και την ώρα που έχει ανεβάσει το παντελόνι του έρχεται πάλι το ρεύμα ! Κοιτάει γύρω του να δει πως θα καλύψει αυτά που έκανε αλλά μένει έκπληκτος όταν δεν βρίσκει τίποτα ! Μπαίνει λοιπόν ήσυχος πλέον μέσα για να συνεχίσει το γεύμα του όταν διαπιστώνει πως του έχουν κλέψει το πορτοφόλι του . Φωνάζει τον διευθυντή του ξενοδοχείου και του αναλύει το γεγονός .
Ο ξενοδόχος καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να βρεθεί το πορτοφόλι του κου Παπαδόπουλου ... οπότε αγανακτισμένος λέει :
Ω τι μέρα κι αυτή ο κος Παπαδόπουλος έχασε το πορτοφόλι του , έγινε διακοπή ρεύματος και μέσα σε όλα μια χελώνα πέρασε χεσμένη μπροστά από την ρεσεψιόν... !
Μόλις τα κατάφεραν να ξεφύγουν από το γλέντι του γάμου οι νεόνυμφοι, μπαίνουν μέσα στο αυτοκίνητο, που θα τους μετέφερε στο ξενοδοχείο τους;
Αλλά, νέοι και βιαστικοί, έπιασαν... δουλειά μέσα στο αυτοκίνητο κι άσε τον οδηγό να... οδηγεί, πράγμα βεβαίως τελείως επικίνδυνο, γιατί πώς να οδηγήσει ο άνθρωπος, με το μάτι καρφωμένο στο εσωτερικό
Καθρέφτη;
Κάποια στιγμή ο οδηγός, που, όπως αποδείχτηκε, κοίταζε και λίγο έξω, (όχι μόνο τον καθρέφτη), επεσήμανε οδικές εργασίες μπροστά τους και ένα φορητό φανάρι, που ήταν κόκκινο.
- Φίλε, δεν μπορώ να κάνω τίποτ άλλο, από του να περιμένω τη σειρά μου, λέει ο οδηγός στο γαμπρό, που, όπως είπαμε, είχε πέσει στο βάζο με το γλυκό!
- Να βρεις δικιά σου, λέει ο γαμπρός. Αυτή εδώ είναι όλη δική μου!
(Μοναχοφάγος ο γαμπρός και δεν ακολουθούσε τις προσταγές του Πλάτωνα, που είπε ότι τα πάντα πρέπει να ναι κοινά, ακόμη κι οι... γυναίκες!)
Ο Γιωρίκας είναι ένας εμπορος επίπλων και έφτασε στην Γαλλια για επαγγελματικό ταξίδι.
Εκεί στο ξενοδοχείο που διέμενε γνώρισε μια πολύ όμορφη Γαλλίδα. Όμως το πρόβλημα ήταν ότι αυτός μιλούσε μόνο αγγλικά και η άλλη μόνο γαλλικά ετσι ήταν αδύνατο να συννενοηθούν με τα λόγια.
Έτσι αυτος έβγαλε ένα μπλοκάκι και ένα στυλό και ζωγράφισε ένα ταξί.
Αυτή του χαμογέλασε και πήραν ένα ταξι και πηγαν μια βόλτα σε ένα πάρκο.
Αργότερα ζωγράφισε ένα τραπέζι σε ένα εστιατόριο και ένα ερωτηματικό από δίπλα, αυτή συμφωνησε και έτσι πηγαν και για δειπνο.
Μετα το δείπνο, ζωγράφισε δυο χορευτές και αυτή ενθουσιάστηκε.
Όλο το βράδυ γυρνούσαν στα κλαμπ και όταν ξημερώματα πια γυρίσαν στο ξενοδοχείο, η Γαλλίδα του ζήτησε το μπλοκάκι. Αυτός της το έδωσε και αυτη ζωγράφισε ένα μεγάλο κρεβάτι και ένα ερωτηματικό και του το έδειξε χαμογελώντας με νόημα...
Από τοτε πέρασαν δυο μήνες και ο Γιωρίκας ακομη αναρωτιέται πως έμαθε η Γαλλιδα ότι ήταν έμπορος επίπλων!