Πεθαίνουν δυο άνθρωποι ο ένας από συγκοπή ο άλλος από πνευμονία. Συναντιούνται στον παράδεισο και λέει ο δεύτερος στον πρώτο:
- Πώς πέθανες;
- Από συγκοπή. Εσύ πως πέθανες;
- Από πνευμονία. Πώς την έπαθες τη συγκοπή;
- Ήμουν στο γραφείο και με παίρνει ένας άγνωστος τηλέφωνο και μου λέει: η γυναίκα σου σε κερατώνει. Παρατάω τη δουλειά, παίρνω το αμάξι και πηγαίνω στο σπίτι. Μπαίνω στην κρεβατοκάμαρα... Τίποτα. Στο μπάνιο τίποτα. Στο πατάρι τίποτα. Στο γκαράζ τίποτα και στη κουζίνα τίποτα και από τη χαρά μου έπαθα συγκοπή..!
- Πάρ'τα βλάκα. Αν άνοιγες το ψυγείο τώρα θα ζούσαμε και οι δύο..
Μια γιαγιά είχε δύο εγγόνια. Το ένα ήταν καλό παιδί και την αγαπούσε πάρα πολύ. Το άλλο όμως ήταν κακό και πονηρό και δεν ήθελε ούτε να τη βλέπει. Μια μέρα λοιπόν πάει η γιαγιά να βρει το καλό της εγγονάκι, μπαίνει στο ασανσέρ, πατά το κουμπί, αλλά γίνεται διακοπή ρεύματος και κλείνεται μέσα.
Αμέσως, ο εγγονός της καλεί την πυροσβεστική και η γιαγιά απεγκλωβίζεται. Την άλλη μέρα βλέπει έξω από το σπίτι του ένα opel astra με ένα σημείωμα:
- Με αγάπη, η γιαγιά σου.
Μια άλλη μέρα, πάει η γιαγιά να βρει τον άλλο της εγγονό. Μπαίνει στο ασανσέρ, αλλά και πάλι για κακή της τύχη κλείνεται μέσα. Τότε το κακό εγγόνι, κόβει τα καλώδια του ασανσέρ, το ασανσέρ πέφτει και η γιαγιά συνθλίβεται!
Την άλλη μέρα, λοιπόν, βλέπει έξω από το σπίτι του μια Porsche παρκαρισμένη, με το σημείωμα:
- Με αγάπη, o παππούς σου..!
Κάποτε, ήταν ένα ηλικιωμένο ζευγάρι και ο παππούς ήταν στα τελευταία του. Ρωτάει τη γιαγιά:
- Γυναίκα, τώρα που πεθαίνω, θα ήθελα να ξέρω κάτι.
- Ότι θες άντρα μου!
- Πες μου σε παρακαλώ, πόσες φορές με έχεις απατήσει;
- Τι λες τώρα άντρα μου, πότε!
Ο παππούς όμως επέμενε κι έτσι την πείθει να απαντήσει.
- Σε έχω απατήσει τρεις φορές όλες κι όλες.
- Με ποιους;
- Θυμάσαι τότε που ήταν να μπεις στο δημόσιο και σε έβαλε ο Γιάννης;
- Ναι.
- Ε, εγώ τον έπεισα να μας βοηθήσει.
Ο παππούς τα χάνει!
- Για πες μου για τη δεύτερη φορά...
- Θυμάσαι τότε που είχες πάρει προαγωγή και είχες γίνει υποδιευθυντής;
- Ναι.
- Ε, εγώ είχα μιλήσει με το διευθυντή.
Ο παππούς τρελένεται!
- Για πες μου και την τρίτη να τελειώνουμε...
- Θυμάσαι που είχες βάλει υποψηφιότητα για δήμαρχος και σου έλειπαν πεντακόσιοι ψήφοι;
Το σπίτι του χωρικού επισκέπτονται διάφοροι καθημερινά, που ενδιαφέρονται για την αγορά της αγελάδας. Την παρατηρούν, την χαϊδεύουν, την αγκαλιάζουν με το ένα χέρι και με το άλλο χέρι πιάνουν τα μαστάρια (βυζιά) της. Ο μικρός προσέχει τις κινήσεις των ξένων και ρωτά τον πατέρα του:
- Γιατί μπαμπά όλοι αυτοί χαϊδεύουν, αγκαλιάζουν και πιάνουν τα μαστάρια της αγελάδας μας;
- Διότι παιδί μου την αγελάδα θα την πουλήσω και κατ` αυτόν τον τρόπο εκτιμούν την αξία της.
Ο τετραπέρατος μικρός κατάλαβε αμέσως τι συμβαίνει και αρκετά στεναχωρημένος βρίσκει παρηγοριά στην αγκαλιά της μαμάς του.
Λίγες ημέρες αργότερα, επιστρέφοντας ο μικρός από το νηπιαγωγείο, βλέπει τη μαμά αγκαλιασμένη με τον γείτονα και να της χαϊδεύει τα βυζιά. Βάζει τα κλάμματα και με το που επιστρέφει ο μπαμπάς από τη δουλειά με ύφος αυστηρό του λέει:
- Μπαμπά την αγελάδα την πούλησες, αλλά τη μαμά δεν θέλω να την πουλήσεις...