Ένας πολύ ηλικιωμένος ήταν ξαπλωμένος και αργοπέθαινε στο κρεββάτι.
Ξαφνικά μύρισε το άρωμα του αγαπημένου του μπισκότου σοκολάτας να έρχεται από την σκάλα και την κουζίνα.
Μάζεψε τις τελευταίες του δυνάμεις και ανασηκώθηκε από το κρεββάτι. Ακουμπώντας στον τοίχο, σιγά-σιγά βγήκε από το δωμάτιο και με μεγάλη προσπάθεια κατέβηκε τις σκάλες πιάνοντας και με τα δύο χέρια τα κάγκελα.
Λαχανιασμένος μπήκε στην κουζίνα.
Εκεί ήταν απλωμένες εφημερίδες στο τραπέζι και επάνω ήταν ταψιά με εκατοντάδες μπισκότα.
Ήταν στο παράδεισο; Ή ήταν μια τελευταία πράξη της αγάπης της αφοσιωμένης συζύγου του; Για να φύγει σαν ευτυχισμένος άνθρωπος; Με μια τελευταία προσπάθεια πήγε στο τραπέζι.
Με το γερασμένο χέρι του έπιασε ένα μπισκότο στην άκρη του τραπεζιού.
Όταν ξαφνικά τον χτύπησε με μια σπάτουλα η σύζυγός του.
- Αστα αυτά, είπε. Είναι για την κηδεία...
Ήταν μία νυχτερίδα που είχε τρία νυχτεριδάκια.
- Όποιος μου φέρει περισσότερο αίμα, τους λέει μία μέρα, θα τον αγαπάω πιο πολύ από όλους!
Φεύγει το πρώτο και γυρνάει σε λίγο με αίμα σε όλο το κεφάλι του.
- Που το βρήκες τόσο αίμα, παιδί μου;
- Βλέπεις εκείνο το χωριό, μαμά; Πήγα και ήπια το αίμα όλων των κατοίκων!
- Μπράβο, παιδί μου!
Φεύγει το δεύτερο και γυρνάει σε λίγο με αίμα στο κεφάλι και τα φτερά του.
- Που το βρήκες τόσο αίμα, παιδί μου;
- Βλέπεις εκείνη την πόλη, μαμά; Πήγα και ήπια το αίμα όλων των κατοίκων!
- Μπράβο, παιδί μου!
Φεύγει και το τρίτο και γυρνάει βουτηγμένο στο αίμα.
- Που το βρήκες τόσο αίμα, παιδί μου;
- Βλέπεις εκείνη την κολώνα, μαμά;
- Ναι, λέει η μαμά.
- Εεεε, εγώ δεν την είδα!
Τι έχει αυτή;
Ένας παππούς και μια γιαγιά σε ένα ΚΑΠΗ γνωρίζονται και τα φτιάχνουν. Περνάνε πολύ ωραίες στιγμές μαζί ακόμη και στο κρεβάτι, μόνο που εκεί λόγω μειωμένης αντοχής περιορίζονται στο αγγίζειν. Ώσπου μια μέρα εντελώς ξαφνικά γυρνάει ο παππούς στη γιαγιά και λέει ότι πρέπει να χωρίσουν επειδή τα έφτιαξε με μια άλλη.
"Και τι έχει αυτή παραπάνω από μένα;", παραπονιέται η γριά.
Και γυρνάει ο παππούς με ένα χαμόγελο και της λέει:
"Πάρκινσον."