Ένας Αθηναίος νοιώθει κουρασμένος κι άρρωστος και πηγαίνει στο γιατρό . Αφού υποβλήθηκε στις απαιτούμενες εξετάσεις πέρασε από το γραφείο του γιατρού για να μάθει τι έχει .
" Λοιπόν γιατρέ μου ; " ρωτάει ο 25 ετών ασθενής μας
Ο γιατρός κομπιάζει και δείχνει να δυσκολεύεται .
" Ξέρεις παιδί μου ... η ζωή κι ο θάνατος είναι αλληλένδετα ... καιιι ... μμμ ... " ο τύπος όμως , που δεν ήταν κανένα φλωράκι θύμωσε.
" Ακου να δεις γιατρέ , δε χρειάζομαι τέτοιες μαλ**ίες . Θέλω να μου πεις σταράτα τι έχω και πόσος χρόνος ζωής μου απομένει . Αν έχω ακόμα 3 μήνες να ζήσω πρέπει να το ξέρω από τώρα και να κανονίσω να πάω στις Μπαχάμες με τη κοπέλα μου . Αν έχω 6 μήνες να ζήσω μπορώ να πάω τους 3 μήνες με τη κοπέλα μου και τους άλλους 3 στο Λας Βέγκας με το κολλητό μου . Λέγε , πόσο καιρό έχω ακόμα ; "
Οπότε ο γιατρός γυρνάει και του λέει :
" Γιατί δε πας καλύτερα με τη γιαγιά σου μέχρι το Λουτράκι ; "
Είχε μπει φθινώπορο και ο νέος αρχηγός μίας φυλής ινδιάνων ανησυχεί για των χειμώνα που έρχεται.
Παίρνει τηλέφωνο λοιπόν την τοπική μετεωρολογική υπηρεσία και του λένε πως αναμένεται σχετικά βαρύς χειμώνας. Το συζητάει με την φυλή του και αποφασίζουνε καλού κακού να βγουν όλοι στο δάσος να μαζέψουνε επιπλέον ξύλα και να διπλασιάσουν την ήδη μεγάλη σωρό που έχουν.
Αφού το κάνουνε και περνάνε λίγες εβδομάδες, ο καιρός δεν χειροτερεύει αλλά ο αρχηγός αρχίζει να ανησυχεί πάλι. Παίρνει τηλέφωνο την μετεωρολογική υπηρεσία και του λένε πως οι ενδείξεις είναι σίγουρες και πως αναμένεται πολύ βαρύς χειμώνας. Αγχώνεται λοιπόν και ανακοινώνει τα άσχημα νέα στην φυλή του.
Το συζητάνε διεξοδικά και εκφράζονται κάποιες επιφυλάξεις για την βασιμότητα των προβλέψεων της μετεωρολογικής υπηρεσίας.
Με λίγη δυσθυμία και περισσότερο ως ένδειξη αλληλεγγύης στον νέο τους αρχηγό συμφωνούνε όλοι να μαζέψουν και άλλα ξύλα για να είναι χίλια τα εκατό σίγουροι. Μαζεύουν τα ξύλα, περνάνε κι άλλες εβδομάδες αλλά ο καιρός δεν αλλάζει, είναι μάλιστα ασυνήθιστα καλός για την εποχή.
Παρ` όλα αυτά ο αρχηγός δεν εφησυχάζει. Παίρνει τηλέφωνο πάλι την μετεωρολογική υπηρεσία και του λένε πως οι ενδείξεις είναι αδιαμφισβήτητες, πως έχουν κάνει επανεκτίμηση των προβλέψεών τους προς το χειρότερο και πως σε λίγες μέρες είναι σίγουροι θα χειροτερέψει ο καιρός και προβλέπονται χιόνια και κατακλυσμοί που θα κρατήσουν όλο τον χειμώνα.
Συγκαλεί πάλι τους ομοφύλους του και τους εξηγεί την κατάσταση με λεπτομερώς. Προβάλλονται σοβαρές αντιρρήσεις ιδιαίτερα από τους νέους πολεμιστές οι οποίοι θα προτιμούσαν να είναι σε κυνήγι από το να μαζεύουν ξύλα αλλά τελικά από αφοσίωση και μόνο ακολουθούν τις προτροπές του αρχηγού τους και συμφωνούν να βγουν πάλι στο δάσος.
Η σωρός με τα ξύλα έχει μεγαλώσει πια πολύ και υπερβαίνει το ύψος των σκηνών. Περνάνε βδομάδες, ο καιρός κρυώνει λίγο αλλά κατά τα αλλά τίποτα. Δεν γίνεται! Πιάνει τον αρχηγό τώρα πολύ στρες. Στο κάτω κάτω της γραφής έχει και την υπόληψή του να φροντίσει. Παίρνει τηλέφωνο πάλι την μετεωρολογική υπηρεσία και του λένε πως ανησυχούνε πάρα πολύ.
Είναι σίγουροι και αναμένουν από μέρα σε μέρα το πιο καταστροφικό κύμα κακοκαιρίας που έχει γνωρίσει η περιοχή εδώ και χρόνια το οποίο θα ακολουθηθεί από βαρύτατο χειμώνα που θα κρατήσει μέχρι αργά την άνοιξη. Ο αρχηγός τα παίζει εντελώς αλλά τον πιάνει και περιέργεια έτσι λοιπόν ρωτάει:
- "Που βασίζεται αυτές τις προβλέψεις σας;"
- "Έχουμε μια πολύ έγκυρη και αποδεδειγμένη μέθοδο που χρησιμοποιούμε εδώ και χρόνια. Παρατηρούμε την τοπική φυλή ινδιάνων και φέτος έχουν μαζέψει ποσότητα ρεκόρ από καυσόξυλα!"
Συζητούν δυο φίλοι :
- Ρε συ τις προάλλες έγινα ρόμπα.
- Γιατί, τι έπαθες;
- Να, πήγα να κόψω ένα εισιτήριο για το χωριό μου στο Κορφοβούνι και όταν πήγα να το ζητήσω από την πωλήτρια στον γκισέ, καρφώθηκα στο στήθος της και αντί να της πω "ένα εισιτήριο για το Κορφοβούνι" της είπα:
"Έναν κόρφο για το στηθοβούνι σας παρακαλώ"...
- Αυτό δεν είναι τίποτε μπροστά σε αυτό που έπαθα εγώ.
- Σώπα ρε συ, τι έπαθες;
- Την Κυριακή έτρωγα πρωινό με τη γυναίκα μου και διάβαζα εφημερίδα. Όταν σε κάποια φάση θέλησα να της ζητήσω το βούτυρο, αντί να της πω "αγάπη μου, σε παρακαλώ, μου δίνεις το βούτυρο", ξέρεις τι της είπα;
- Τι της είπες ρε συ;
- "Μωρή που... Α μου έχεις καταστρέψει τη ζωή..."
Κάποτε ταξίδεψε ένας Έλληνας με τη γυναίκα του στη Ρωσία . Πήγαν λοιπόν σε ένα εστιατόριο για να φάνε . Ο σύζυγος θέλοντας να κάνει τον έξυπνο και ακούγοντας όλους τους ξένους πως μιλάγανε λέει στην γυναίκα του :
- Βρε γυναίκα από ότι ακούω τα Ρωσικά είναι εύκολη γλώσσα . Όλοι βάζουν στο τέλος της λέξης ένα .. ωφ . Μπριζολώφ , κρασώφ , πατατώφ , ρυζώφ κτλ . Κάτσε τώρα να δεις τι ωραία που θα φάμε . Πράγματι λοιπόν , παραγγέλνουν ωραία και καλά , μιλώντας βέβαια πάντα ο άντρας και αφού τελειώνουν το φαΐ φωνάζουν το γκαρσόνι για τον λογαριασμό . Την ώρα λοιπόν που σημείωνε και ακούγοντας τον κύριο να υπερηφανεύεται στην κυρία του για τον τρόπο που συνεννοήθηκε με αυτόν στην παραγγελία , γυρνάει και του λέει :
- Ναι καλά , ας μην ήμουνα Έλληνας και θα έτρωγες σκατά κακομοίρη μου !
Ένας πλούσιος κάνει πάρτι δίπλα στην πισίνα του . Μετά από ώρες διασκέδασης , η μουσική σταματάει κι ο πλούσιος ανακοινώνει :
- Δίνω ένα εκατομμύριο δολάρια σ όποιον πάει απ την μια άκρη της πισίνας στην άλλη , κολυμπώντας ανάμεσα στους κροκόδειλους που έχει μέσα . Καμιά κίνηση . Όλοι φοβούνται .
- Δίνω δύο εκατομμύρια δολάρια κι ένα αυτοκίνητο σ όποιον κολυμπήσει μέσα στην πισίνα . Και πάλι κανείς δεν προσφέρεται . Ο πλούσιος όμως θέλει να διασκεδάσει .
- Δίνω τρία εκατομμύρια δολάρια , ένα αυτοκίνητο και μια όμορφη γυναίκα . Ακρα του τάφου σιωπή . Ο πλούσιος σκέφτεται , ρε μπας κι έχουμε κανέναν ανώμαλο εδώ μέσα ; - Δίνω τρία εκατομμύρια δολάρια , ένα αυτοκίνητο , μια όμορφη γυναίκα κι έναν πούσ** . Πλαφ ! πέφτει κάποιος μες στην πισίνα , κολυμπάει σαν πύραυλος και βγαίνει απ την άλλη μεριά λαχανιασμένος αλλά σώος . Μόλις πατάει στη γη το πρώτο πράγμα που φωνάζει είναι :
- Τον πούσ** , φέρτε μου τον πούσ** ! - Ηρέμησε , φίλε μου , θα στον φέρουμε .
- Τον πούσ** θέλω , σας λέω , φέρτε μου τον πούσ** ! - Μα θα στον φέρουμε , τι κάψα είν αυτή ; του λέει ο πλούσιος .
- Τον πούσ** θέλω , που μ έσπρωξε στην πισίνα , αυτόν τον πούσ** θέλω !