if (!string.IsNullOrEmpty(Model.PrevPageFullUrl))
{
}
if (!string.IsNullOrEmpty(Model.NextPageFullUrl))
{
}
Ανέκδοτα για τη Δουλειά - Page 27
Skip to main content
Πως ανοίγουν τις κονσέρβες οι Μαθηματικοί;
Μάζεψαν αντιπροσώπους από τους Μαθηματικούς, τους Φυσικούς και τους Χημικούς και τους έδωσαν το εξής πρόβλημα. Πως θα μπορέσουν να ανοίξουν μια σφραγισμένη κονσέρβα; Πρώτοι είπαν θα ξεκινήσουν οι φυσικοί. Κλείστηκαν μέσα σ" ένα μεγάλο αμφιθέατρο και άρχισαν να ψάχνουν τη λύση. Ύστερα από ένα μισάωρο, βγήκαν όλοι χαρούμενοι και φώναζαν: Βρήκαμε τη λύση, βρήκαμε τη λύση! Τους ρώτησε τότε η επιτροπή ποια ήταν η λύση που έλεγαν, και οι φυσικοί απάντησαν:Θα θέσουμε την κονσέρβα σε περιστροφική κίνηση γωνιακής ταχύτητας 20m/sec. Καθώς θα στριφογυρίζει, θα τη βομβαρδίσουμε με σωματίδια ζήτα, με αποτέλεσμα να λιώσει το μέταλλο και να μην πάθει τίποτα απολύτως το περιεχόμενο της κονσέρβας. Πολύ ωραία, είπαν οι κριτές, ας δοκιμάσουν οι χημικοί τώρα. Πράγματι μπήκαν οι χημικοί στο αμφιθέατρο και προσπαθούσαν να λύσουν με τη σειρά τους κι αυτοί, αυτό το δύσκολο πρόβλημα. Όπως και οι φυσικοί, έτσι και οι χημικοί μετά από κάνα μισάωρο βγήκαν κι αυτοί με χαρές και πανηγύρια και φώναζαν:Το βρήκαμε! Το βρήκαμε! Τους ρώτησε κι αυτούς η επιτροπή για τη λύση. Και οι χημικοί έδωσαν την εξής απάντηση:Θα βάλουμε την κονσέρβα μέσα σ" ένα κουβά με νερό. Θα προσθέσουμε μια χημική ένωση του σιδήρου και θα βάλουμε και ηλεκτρόδια από βανάδιο. Θα εφαρμόσουμε τάση 200 μVolt ανάμεσα στα ηλεκτρόδια με αποτέλεσμα να διαλυθεί το μέταλλο. Στο μεταξύ θα έχει εξατμιστεί και το νερό, οπότε μας μένει μόνο το περιεχόμενο της κονσέρβας καθαρό και έτοιμο για φάγωμα. Πάρα πολύ ωραία, είπαν οι κριτές, για να δούμε όμως και τους μαθηματικούς. Μπήκαν και οι μαθηματικοί στο αμφιθέατρο και άρχισαν να συζητούν το πρόβλημα. Έμειναν μέσα στον αμφιθέατρο τρεις και μισή ώρες και οι κριτές είχαν αρχίσει να ανησυχούν. Ύστερα από τρεις και μισή ώρες συνεχόμενης σύσκεψης, βγήκαν επιτέλους οι μαθηματικοί καταϊδρωμένοι, κουρασμένοι, ξεθεωμένοι, φωνάζοντας: Επιτέλους το βρήκαμε! Επιτέλους! Και πριν προλάβει να τους ρωτήσει η επιτροπή, αυτοί άρχισαν να μιλάνε:Είχαμε τη λύση μπροστά μας και δεν τη βλέπαμε! Η λύση που βρήκαμε ήταν τόσο απλή στη χρήση αλλά και τόσο δύσκολη στη σύλληψη!, Λοιπόν; τους ρώτησαν οι κριτές, ποια είναι αυτή η λύση; Και οι μαθηματικοί είπαν:Έστω μια ανοιχτή κονσέρβα...
Ένας φρέσκος απόφοιτος του Harvard στα οικονομικά, πάει για συνέντευξη σε μια τράπεζα προκειμένου να τον προσλάβουν.
Εκεί που τελείωνε η συνέντευξη, τον ρωτάει ο διευθυντής:
"Και για να κλείσουμε, σε τι επίπεδο θα ήθελες να κυμαίνεται ο μισθός σου;"
"Κοιτάξτε, γύρω στα 2.000.000 δρχ το μήνα, καθαρά, λαμβάνοντας υπ όψη και τα διάφορα προνόμια που θα μου παρέχετε."
"Ωραία κοίτα, τι θα έλεγες για 5 εβδομάδες το χρόνο άδεια, 14 μισθούς το χρόνο,
Πλήρης ασφαλιστική κάλυψη και αυτοκίνητο της εταιρείας, μια BMW Ζ3 καμπριολέ;"
"Ουάου, θα αστειεύεστε!"
"Ναι, αλλά εσύ άρχισες!"
Πάει ένας στο περίπτερο και λέει στον περιπτερά:
- Θα ήθελα 500.000 κόλλες ούχου.
- 500.000 κόλλες ούχου; λέει ο περιπτερας. Εδώ είναι περίπτερο, όχι εργοστάσιο. Εχω να σου δώσω 50 κόλλες αλλά 500.000 όχι. Αν θες τόσες πολλές πήγαινε στις αποθήκες πιο κάτω και ζήτα.
Πάει λοιπόν και αυτός στις αποθήκες βρίσκει έναν υπάλληλο και του λέει:
- Θα ήθελα 500.000 κόλλες ούχου.
Λέει ο υπάλληλος:
- 500.000; Δεν έχουμε τόσες. Πήγαινε στο εργοστάσιο πιο κάτω και ζήτα όσες θες.
Πάει λοιπόν ο φουκαράς μέχρι το εργοστάσιο. Βρίσκει εκεί έναν εργάτη και του λέει:
- Θα ήθελα 500.000 κόλλες ούχου.
- Πόσες;! λέει ο εργάτης. Φίλε μου, δεν έχουμε τέτοιο απόθεμα. Αν θες τόσες πολλές πήγαινε στην Αίγινα στο μοναστήρι του Αγιου Νεκτάριου και ζήτα όσες θες.
Παραξενεμένος αυτός πάει στην Αίγινα. Πηγαίνει στο μοναστήρι, χτυπάει την πόρτα, του ανοίγει ένας μοναχός και του λέει:
- Πάτερ, θα ήθελα 500.000 κόλλες ούχου.
Του λέει ο μοναχός:
- Περίμενε.
Χτυπάει παλαμάκια ο μοναχός και εμφανίζονται μέσα σε δευτερόλεπτα μοναχές, μοναχοί, παπαδοπαίδια κουβαλώντας κασόνια με κόλλες ούχου. Του λέει λοιπόν ο μοναχός:
- Ορίστε οι 500.000 κόλλες που ζήτησες.
Παθαίνει πλάκα αυτός και γεμάτος απορία λέει στον μοναχό:
- Καλά πάτερ μου, πήγα σε αποθήκες, σε εργοστάσια, και κόλλες δεν πήρα, εσύ που τις βρήκες τόσες πολλές;
- Τέκνο μου, του λέει, ξέρεις που ήρθες; Ξέρεις τι είναι εδώ;
- Όχι, δεν ξέρω, του απαντά ο άλλος.
- Εδώ είναι του Αγιου Νεκτάριου του πολυΟΥΧΟΥ.
Ήταν μια φορά, 2 μπο***λα το ένα απέναντι από το άλλο. Το ένα είχε συνέχεια δουλειά, ενώ στο άλλο βάραγαν μύγες. Αναρωτιέται η τσατσά τι τρέχει και δεν έχει δουλειά. Και καθαρό μπο***λο έχω, και ωραίες κοπέλες έχω, λέει, γιατί όμως δεν έρχεται κανείς;
Φωνάζει το μπράβο.
- "Μήτσο, πήγαινε απέναντι και κάνε τον πελάτη, να μου πεις γιατί έχει τόση δουλειά και εμείς όχι."
Πηγαίνει απέναντι λοιπόν. Χλιδή, καθαρά, και ωραίες πο***νες.
Έρχεται η τσατσά:
- "Τι θα θέλατε;"
- "Τι προσφέρετε εσείς;", ρωτάει ο Μήτσος.
- "Τα πάντα. Πισωκολλητό, απλό, παρτούζες, στάσεις 69, και φυσικά τσι***κι με τραγούδι!"
- "Τσι***κι με τραγούδι; δηλαδή", ρωτάει ο Μήτσος;
- "Θα σας παίρνει τσ***κι η κοπέλα και ταυτόχρονα θα σας τραγουδάει!"
- "Και πως γίνεται αυτό;"
- "Μυστικό!"
- "Καλά, λέει, αυτή την κοπέλα θέλω."
Μπαίνει στο δωμάτιο, έρχεται και η κοπέλα. Τον ρωτάει:
- "Τι θέλετε να ακούσετε.
- "Ρουβά", λέει αυτός.
Εντάξει λέει η κοπέλα, τον ξαπλώνει στο κρεβάτι, σβήνει το φως, αρχίζει να του παίρνει τσι****κι και να του τραγουδάει Ρουβά.
Τελειώνει, πληρώνει, και πηγαίνει στο μπο***λο που δουλεύει και λέει στην τσατσά ότι υπάρχει μια κοπέλα που του πήρε τσιμπούκι και ταυτόχρονα τραγουδούσε!
- "Πώς το έκανε", τον ρωτάει;
- "Δεν ξέρω, γιατί είχε σβήσει το φως."
- "Να πας ξανά", του λέει, "και να μάθεις."
Ξαναπηγαίνει, παίρνει την ίδια κοπέλα.
- "Τι θέλετε να ακούσετε τώρα;"
- "Καζαντζίδη."
- "Εντάξει", λέει. Αρχίζει το τσιi***κι και να τραγουδάει.
Ξαφνικά ο Μήτσος ανάβει το φως και βλέπει πάνω στο κομοδίνο ένα γυάλινο μάτι!
Περπατάει ένας τύπος στο δρόμο και έξω από ένα σπίτι βλέπει μια ταμπέλα που λέει:
- «Πωλείται σκύλος που ξέρει να μιλάει»
Από περιέργεια μπαίνει στην αυλή, χτυπάει στην πόρτα και ζητάει πληροφορίες.
Ο ιδιοκτήτης του λέει ότι είναι πίσω απο το σπίτι ο σκύλος και αν θέλει να πάει να τον δεi.
Πάει πίσω ο τύπος και βλέπει έναν μαύρο κοπρίτη να κάθεται σε μια γωνιά αραχτός. Δεν του γέμιζε το μάτι, αλλά τον πλησιάζει με δυσπιστία και, τι να κάνει, του λέει:
- «Εσύ είσαι ο σκύλος που ξέρει να μιλάει;».
Ο σκύλος τον ξαφνιάζει απαντώντας του, «Ναι, εγώ είμαι.»
Ο τύπος σαστίζει και του λέει:
- «Καλά, πώς γίνεται αυτό, πες μου λίγα πράγματα για σένα».
Κι ο σκύλος αρχίζει,
- «Κοίτα, από μικρός που γεννήθηκα είχα αυτό το χάρισμα. Οι πρώτοι μου ιδιοκτήτες, έκαναν το μεγάλο σφάλμα να το διαδώσουν και αμέσως με μαζέψανε για πειράματα. Πριν περάσει λίγος καιρός, με απήγαγε η κεντρική υπηρεσία πληροφοριών και με έβαλε να δουλεύω σαν κατάσκοπος. Όπως καταλαβαίνεις, κανείς δεν υποπτεύεται ότι ένας σκύλος μπορεί να κρυφακούει, και με στείλανε σε κάποιες αποστολές στη Μέση Ανατολή με αποτέλεσμα η ανατροπή ενός απολυταρχικού καθεστώτος να οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά σε δικές μου
Ενέργειες. Μετά από ένα διάστημα άρχισε να με κουράζει αυτή η ιστορία, και κυρίως τα συχνά ταξίδια στο εξωτερικό, και διαπραγματεύτηκα μια συμφωνία με την υπηρεσία. Από τότε καθόμουν στα αεροδρόμια και παρακολουθούσα συνομιλίες και ανταλλαγές λαθρεμπόρων. Οι συλλήψεις που ακολούθησαν συζητήθηκαν σε όλες τις εφημερίδες. Ε, να μην χασομεράω, από τότε παντρεύτηκα δυο φορές, έκανα ένα κάρο σκυλάκια, και τώρα είμαι πλέον στην σύνταξη και κάθομαι εδώ με το καινούργιο αφεντικό αραχτός. Αυτά πάνω κάτω ...»
Ο τύπος έχει κουφαθεί τελείως. Πάει στο αφεντικό και του λέει:
- «Πόσο τον δίνεις;»
Αυτός απαντάει «20 Ευρώ».
Ο τύπος κουφαίνεται:
- «Μα καλά, γιατί τόσο λίγο; Ο σκύλος σου είναι απίθανος!»
Και το αφεντικό του απαντάει:
- «Ρε μην ψαρώνεις... ψεύτης είναι, δεν έκανε τίποτα από αυτά που σου είπε!»
Ένας παπάς κι ένας ραβίνος ζούσαν απέναντι ο ένας από τον άλλο, η εκκλησία και η συναγωγή ήταν επίσης απέναντι, είχαν πάνω κάτω το ίδιο πρόγραμμα και όταν είχε ακολουθίες ο ένας είχε και ο άλλος, κάθε πρωί πήγαιναν με το ίδιο λεωφορείο στη δουλειά τους.
Δεν είχαν μεταξύ τους κανένα πρόβλημα και τα πήγαιναν πολύ καλά.
Κάποια φορά λοιπόν λέει ο παπάς στο ραβίνο να αγοράσουν ένα αυτοκίνητο από κοινού για να πηγαίνουν στους ναούς τους και να το έχουν μισό μισό.
Όπερ και εγένετο. Αγοράζουν το αυτοκίνητο και το φέρνουν και το παρκάρουν στη γειτονιά, ανάμεσα στα δυο σπίτια. Μετά από καμιά ώρα, όπως χάζευε το αυτοκίνητο από το παράθυρό του ο ραβίνος, βλέπει τον παπά να βγαίνει από το σπίτι του και να πηγαίνει στο αυτοκίνητο και να του ρίχνει νερό.
Παραξενευμένος πλησιάζει και τον ρωτάει:
- Καλά, αφού το αυτοκίνητο είναι καθαρό, γιατί το πλένεις;
- Δεν το πλένω, είναι αγιασμός, μια και είναι καινούριο είπα να το αγιάσω για να είναι καλοτάξιδο.
Προβληματίστηκε ο ραβίνος και έπεσε σε περίσκεψη. Μετά λοιπόν από κανα μισάωρο βγαίνει από το σπίτι του με ένα σιδεροπρίονο και πάει και κόβει 5 πόντους από την εξάτμιση!
Φθινόπωρο και πρώτη μέρα στα θρανία για τους μαθητές του αμερικανικού κολεγίου.
Η δασκάλα παρουσιάζει στα αμερικανάκια έναν καινούριο συμμαθητή τους, τον Ιάπωνα Σακίρο Σουζούκι (γιο του διευθυντή της Σόνυ) και το μάθημα αρχίζει με μικρές ερωτήσεις ιστορίας.
- «Για να δούμε λοιπόν, πόσο καλοί είστε στην αμερικανική ιστορία;» λέει η δασκάλα. «Ποιος είπε ; δώστε μου ελευθερία ή δώστε μου θάνατο;»
Κάποιοι μουρμουρίζουν αλλά κανείς δεν σηκώνει το χέρι του, εκτός από τον καινούριο:
- «Ο Πάτρικ Χένρυ το 1775 στη Φιλαδέλφεια», απαντά.
- «Μπράβο Σουζούκι, και ποιος είπε: ;Κυβέρνηση του λαού, από το λαό και για το λαό;», ξαναρωτά την τάξη η δασκάλα.
- «Ο Αβραάμ Λίνκολν, το 1863 στο Γκέτυσμπουργκ», απαντά και πάλι ο Σουζούκι.
Η δασκάλα κοιτάζει αυστηρά την τάξη και λέει:
- «Ντροπή σας! Ο Σουζούκι είναι γιαπωνέζος και ξέρει την αμερικανική ιστορία καλύτερα από σας!»
Τη σιωπή στην τάξη σπάει μια μικρή φωνή από τα πίσω θρανία:
- «Ρε δεν πάτε να γα**θείτε όλοι, μα**κες γιαπωνέζοι!»
- «Ποιος το είπε αυτό;» ρωτάει αυστηρά η δασκάλα.
Ο Σουζούκι σηκώνει το χέρι του και χωρίς να περιμένει λέει:
- «Ο στρατηγός Μακάρθουρ, το 1942, στη διώρυγα του Παναμά και ο Λι Ιακόκα, το 1982 στη γενική συνέλευση της Τζένεραλ Μότορς.
Η τάξη βυθίζεται στη σιωπή. «Θέλω να ξεράσω», ακούγεται μια ξεψυχισμένη φωνή.
- «Ποιος το είπε αυτό;» ξαναρωτάει με το ίδιο βλοσυρό ύφος η δασκάλα.
Και ο Σουζούκι πετάγεται πάλι:
- «Ο Τζορτζ Μπους ο πρώτος, στον πρωθυπουργό Τανάκα κατά τη διάρκεια επίσημου δείπνου στο Τόκιο το 1991».
Ένας μαθητής σηκώνεται όρθιος και ξεσπάει:
- «Ρε δε μας παίρνεις καμιά π**α, λέω γω!»
Και ο Σουζούκι, ψύχραιμα:
- «Μπιλ Κλίντον στη Μόνικα Λουίνσκι, το 1997, στο οβάλ γραφείο του Λευκού Οίκου».
Δυο τρεις μαθητές πετάγονται και φωνάζουν:
- «Α γα**σου ρε μα**κισμένο, Σουζούκι».
Ατάραχος ο γιαπωνέζος:
- «Βαλεντίνο Ρόσι, παγκόσμιο πρωτάθλημα μοτοσικλέτας, ράλι Νότιας Αφρικής, το 2002».
Κόλαση στην τάξη, οι μαθητές ουρλιάζουν και πετάνε καρέκλες, η δασκάλα έχει σωριαστεί λιπόθυμη και ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο διευθυντής:
- «Ε, μα την Παναγία δεν έχω ξαναδεί τέτοιο μπου**έλο».
Και στο βάθος ακούγεται πάλι η φωνή του Σουζούκι:
- «Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Κώστας Καραμανλής, το 2004, στο πρώτο υπουργικό συμβούλιο της κυβέρνησής του».