φρέσκα ανέκδοτα

Σε ένα κουπέ 4 ατόμων στο τραίνο κάθονται ένας γερμανό ακαθορίστου ηλικίας, μια πανέμορφη γαλλίδα τουρίστρια, ένας πιτσιρικάς έλληνας και μια γριά ελληνίδα.
Μέσα σε ένα τούνελ και ενώ επικρατεί σκοτάδι ακούγεται ένα αχχχχ, ένα φιλί ματς μουτς και ένας βροντερός μπάτσος.
Με την έξοδο από το τούνελ ο γερμανός τρίβει το κατακόκκινο μάγουλο του και σκέφτεται ρε τον τσόγλανο τον Έλληνα αυτός φίλησε εγώ έφαγα τον μπάτσο
Ο έλληνας σκέπτεται μπράβο τον γερμανό, χαλάλι ο μπάτσος
Η γαλλιδούλα σκέπτεται ρε τον λάκα τον γερμανό φίλησε την γριά αντί σε εμένα.
Και η γριά σκέπτεται φίλησα το χέρι μου και έριξα και ένα χαστούκι στον κολογερμανό που μας κλέβανε στην κατοχή!
Ένας πλούσιος κάνει πάρτι δίπλα στην πισίνα του . Μετά από ώρες διασκέδασης , η μουσική σταματάει κι ο πλούσιος ανακοινώνει :
- Δίνω ένα εκατομμύριο δολάρια σ όποιον πάει απ την μια άκρη της πισίνας στην άλλη , κολυμπώντας ανάμεσα στους κροκόδειλους που έχει μέσα . Καμιά κίνηση . Όλοι φοβούνται .
- Δίνω δύο εκατομμύρια δολάρια κι ένα αυτοκίνητο σ όποιον κολυμπήσει μέσα στην πισίνα . Και πάλι κανείς δεν προσφέρεται . Ο πλούσιος όμως θέλει να διασκεδάσει .
- Δίνω τρία εκατομμύρια δολάρια , ένα αυτοκίνητο και μια όμορφη γυναίκα . Ακρα του τάφου σιωπή . Ο πλούσιος σκέφτεται , ρε μπας κι έχουμε κανέναν ανώμαλο εδώ μέσα ; - Δίνω τρία εκατομμύρια δολάρια , ένα αυτοκίνητο , μια όμορφη γυναίκα κι έναν πούσ** . Πλαφ ! πέφτει κάποιος μες στην πισίνα , κολυμπάει σαν πύραυλος και βγαίνει απ την άλλη μεριά λαχανιασμένος αλλά σώος . Μόλις πατάει στη γη το πρώτο πράγμα που φωνάζει είναι :
- Τον πούσ** , φέρτε μου τον πούσ** ! - Ηρέμησε , φίλε μου , θα στον φέρουμε .
- Τον πούσ** θέλω , σας λέω , φέρτε μου τον πούσ** ! - Μα θα στον φέρουμε , τι κάψα είν αυτή ; του λέει ο πλούσιος .
- Τον πούσ** θέλω , που μ έσπρωξε στην πισίνα , αυτόν τον πούσ** θέλω !
Κάποτε σ ενα χωριό ένας κυνηγός διηγούνταν σε συγχωριανούς του μια ιστορία που του συνέβει στην Αφρική, κατά τη διάρκεια ενός σαφάρι.
- Λέει, λοιπόν πως ενώ κυνηγούσε στη ζούγκλα, είδε ξαφνικά πίσω από έναν θάμνο ένα λιοντάρι να τον αγριοκοιτάζει. Τότε, αν και τρόμαξε, έστρεψε το όπλο του εναντίον του και πυροβόλησε, αλλά αστόχησε. Τότε άρχισε το λιοντάρι να τον κυνηγάει. Ενώ αρχικά είχε μια απόσταση 50 μέτρων,το λιοντάρι όλο και πλησίαζε, μέχρι που σχεδόν τον έφθασε και ετοιμάσθηκε να του χυμήσει. Ω του θαύματος όμως,το λιοντάρι την τελευταία στιγμή γλυστρά και ο κυνηγός καταφέρνει και αποκτά πάλι μια απόσταση ασφαλείας 50 μ. πάλι. Το κυνηγητό όμως συνεχίζεται,σύμφωνα με τη διήγησή του. Μόλις το λιοντάρι τον ξαναπλησιάζει, μα τι τύχη! Ξαναγλυστρά και ξαναπέφτει. Η ομήγυρη που ακούει την ιστορία δαγκώνει τα νύχια της από την αγωνία. Η διήγηση συνεχίζεται με 3-4 παρόμοιες σκηνές,οπότε ο σπαστικός της παρέας παρεμβαίνει και λέει:
"Σώπα ρε μεγάλε με την κωλοφαρδία σου! Τόσες φορές σε πλησίασε το λιοντάρι και κάθε φορά γλυστρούσε κι εσύ ξέφευγες. Εγώ θα είχα χεστεί από τον φόβο μου!
- Οπότε ο άλλος γυρίζει και του απαντάει:
Κι εσύ που νομίζεις ρε φίλε ότι πατούσε το λιοντάρι και γλύστραγε κάθε φορά!
Περιμένουν όλοι οι επιβάτες ενός αεροπλάνου στο "Ελ. Βενιζελος" στις θέσεις τους περιμένοντας την απογείωση. Είχε και λίγη ώρα καθυστέρηση η Ολυμπιακή κατά τα γνωστά και υπάρχει ένας γενικός εκνευρισμός.
Σε κάποια στιγμή, μπαίνουν στο αεροπλάνό οι δύο πιλότοι από την πίσω πόρτα του αεροπλάνου και περπατάνε στη μέση του διαδρόμου προς την καμπίνα. Και οι δύο μοιάζουν να είναι τυφλοί. Ο ένας για να προχωρήσει πιάνεται από κάθισμα σε κάθισμα, ο άλλος έχει ένα άσπρο μπαστούνι και το χτυπάει δεξιά κι αριστερά και φοράνε και οι δύο μαύρα γυαλιά.
Οι επιβάτες δεν δίνουν πολλή σημασία στην αρχή, νομίζοντας ότι θα είναι καμία κακόγουστη φάρσα. Οι πιλότοι όμως μπαίνουν μέσα στην καμπίνα και βάζουν μπροστά τις μηχανές. Μερικοί αρχίζουν κάτι να ψιθυρίζουν και να κοιτάνε με ανησυχία τις συνοδούς. Εκείνες μοιάζουν να είναι ήρεμες και χαμογελάνε με επαγγελματική ψυχρότητα.
Το αεροπλάνο ξεκινάει, κάνει μια επιτόπου στροφή και ξεχύνεται με μεγάλη ταχύτητα στο διάδρομο απογείωσης. Αρχίζει να πέφτει ένας πανικός στον κόσμο. Μερικοί επιβάτες κάνουν το σταυρό τους, οι γυναίκες αρχίζουν να στριγκλίζουν και κάποιοι τρέχουν έντρομοι στα παράθυρα. Το αεροπλάνο επιταχύνει συνέχεια, καταβροχθίζοντας τα μέτρα του διαδρόμου απογείωσης.
Οι υστερικές κραυγές δυναμώνουν, ακούγονται κάτι "Βαγγελίστρα μου !" και όλοι πλέον έντρομοι βλέπουν να φτάνει το τέλος του διαδρόμου απογείωσης και το σιδερένιο πουλί να μη λέει να σηκωθεί. Όταν πια δεν μένουν παρά 50-60 μέτρα για το τέλος, ακούγεται πια μια δυνατή κραυγή τρόμου από όλους τους επιβάτες, αλλά ευτυχώς την τελευταία στιγμή, το αεροπλάνο παίρνει απότομα κλίση και επιτέλους απογειώνεται.
Μέσα στην καμπίνα γυρίζει ο ένας πιλότος και λέει στον άλλον. "Θα τύχει καμία από αυτές τις μέρες ξέρεις, να μη φωνάξουν οι επιβάτες και θα σκοτωθούμε !"