Γελάει καλύτερα όποιος έχει καλύτερα δόντια.
Των φρονίμων τα παιδιά, πριν πεινάσουν δεν πεινούσαν.
Όπου λαλούν πολλοί κοκόροι δεν μπορείς να κοιμηθείς.
Κύλησε ο τέτζερης και χύθηκε η σούπα.
Δώσε αέρα στον χωριάτη όταν κάνει καταδύσεις.
Στου κουνγκ-φού την πόρτα υπάρχει μία τρύπα από κλωτσιά.
Όποιος βαριέται να ζυμώσει παίρνει έτοιμο ψωμί.
Όποιος βιάζεται φτάνει γρηγορότερα.
Μη μιλάς, μη γελάς, κινδυνεύει η Ελλάς.
Από την πόλη έρχομαι και πάω στο χωριό.
Όποιος δεν έχει μυαλό, είναι άμυαλος.
Ένα μήλο την ημέρα δεν μπορεί να σε χορτάσει.
Όπου ακούς πολλά κεράσια, εκεί υπάρχει κερασιά.
Παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είναι και γοβάκι.
Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, πάνε τα λεφτά των συνταξιούχων.
Κάλλιο πέντε και στο χέρι, από το να σου βάζουν χέρι.
Όσα δεν φτάνει η αλεπού δεν τα φτάνει κι η νυφίτσα.
Το καλό το παληκάρι βοηθάει την μαμά του.
Δουλειά δεν είχε ο διάολος και γράφτηκε στον Ο. Α. Ε. Δ.
Η γριά κότα θα ψοφήσει όπου να ναι.
Ο γέρος ή από πέσιμο θα πάει ή από Θηβών.
Κάνε το καλό και δώσε το σε μένα.
Σαν (Sun) θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, Ντέιλυ Μίρρορ (Daily mirror) θέλει ο πεθερός.
Η πολλή δουλειά απαιτεί υπερωρίες.
Όποιος νυχτοπερπατεί κοιμάται ξημερώματα.
Γύρο-γύρο όλοι, εγώ προτιμώ μπιφτέκι.
Από μικρό κι από τρελλό μαθαίνεις παραμύθια.
Στερνή μου γνώση επιτέλους ήρθες.
Έλα μπάρμπα μου να σου δείξω το INTERNET.
Μπρος γκρεμός και πίσω δρόμος.
Η αρχή είναι το ήμισυ του αρχιμανδρίτη.
Χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη βρίσκει.
Φύλαγε τα ρούχα σου βάζοντας ναφθαλίνη.
Μάρτυς γδάρτης θα σε στείλει φυλακή.
Πήγε για μαλλί (της γριάς) και βγήκε με ποπ-κορν.
Ή στραβός είναι ο γιαλός ή ίσιος.
Κάποιο λάκκο έχει ο δρόμος.
Χέσε μέσα Πολυχρόνη, γιατί δεν μπορώ να καθαρίζω άλλο.
Κι αν είσαι και παπάς μάλλον στον Παράδεισο θα πας.
Μάτια που δεν βλέπονται χρειάζονται επειγόντως λίφτιγκ.
Όταν λείπει η γάτα έχεις οικονομία στα friskies.
Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα ας τρώει καλαμπόκι.
Είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κοκόρι.
Κοιμότανε που λέτε η καημένη η Χιονάτη πολύ καιρό, μέχρι που τη φίλησε το πριγκιπόπουλο και ζωντάνεψε. Και όπως ήτανε και παίδαρος η μικρή την είδε ο νεαρός και κάτι σκίρτησε επάνω του και αποφάσισε να την παντρευτεί για να της εξηγήσει αυτός...
Παντρευτήκανε λοιπόν με πολιτικό γάμο για να μην καθυστερούνε και επειδή ο γαμπρός τσίμπαγε προς λιγούρη μπήκανε αμέσως στη κρεβατοκάμαρα που είχανε ετοιμάσει οι 7 νάνοι και πιάσανε δουλειά.
Από την πρώτη στιγμή οι 7 νάνοι είχανε μια ανησυχία:
"Μήπως το πονέσει το κορίτσι μας ο χλιμίτζουρας και είναι και αμάθητο", είπε ο Γκρινιάρης,
"Μήπως μας το στεναχωρήσει ο τράγος", είπε ο Συναχωμένος και λέγε-λέγε αποφάσισαν να παρακολουθήσουν και αν τον δουν να της φέρεται άσχημα να επέμβουν".
Η πόρτα όμως ήτανε μασίφ καρυδιά και πολύ ψηλή και μόνο πάνω πάνω είχε ένα φεγγίτη. Ανεβήκανε λοιπόν ο ένας στους ώμους του άλλου και έτσι ο έβδομος, ο Σοφός, έφτανε να βλέπει από το φεγγίτη και να λέει στους υπόλοιπους τι βλέπει.
- Τη φιλάει τώρα στο λαιμό, έχει το χέρι του μέσα από τη μπλούζα της και της χαϊδεύει το στήθος; λέει ο Σοφός στον από κάτω του.
Η πληροφορία διαδίδεται σαν ηχώ προς τα κάτω από τον ένα στον άλλον:
"Της χαϊδεύει το στήθος", "... Χαδεύει το στήθος", "... Ει το στήθος", "... Στήθος", "... Ήθος"
- Της βγάζει το σουτιέν!, λέει μετά ο Σοφός και η πληροφορία διαδίδεται:
"Της βγάζει το σουτιέν", "Βγήκε το σουτιέν", "Πάει και το σουτιέν"..., ..., ".. Σουτιέν"
- Τώρα το δαντελένιο μικρό βρακάκι της, η επόμενη πληροφορία και η ηχώ:
"Τώρα το βρακάκι", "Βγήκε το βρακάκι", ..., ..., ..., "... Βρακάκι"
- Της τον έβαλε και τη πηδάει με πάθος, λέει με βαθιά φωνή ο Σοφός και φυσικά διαδίδεται αμέσως:
"Της τον έβαλε", "Την πηδ***", "Τον έχωσε", ..., ..., "... πηδ***"
- ΧΥΝΕΙ! γρυλίζει ο Σοφός και η ηχώ:
"Κι εγώ", "Κι εγώ", "Κι εγω"...
Πάει η πεθερά ενός τύπου στα Ιεροσόλυμα. Εκεί έπαθε εγκεφαλικό, και σύντομα πέθανε. Παίρνουν τηλέφωνο στην Αθήνα, τον γαμπρό της για τα τυπικά της κηδείας:
- Για να γίνει η κηδεία Αθήνα χρειάζονται τουλάχιστον 5000 ευρώ, ενώ εδώ μόνο 1000.
Το σκέφτεται λίγο ο γαμπρός της και απαντά:
- Αθήνα!
- Α, εσείς νοιάζεστε πολύ. Θα σας κάνουμε καλύτερη τιμή! Αθήνα 5000 ευρώ, εδώ 800.
- Όχι, να την φέρετε εδώ.
- Αθήνα 5000, εδώ 600!
- Όχι, όχι, εδώ!
- Αθήνα 5000, εδώ 200!
- Μα δεν καταλαβαίνετε τι σας λέω; Εδώ είπαμε!
- Συγνώμη ρε φίλε να σου κάνω μια ερώτηση; Τόσο πολύ την αγάπαγες την πεθερά σου;
- Κοίταξε να δεις, πριν πολλά πολλά χρόνια, ένας δικός σας κηδεύτηκε εκεί πέρα, και μετά αναστήθηκε! Δεν το διακινδυνεύω!
Μια κοπέλα φέρνει σπίτι το φίλο της να τον γνωρίσει στους γονείς της , μια που αποφάσισαν να παντρευτούν .
- Ποια είναι λοιπόν τα σχέδιά σου ; ρώτησε ο πατέρας της κοπέλας .
- Έχω πάρει υποτροφία για το Πανεπιστήμιο , απάντησε ο νεαρός .
- Υποτροφία ... μμμμμ ... Αξιοθαύμαστο , αλλά πως θα μπορέσεις να παράσχεις στην κόρη μου ένα σπίτι για να ζήσει όπως έχει συνηθίσει ;
- Θα μελετήσω σκληρά κι έχει ο Θεός .
- Και τι θα κάνεις για να προσφέρεις στην κόρη μου το δαχτυλίδι αρραβώνων που της αξίζει ;
- Θα αφοσιωθώ στις σπουδές μου κι έχει ο Θεός .
- Και παιδιά ; Πως θα μπορέσεις να συντηρήσεις παιδιά ;
- Μην ανησυχείτε κύριε , έχει ο Θεός .
Η όλη συζήτηση συνεχίστηκε έτσι και κάθε φορά που ο πατέρας της κοπέλας ρωτούσε κάτι , ο ιδεαλιστής γαμπρός επέμενε ότι έχει ο Θεός .
Αργότερα η μητέρα της κοπέλας ρώτησε τον άντρα της :
- Πως πήγε η κουβέντα σας ;
- Δεν έχει δουλειά , δεν έχει σχέδια για το μέλλον αλλά τουλάχιστον πιστεύει ότι είμαι Θεός .
Ο γαμπρός , ετών 70 + , και η νύφη , ετών 25 , μπαίνουν στο ξενοδοχείο για να περάσουν τον μήνα του μέλιτος ...
Δεδομένης της διαφοράς στην ηλικία , όλοι στο προσωπικό του ξενοδοχείου σκέφτηκαν το προφανές ( ... ναι , αυτό που σκεφτήκατε και εσείς ... όχι ο έρωτας , το άλλο ... ) Λοιπόν φαντάζεστε την έκπληξη όλων το άλλο πρωί : Ο γαμπρός κατεβαίνει κατά τις 8 το πρωί , με ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπό του , γεμάτος αυτοπεποίθηση και φοβερά ευδιάθετος . Καταβροχθίζει μερικές φέτες ψωμί με βούτυρο και μαρμελάδα , αυγά , μπέικον κλπ κλπ και όταν τελειώνει κατευθύνεται στο σαλόνι του ξενοδοχείου για το πρωινό του πούρο ... Η νύφη κατεβαίνει κατά τις 9 ... Όταν λέμε κατεβαίνει , σέρνεται η κοπέλα ,
Παραπατάει , παραμιλάει ... Τέλος πάντων , φτάνει στην σερβιτόρα :
" Ένα καφέ ... " , ψελλίζει , " ... σκέτο και δυνατό ... " . Πηγαίνει όπως - όπως σε ένα
Τραπέζι και σωριάζεται ... Η σερβιτόρα , έκπληκτη , πηγαίνει τον καφέ στην νύφη . Φεύγοντας όμως δεν κρατιέται ...
- " Με συγχωρείς , κοπέλα μου ... Δεν μπορώ να το χωνέψω όμως : Πώς εσύ , νέα κοπέλα , είσαι σε τέτοιο χάλι μετά την πρώτη νύχτα του γάμου με έναν γέρο που ξέχασε να πεθάνει ; "
- " Ο αλήτης ! Ο απατεώνας ! Με ξεγέλασε ... Τόσο καιρό μου έλεγε ότι κάνει οικονομίες εδώ και 50 χρόνια ... Εγώ νόμιζα ότι εννοούσε χρήματα ..."
Το λοιπόν γινόταν ένας γάμος στην Κρήτη, αλλά έγινε καυγάς χοντρός.
Παραλίγο να γίνουν και φονικά αλλά επενέβη η αστυνομία.
Μετά πάνε όλοι στο τμήμα, (ήρθε και ο Γόρτυς)
Για ανακρίσεις και εξετάσεις της υπόθεσης.
"Τι έγινε;" λέει ένας μπάτσος με μουστάκι τσιγκελωτό.
"Να σας πω κύριε πόλισμάν μου" λέει ο κουμπάρος.
"Χόρευα με την νύφη ένα χορό,
Αλλά η μουσική δεν σταματούσε και συνέχισα να χορεύω
Και δεύτερο και τρίτο τραγούδι.
Τότε σηκώνεται ο γαμπρός και δίνει μια κλωτσιά
Στα . . . απόκρυφα της νύφης.
Ε, μου έσπασε τρία δάχτυλα."
Παραμονές ενός γάμου σ ένα χωριό πάει η κόρη στη μάνα και της λέει:
- Ρε μάνα τι θα γίνει αύριο παντρεύομαι και δεν είμαι παρθένα τι να κάνω;
Η μάνα σαν παλιά καραβάνα της λέει:
- Πήγαινε στο μπακάλικο και πάρε μια κόκκινη βαφή αυγών και την ώρα που θα σε γ*** ριχτεί στο κρεβάτι. Αυτός πάνω στη γλύκα και τα βογκητά δεν θα καταλάβει τίποτα.
Η χαζή η κόρη όμως πάει και παίρνει πράσινη βαφή αυγών και όταν τέλειωσε ο γάμος, ο γαμπρός πήρε τη νύφη για να πάνε να γ****
Και την ώρα που ο γαμπρός την γ**** αυτή ρίχνει την πράσινη βαφή αυγών που πήρε (αυτός εντωμεταξύ δεν έχει καταλάβει τίποτα) παίρνει το σεντόνι με περηφάνια και το δείχνει έξω στο πανηγύρι και αντί να δουν όλοι αίμα πάνω στο σεντόνι βλέπουν πράσινους λεκέδες και γυρνάει ο πατέρας του γαμπρού περήφανος για το γιό του και λέει:
- Πω πω τι ψω**ρα γιό που έχω της πέταξε τη χολή!
Ευτυχισμένο ήτανε το ζευγάρι. Καλός εκείνος, καλή κι εκείνη αγαπιόντανε καλά κι ας είχανε περάσει χρόνια απ όταν ευλογηθήκανε. Είχανε ξεπουλιάσει τα κοπέλια, είχανε παντρευτεί κι είχανε πιάσει φύλα και φτερά ...
Μοναδικός σύντροφος του ζευγαριού στα γεράματα η πεθερά η μάνα τσι γυναίκας δηλαδή ένας καλός άνθρωπος που ήτανε όμως παράλυτη. Αγόγγυστα τη σήκωνε ο γαμπρός τσι τη μια να τήνε πάει στον ήλιο την άλλη στον ασκιανό. Φορά δεν του πε η γυναίκα ντου {πάρε τη μάνα μου και βάλε τήνε εκειε} και να μην τση κάμει το χατίρι. Κάποτε κι ενώ περιμένανε να ποθάνει η πεθερά ένας ξαφνικός κόλπος έριξε κάτω το... Γαμπρό.
Στο μοιρολόι η κερά δεν ξέχασε τσι καλοσύνες του άντρα τζη και τσι περιποιήσεις του για τη μάνα τζη. (Η μάνα μου μ απόμεινε, βλαστέ μου, κι ήντα θα τήνε κάμω εδά αητέ μου που μόνο να σου το λεγα, καμάρι μου ντελόγο τήνε σήκωνες, κλωνάρι μου, και πάντα μου την κάθιζες, καλέ μου, όπου θελά σου δείξω ,καντηφέ μου, και ΄δα άπου μ ΄απόθανες, καμάρι μου, ποιος θα μου την καθίζει, κανακάρη μου)
Ήταν μια φορά 3 παίχτες του Παναθηναϊκού, ο Νικοπολίδης, ο Μπασινάς και ο Καραγκούνης και πήγαν να εισπράξουν τα λεφτά των συμβολαίων τους.
Αφού τα παίρνουν ρωτάει ο Μπασινάς και ο Καραγκούνης τον Νικοπολίδη.
- Ρε Αντώνη, τι θα τα κάνεις τώρα τα λεφτά.
- Να, λέει, σκέφτομαι να πάρω ένα καινούργιο σπίτι και ένα αμάξι.
- Και τα υπόλοιπα;
- Εε, θα τα βάλω στην άκρη να τα έχω.
Ρωτάνε μετά τον Μπασινά.
- Εσύ ρε ʼγγελε τι θα τα κάνεις τα λεφτά;
- Τώρα εγώ όπου να ‘ναι παντρεύομαι, ε θα μου πάρει κάποια λεφτά ο γάμος και θα δώσω μερικά για έπιπλα.
- Και τα υπόλοιπα;
- Θα τα βάλω στην τράπεζα να τα έχω.
Τέλος ρωτάνε και τον Καραγκούνη.
- Εσύ ρε Γιώργο τι θα κάνεις με τα λεφτά;
- Εγώ θα πάρω ένα Cinquecento.
- Και τα υπόλοιπα;
- Ε, και τα υπόλοιπα θα τα βάλει η γιαγιά μου...
Το πρωί του γάμου της, η μέλλουσα νύφη θυμήθηκε ότι δεν είχε πάρει νυχτικό για το πρώτο βράδυ του γάμου.
Ζήτησε λοιπόν από την αδελφή της να πάει να αγοράσει ένα ωραίο μακρύ μαύρο νεγκλιζέ, και να το βάλει προσεκτικά στην βαλίτσα που θα έπαιρνε μαζί της, έτσι ώστε να μην τσαλακωθεί.
Μες στην βιασύνη η αδερφή κατάφερε να βρεί μοναχά ένα κοντό ροζ νυχτικό, το οποίο και αγόρασε και έβαλε πρόχειρα στην βαλίτσα.
Μετά τον γάμο, η νύφη και ο γαμπρός πήγαν στο ξενοδοχείο.
Ο γαμπρός ήταν λίγο ντροπαλός και πήγε να αλλάξει στο λουτρό, αφού συμφώνησαν να μην κρυφοκοιτάζουν.
Όσο ήταν στο λουτρό, η νύφη άνοιξε την βαλίτσα, και είδε το νυχτικό που είχε αγοράσει η αδερφή της. Αμέσως αναφώνησε:
- Ω, όχι! Είναι κοντό, ροζ και ζαρωμένο!
Και τότε έβαλε και τις φωνές ο γαμπρός:
- Ε, σου είπα να μην κρυφοκοιτάξεις!