Skip to main content
- Ένας τύπος παίρνει κάθε πρωί το λεωφορείο να πάει στη δουλειά του και κάθε μέρα βλέπει μέσα μια χήρα, μαυροφορούσα και χαμηλοβλεπούσα.
Τη βλέπει μία, τη βλέπει δύο κλπ κλπ στο τέλος αρχίζει να τη γουστάρει. Της την πέφτει λοιπόν στην αρχή με το μαλακό (χήρα γυναίκα άλλωστε) και όσο αυτή δεν ενδίδει τόσο ποιο φορτικός γίνεται. Εν πάση περιπτώσει, χήρα βράχος ακλόνητος, δεν πέφτει με τίποτα κι ο τύπος πάει να σκάσει. Κάποια μέρα ο εισπράκτορας, ο οποίος έχει πάρει πρέφα την όλη φάση, φωνάζει τον τύπο και του λέει :
- "Κοίτα να δεις, βλέπω ότι γουστάρεις τη χήρα. Κι επειδή συμβαίνει να τη γνωρίζω και ξέρω την ιστορία της θα σε βοηθήσω. Λοιπόν, το κλειδί στην περίπτωση της χήρας είναι ότι είναι κολλημένη με τον μακαρίτη, δεν μπορεί να ξεπεράσει τον θάνατό του. Κάθε μέρα, προς το βραδάκι, πηγαίνει στο νεκροταφείο και κλαίει πάνω από το μνήμα. Αυτή ακριβώς την αδυναμία της πρέπει να εκμεταλλευθείς. Η συμβουλή μου, λοιπόν, είναι η εξής: πήγαινε λίγο νωρίτερα και κρύψου πίσω από τον τάφο κι όταν έρθει η χήρα εμφανίσου ξαφνικά μπροστά της και πες ότι είσαι άγγελος Κυρίου και ότι μπορείς να την φέρεις σε επαφή με τον άντρα της. Όπως θα είναι ψιλοσκοτεινά δεν θα καταλάβει τίποτα. Πιάστην στο ψηστήρι και πάνω στη φάση γά** την."Πράγματι, έτσι και έγινε. Ο τύπος κρύβεται πίσω από τον τάφο και μόλις έρχεται η χήρα κι αρχίζει το κλάμα πετάγεται ξαφνικά μπροστά της και της λέει:
"Είμαι άγγελος Κυρίου, μπορώ να σε φέρω σε επαφή με τον άντρα σου"
. Η χήρα τα παίζει στην αρχή αλλά γρήγορα συνέρχεται και τον ρωτάει:
"Αλήθεια μπορείς ?"."Ναι", λέει ο τύπος, "αλλά πρώτα πρέπει να κάτσεις να σε γα***ω"."Αποκλείεται", λέει η χήρα. "τι είναι αυτά που μου λες? Χήρα γυναίκα είμαι, δεν μπορώ να το κάνω αυτό που λες"."Κοίτα", επανέρχεται ο τύπος, "αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να ξαναβρεθείς με τον άντρα σου. Αν δεν σαρέσει χάνεις την ευκαιρία."
Τι να κάνει η χήρα! Με τα πολλά ψήνεται και αποφασίζει να του κάτσει. Του λέει όμως:
"Κοίταξε να δεις, δέχομαι να με γα***εις αλλά μόνο από πίσω. Το "μπροστά" το έχω αφιερώσει στον άντρα μου". Συμφωνεί ο τύπος .. Αρχίζει να την γα***ει και στο τελείωμα πάνω τον πιάνουν τύψεις."Ξέρεις κάτι", της λέει, "ψέμματα σου είπα, τι άγγελος Κυρίου και μα***κίες, ο τύπος από το λεωφορείο είμαι που σου την πέφτει κάθε μέρα "
. Και η χήρα:
"Εντάξει μωρέ, δεν τρέχει τίποτα. Κι εγώ δεν είμαι η χήρα, ... Ο εισπράκτορας είμαι"...!
Ο Γιωρίκας κάποια μέρα πήρε την απόφαση να γίνει ξυλοκόπος.
Πάει, λοιπόν, σε ένα κατάστημα που πούλαγαν αλυσοπρίονα και λέει στον υπάλληλο :
Θέλω ένα καλό αλυσοπρίονο, για επαγγελματική χρήση
Έχουμε αυτό, το μοντέλο το sxg2000, κόβει μέχρι 100 δέντρα την ημέρα.
Καλό είναι,΄λέει Γιωρίκας και το αγοράζει.
Την επόμενη μέρα επιστρέφει αγανακτισμένος στο μαγαζί και κάνει φασαρίες. Τι 100 δέντρα και μαλακίες , μισό δέντρο έκοψα και έκανα 9 ώρες, τι πράματα είναι αυτά, θα το ΄κλείσετε το μαγαζί με τις μαλακίες που πουλάτε, και άλλα τέτοια σχετικά.
Ο υπάλληλος θορυβημένος του δίνει ένα άλλο μοντέλο, το turbo sxg2500. Αυτό του λέει, είναι το καλύτερο μοντέλο της αγοράς, 200 δέντρα την ημέρα κόβει.
Το παίρνει ο Γιωρίκας, πληρώνει τη διαφορά και χάνεται κανα δυο μέρες.
Την τρίτη μέρα, πάλι πίσω. Ρε καραγκιόζη τι μου πούλησες του λέει, Δυο μέρες κόβω και κατάφερα ένα δεντράκι να κόψω μόνο.
Σας παρακαλώ κύριε του, λέει ο υπάλληλος, μπορεί να έχει κάποιο πρόβλημα το μηχάνημα, άλλα όμως σας καλύπτει η εγγύηση, μην κάνετε έτσι, πάμε λίγο έξω να το δοκιμάσουμε.
Πάνε λοιπόν έξω, όπου υπήρχε ένας κορμός μεγάλος, κάνει μία έτσι ο υπάλληλος και τραβάει το σκοινί ΓΚΡΝΝΝΝΝΝ.. παίρνει μπροστά το αλυσοπρίονο.
Ο Γιωρίκας μένει κάγκελο... Πώς το κάνες αυτό ρε μεγάλε ...!
Όταν πέθανε η Μητέρα Τερέζα και πήγε στον Παράδεισο,τη βλέπει ο Αγιος Πέτρος και μετά τα σχετικά διαπιστευτήρια αναγνωρίζει το έργο της και της λέει:
- Εσύ δεν θα είσαι απλώς στον Παράδεισο αλλά θα φοράς και αυτό το αστεράκι στο μέτωπο ως αναγνώριση από όλους πως ήσουν μία αγία.
Χαρούμενη η Μητέρα Τερέζα που, έστω και, μετά θάνατον αναγνωρίστηκε το έργο της αρχίζει να περιδιαβαίνει στις οδούς τους Παραδείσου τραβώντας τα βλέμματα όσων την βλέπουν. Ξαφνικά, σε ένα δρόμο βλέπει μία ψηλή ξανθιά κοπέλα με ένα πελώριο αστέρι στο μέτωπο.
- Ωωωω, τι να έκανε αυτή άραγε, αναρωτιέται. Μα ποιά είναι;
Την πλησιάζει και τη ρωτά. Εκείνη αποκρίνεται:
- Είμαι η Lady Diana.
- Και τι έκανες εσύ;
- Ε, ότι όλες οι πριγκίπισσες: έπινα, χαρτόπαιζα, έκανα διακοπές, τριγυρνούσα από δω κι από κει με διαφορετικούς γκόμενους, φορούσα διάφορα επώνυμα ρούχα και τέτοια.
Τσαντίζεται η Μητέρα Τερέζα, την χαιρετά βιαστικά και καταλήγει στο γραφείο του Αγ. Πέτρου:
- Πάρε το αστέρι σου πίσω ρε. Δεν θέλω ούτε καν να είμαι εδώ.
- Τι έγινε Τερέζα μου; Τι έχεις; Τι σε χάλασε;
- Είναι δυνατόν; Εγώ έφαγα τα νιάτα μου, έσωσα εκατομμύρια κόσμο, αφιέρωσα τη ζωή μου στον άνθρωπο και την πίστη, έκανα τόσα πράγματα και μου έδωσες ένα μικρό αστεράκι και αυτή η ξανθιά, η έξαλλη έκανε ότι περνούσε απο το χέρι της για μια καλή ζωή και κέρδισε ένα πελώριο αστέρι.
- Μα, για ποιά λες;
- Γι αυτή την ψιλή ξανθιά με το μεγάλο αστέρι.
- Τη Lady Diana?
- Ναι αυτή, έτσι τη λένε.
- Ποιό αστέρι καλή μου; Αυτό είναι το σήμα της Mercedes.
Μια υπέροχη ξανθιά μπαίνει στο γραφείο του διευθυντή της εφημερίδας.
- Γεια, του λέει. Θέλω να με προσλάβεις γραμματέα σου.
- Γραφομηχανή ξέρεις; ρωτάει αυτός.
- Όχι, του λέει, αλλά μπορώ να μάθω.
- Στενογραφία;
- Όχι, αλλά μπορώ να μάθω.
- Αγγλικά;
- Όχι, αλλά μπορώ να μάθω...
Ο τύπος τα έχει παίξει.
- Καλά, τη ρωτάει τίποτα δεν ξέρεις;
- Όχι, του λέει αυτή, αλλά μπορώ να μάθω...
- Και, δεν μου λες, τουλάχιστον. Πόσα λεφτά θέλεις;
- Ενάμιση εκατομμύριο το μήνα, λέει αυτή.
- Τρελάθηκες κορίτσι μου; Εδώ έχω δύο αρχισυντάκτες, της απαντάει, και παίρνουν και οι δύο μαζί εννιακόσιες χιλιάδες.
Και η ξανθιά:
- Καλά. Τότε... πήδ.. τους αρχισυντάκτες σου!
Ένας τύπος δουλεύει στο ταχυδρομείο, στο τμήμα που επεξεργάζεται γράμματα που έχουν σταλεί σε λανθασμένες διευθύνσεις και άγνωστους παραλήπτες.
Μια μέρα, βλέπει ένα γράμμα με διεύθυνση "Προς τον Θεό".
Αυτό πρέπει να το διαβάσω, σκέφτηκε... Για να δούμε τι λέει!
Ανοίγει το γράμμα και διαβάζει.
"Αγαπητέ Θεούλη, σου ζητώ απεγνωσμένα τη βοήθεια σου. Είμαι μια γριούλα 87 ετών που παίρνω μια πενιχρή σύνταξη που τσίμα τσίμα με φτάνει να τα φέρω βόλτα.
Χτες στο τρόλεϊ μου κλέψανε την τσάντα μου με 100 ευρώ μέσα. Ήταν τα τελευταία λεφτά που είχα για να περάσω μέχρι να έρθει η σύνταξη του άλλου μήνα, την άλλη βδομάδα είναι Πάσχα και μάζευα αυτά τα λεφτά πόσους μήνες για να αγοράσω λαμπάδες και δώρα στα εγγονάκια μου.
Δεν έχω άλλα λεφτά στην τράπεζα και δεν έχω κανέναν να μου δανείσει, και άμα δεν τους πάρω δώρα θα στενοχωρηθούν πάρα πολύ γιατί περιμένουν πως και πως όλο το χρόνο.
Σε παρακαλώ αν θα μπορούσες να με βοηθήσεις κι εγώ θα σου ανάβω ένα κεράκι κάθε βδομάδα για να σε ευχαριστήσω..."
Ο υπάλληλος κατασυγκινήθηκε και άρχισε να διαβάζει το γράμμα σε όλους τους συναδέλφους του στο ταχυδρομείο. Όλοι στενοχωρήθηκαν και αποφάσισαν να ξηλωθούν και να βάλουν ό,τι μπορεί ο καθένας και τελικά όλοι μαζί κατάφεραν και συγκέντρωσαν 96 ευρώ.
Τα έβαλαν στο φάκελο και τα ταχυδρόμησαν στη γιαγιά, και μετά επέστρεψαν στη δουλειά τους έχοντας αυτή την θερμή και όμορφη αίσθηση πως έκαναν μια όμορφη, χριστιανική πράξη για το Πάσχα.
Την επόμενη βδομάδα έφτασε νέο γράμμα από τη γριούλα, πάλι με παραλήπτη το
Όλοι οι υπάλληλοι του ταχυδρομείου μαζεύτηκαν μέσα στην αγωνία για να διαβάσουν την απάντηση.
"Αγαπητέ Θεέ,
Πώς να σε ευχαριστήσω για το καλό που μου έκανες...;
Με τα λεφτά που μου έστειλες πήρα δώρα και λαμπάδες και πασχαλινά αυγά στα εγγονάκια μου και χάρηκαν πάρα πολύ. Περάσαμε πολύ όμορφα χάρις στο δώρο που μου έκανες από αγάπη. Θα σου ανάβω ένα κεράκι κάθε βδομάδα για να σε ευχαριστήσω.
Αιώνια η βασιλεία Σου.
Υ. Γ. Παρεμπιπτόντως, λείπανε 4 ευρώ από το φάκελο. Νομίζω πως τα βουτήξανε αυτά τα καθάρματα που δουλεύουν στο ταχυδρομείο... Τους ξέρω εγώ τι αληταράδες είναι!"
Είναι ένας τύπος, εντελώς μαμάκιας, κολλημένος δηλαδή με τη μάνα του... Και κάποια στιγμή αποφασίζει να παντρευτεί.
Η γυναίκα του, του μαγειρεύει, και όταν αυτός γυρίζει από το γραφείο και δοκιμάζει το φαγητό λέει:
- Καλό το φαγητό που μαγείρεψες, γυναίκα, αλλά της μαμάς είναι καλύτερο!
Η γυναίκα του σιδερώνει αλλά όταν αυτός γυρίζει από το γραφείο λέει:
- Καλά σιδερώνεις, γυναίκα, αλλά η μαμά μου τα ρούχα τα κολλάριζε!
Η γυναίκα του συγυρίζει το σπίτι αλλά όταν αυτός γυρίζει από το γραφείο λέει:
- Ωραία έχεις τακτοποιήσει το σπίτι, αλλά η μαμά μου όταν συγύριζε το διακοσμούσε κιόλας...!
Τα παίρνει κι η γυναίκα του μια μέρα, και πάει σε ένα μαγαζί και αγοράζει κάτι σέξι μαύρα εσώρουχα, ζαρτιέρες, στριγκ κ. Λ. Π. Σκέφτεται, θα τα φορέσω, θα ανάψω κεριά, θα βάλω απαλή μουσική και θα τον περιμένω. Τι στο καλό, θα την ξεχάσει τουλάχιστον για απόψε τη μάνα του...
Με το που γυρίζει ο τύπος από το γραφείο βλέπει τα φώτα στο σπίτι κλειστά, και τη γυναίκα του με τα μαύρα εσώρουχα και τρελαίνεται...
- Γιατί φοράς μαύρα; Έπαθε τίποτα η μάνα μου;!
Tρεις φίλοι, ένας Γερμανός, ένας Iταλός και ένας Πόντιος, δουλεύουνε σε ένα εργοστάσιο.
Kάθε μεσημέρι στο διάλειμμα, ανοίγει καθένας το μπόγο του και τρώνε το φαγητό τους, το οποίο δυστυχώς, είναι κάθε μέρα το ίδιο! Mια μέρα, εξαντλημένοι από τη δουλειά, κάθονται να φάνε και λέει ο Γερμανός πριν να ανοίξει το μπόγο του:
- Έτσι και είναι πάλι λουκάνικα και εγώ δεν ξέρω τι θα γίνει! Aνοίγει τον μπόγο αργά, μέσα βρίσκει τι άλλο λουκάνικα, οπότε παίρνει φόρα και πηδάει από τον πέμπτο όροφο στο κενό! O Iταλός κοιτάζει πρώτα τον Γερμανό να πέφτει, κοιτάει ύστερα τον μπόγο του αποφασισμένος και λέει:
- Aν βρω πάλι μακαρόνια θα ακολουθήσω τον Γερμανό! Tον ανοίγει λοιπόν και φυσικά παίρνει και αυτός το δρόμο που χάραξε ο φίλος του!Tελευταίος ο Πόντιος, εύχεται κοιτάζοντας τον ουρανό να μη βρει πάλι ψωμί με τυρί, αλλά μέσα στον μπόγο βρίσκει πάλι ένα κομμάτι τυρί και μια μεγάλη φέτα ψωμί ξερό. H συνέχεια είναι αναμενόμενη... Tην επόμενη μέρα στην κηδεία οι τρεις χήρες κλαίνε απαρηγόρητες. Λέει πρώτη η Iταλίδα:
- Φτωχοί άνθρωποι είμαστε, μα αν μου είχε πει πως ήθελε κάτι άλλο θα έβρισκα κάτι να του φτιάξω!Λέει η Γερμανίδα:
- Mα εγώ νόμιζα πως του άρεσαν τα λουκάνικα. Aν ήξερα... Λέει και η Πόντια:
- Mα κάθε μέρα μόνος του το έφτιαχνε το φαγητό!