φρέσκα ανέκδοτα

Η Ελενίτσα πάει στην ΣΤ Δημοτικού .
Μια μέρα την ώρα του διαλείμματος η Ελενίτσα αρχίζει να κλαίει ασταμάτητα . Όλοι οι συμμαθητές τη ρωτούσαν τι είχε και αυτή κλαίγοντας τους έλεγε ότι " φίλοι μου να ξέρετε ότι πολύ σύντομα θα πεθάνω ". Τα παιδιά τρομοκρατημένα πήγαν και το είπαν στη δασκάλα . Η δασκάλα κάλεσε την Ελενίτσα να τη ρωτήσει τι συμβαίνει . Η Ελενίτσα εξακολουθώντας να κλαίει λέει στη δασκάλα " Κυρία θα πεθάνω γιατί τρέχει πολύ αίμα από κάτω μου " και σηκώνοντας τη φούστα της έδειξε στη δασκάλα τι συνέβαινε . Η δασκάλα κοίταξε και αμέσως κατάλαβε τι συνέβαινε στην Ελενίτσα και της λέει " πήγαινε στο σπίτι σας και δείξε στη μητέρα σου και αυτή θα σου πει τι πρέπει να κάνεις ". Πηγαίνει στο σπίτι η Ελενίτσα αλλά η μητέρα της δεν ήταν εκεί . Απογοητευμένη η Ελενίτσα ξαπλώνει στο κρεβάτι της και άρχισε να κλαίει γοερά . Εκείνη την ώρα γύρισε ο αδερφός της ο Τοτός στο σπίτι και ακούγοντας την αδερφή του να κλαίει έτρεξε να δει τι της συμβαίνει . Τότε η Ελενίτσα κλαίγοντας ακόμα πιο γοερά είπε στον Τοτό αυτό που της συνέβαινε και τους φόβους της ότι θα πέθαινε . Ο Τοτός για να την παρηγορήσει μια και ήταν μεγαλύτερος της λέει " μη φοβάσαι αδερφούλα μου δείξε μου εμένα που είμαι μεγαλύτερος και ξέρω , τι έχεις και θα δεις ότι δεν είναι τίποτα ". Η Ελενίτσα σηκώνει τη φούστα της και δείχνει στον Τοτό τι είχε . Τότε ο Τοτός γουρλώνει τα μάτια του γεμάτος φόβο και απορία και λέει :
" Χριστός κι Απόστολος σου κόψανε την πού**α ; "
Ένας τύπος, στον πάγκο του μπαρ, σκυμμένος, βαρύς και ασήκωτος.
Κοιτάει Συνέχεια το ποτήρι του. Επί μίση ώρα έτσι, εντελώς ακίνητος. Κάποιος άλλος, αλέγρος και καλαμπουρτζής, που έπαιζε μπιλιάρδο με τις ώρες, τον πιάνει το μάτι του έτσι να κοιτάει το ποτό του ατελείωτα και να μην πίνει, και για πλάκα μια και δυο αρπάζει το ποτήρι του αλλουνού και το κατεβάζει μονορούφι. Ο τύπος μας βάζει τα κλάματα.
- Έλα ρε φιλάρα, μια πλάκα κάναμε! Θα σου παραγγείλω ένα ίδιο, κερνάω εγώ. Δεν γουστάρω να βλέπω άντρες να κλαίνε!
Και ο δικός μας...
- Δεν είναι αυτό. Είναι που η σημερινή μέρα είναι η χειρότερη της ζωής μου. Πρώτα, παρακοιμήθηκα το πρωί και άργησα να πάω στο γραφείο. Το αφεντικό μου τσατίστηκε και με απόλυσε. Βγαίνω να πάρω το αυτοκίνητο μου και μου το είχαν κλέψει. Το δήλωσα στην αστυνομία και μου είπαν καλά κρασιά που θα το ξαναβρείς. Παίρνω ένα ταξί να γυρίσω σπίτι και ξεχνάω μέσα το πορτοφόλι με όλες πιστωτικές κάρτες. Το παρατηρώ τελευταία στιγμή, φωνάζω τον ταξιτζή να σταματήσει και αυτός την κοπάνισε ρίχνοντας μου μια μούντζα. Μπαίνω στο διαμέρισμα και πέφτω απάνω στη γυναίκα μου στο κρεβάτι με τον θυρωρό. Φεύγω αηδιασμένος, μπαίνω σ αυτό εδώ το μπαρ κι απάνω που ετοιμαζόμουνα να bάλω ένα τέλος στη ζωή μου, εμφανίζεσαι εσύ και... μου πίνεις το δηλητήριο! ΕΙΜΑΙ Η ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΓΚΑΝΤΕΜΗΣ;