φρέσκα ανέκδοτα

Ένας διάσημος καρδιολόγος πέθανε και στην κηδεία του το φέρετρο ήταν τοποθετημένο μπροστά σε μία μεγάλη μακέτα καρδιάς φτιαγμένης με λουλούδια.
Όταν τέλειωσε η κηδεία και όλοι αποχαιρέτησαν τον νεκρό, η καρδιά ανοίχτηκε, έβαλαν μέσα το φέρετρο και ξαναέκλεισαν την καρδιά.
Τότε ένας από τους πενθούντες ξέσπασε σε γέλια.
Ο διπλανός του τον ρώτησε:
"Μα γιατί γελάς;"
"Να μωρέ, σκεφτόμουν την δική μου κηδεία" απάντησε "βλέπεις, εγώ είμαι γυναικολόγος"
Είναι ένας στο αεροπλάνο για Λονδίνο και περιμένει την απογείωση του αεροπλάνου. Ξαφνικά ερχεται και κάθεται διπλα του μια κουκλάρα, διμετρη, απλώνει τα πόδια της, φτιάχνει το ντεκολτέ της, ανοίγει ένα περιοδικό και αρχίζει να διαβάζει. Ο άντρας λοιπόν που κάθεται δίπλα της, τρίβει τα χέρια του και λέει στον εαυτό του: μάγκα, την έκανες για σήμερα! έχεις 4 ώρες για να ρίξεις το γκομενάκι. Έντω μεταξύ η ώρα περνάει και η γκόμενα δεν έχει σηκώσει κεφάλι από το περιοδικό της! Σε κάποια φάση ακούγεται η ανακοίνωση από τον πιλότο ό,τι το αεροπλάνο σε λίγα λεπτά προσγειώνεται. Ο άντρας έχει αρχίσει και χάνει την υπομονή του, έτσι, γυρνάει και της λέει: συγγνώμη για την ενόχληση, αλλά είστε αφοσιωμένη τόση ώρα στο περιοδικό σας. Πειράζει να μάθω τι διαβάζετε με τόση προσήλωση? Και απαντά η γυναίκα: Διαβάζω ένα άρθρο για τα πέη. Διαβάζω δηλαδή ότι οι μαύροι τον έχουν μακρύ, ενώ οι κρητικοί χοντρό. και πετάγεται ο άντρας και λέει: Συγγνώμη, μα μιλάμε τόση ώρα και δεν έχουμε συστηθεί ακόμα. Αμπτουλάχ Σιφακάκης!
Μια φορά ήταν ένας μούτσος σε ένα καράβι και έτριβε πατώματα. Είχε όμως ένα μειονέκτημα. Ήταν νάνος και μόνο 30 πόντους. Συνέχεια παραπονιότανε στον καπετάνιο και έκλαιγε στον ώμο του για το ότι ήταν κοντός. Ο καπετάνιος τον λυπήθηκε και του είπε το μυστικό που τόσα χρόνια έκρυβε:
- Κάθε βράδυ στις 00:00 περνάει έξω απο το καράβι ένα τζίνι και ότι χάρη του ζητήσεις σου την πραγματοποιεί. Είναι όμως λίγο κουφό και πρέπει να του φωνάξεις δυνατά.
Το ίδιο βράδυ ο μούτσος πηγαίνει στην προβλήτα και περιμένει το τζίνι. Ξαφνικά βλέπει απο μακριά ένα φως να πλησιάζει και αρχίζει να φωνάζει για αρχή:
- Θέλω ένα καφάσι λίρες. Με το που φεύγει το τζίνι βλέπει ένα καφάσι μπύρες.
Πηγαίνει γρήγορα στον καπετάνιο κλαίγοντας και του λέει:
- Δεν με άκουσε ρε γαμώτο! και τότε του λέει και ο καπετάνιος:
- Και εγώ ρε μούτσε ένα πούτσο 30 πόντους του ζήτησα και μου έφερε εσένα...
Ήταν δύο φίλοι που κάθονταν σε μια καφετέρια, και ήταν άφραγκοι. Εκεί που πίναν τον καφέ τους, πετάγεται ο ένας, και λέει:
- "Ρε συ, πως δεν το σκέφτηκα τόσο καιρό! Φεύγω, θα τα πούμε σε λίγους μήνες!"
Ο άλλος καθόταν απορημένος, και περίμενε τρεις μήνες, ώσπου μια ημέρα μια λιμουζίνα παρκάρει έξω από την καφετέρια, και βγαίνει ο φίλος του χλυδάτος και κουστουμαρισμένος!
- "Τι έγινε ρε μεγάλε," του λέει.
- "Ασε ρε, τα κονόμησα. Μου ήρθε η ιδέα να φτιάξω μια ποντικοπαγίδα με σίγουρα αποτελέσματα, την πούλησα και έχω γεμίσει χρήμα!"
- "Τι ποντικοπαγίδα είναι αυτή;"
- "Μα είναι απλό, παίρνω ένα κουτί με δύο θήκες, στις οποίες βάζω ένα κομμάτι τυρί στην μία, και ένα μπιφτέκι στην άλλη. Πάει ο ποντικός μέσα στο κουτί το βράδυ, και το πρωί όταν ανοίγεις το κουτί, τον βρίσκεις ακόμα εκεί να κάθεται ζαλισμένος και να σκέφτεται αν θα φάει το τυρί ή το μπιφτέκι και εσύ λοιπόν τον σκοτώνεις εύκολα!"
- "Και αυτό σε έκανε πλούσιο;"
- "Δεν με βλέπεις;"
- "Ρε μεγάλε, μου ήρθε και εμένα μια ιδέα. Σε λίγο καιρό, θα περάσω από το γραφείο σου να τα πούμε!"
Μετά από τρεις μήνες, έξω από το γραφείο του πλούσιου φίλου, προσγειώνεται ένα ελικόπτερο, και βγαίνει ο φίλος του με συνοδεία μπράβων, και γραμματέων, και μπαίνει στο κτίριο. Όταν τον βλέπει στο γραφείο του, τον ρωτάει:
- "Καλά ρε, πως τα κονόμησες και εσύ τόσο γρήγορα;"
- "Μα είναι απλό φίλε μου. Πήρα την ιδέα σου, και την έκανα ποιο οικονομική, οπότε έβγαλα περισσότερο κέρδος."
- "Δηλαδή;"
- "Να μωρέ, θυμάσαι τον ποντικό που ήταν να διαλέξει το τυρί ή το μπιφτέκι;"
- "Ναι..."
- "Ε, λοιπόν εγώ δεν βάζω τίποτα στο κουτί, οπότε το πρωί που πας και ανοίγεις το κουτί, βρίσκεις τον ποντικό κλαμένο να σκέφτεται που είναι το τυρί ή το μπιφτέκι;"
Ο τύπος κερδίζει στο ΛΟΤΤΟ 57.550.550 δραχμές καθαρά και, σούμπιτος φεύγει για την αντιπροσωπία της Φεράρι. "Θέλω αυτήν...", λέει στον υπάλληλο και, τσουπ, ανοίγει την τσάντα και βγάζει το ρευστό. Μετράει ο υπάλληλος και μετά του λέει:
"Κύριε, δυστυχώς το αυτοκίνητο κάνει 57.550.600 δραχμές, με πινακίδες και τα λοιπά...". Ψάχνει στην τσέπη του ο τύπος, τίποτε. Στην άλλη, στις μέσα τσέπες, πουθενά πενηντάρικο! "Περιμένετε"
, λέει στον υπάλληλο και βγαίνει έξω. Βρίσκει ένα περίπτερο και λέει στον περιπτερά:
"Σε παρακαλώ, καλέ μου άνθρωπε, σώσε με. Όλη μου τη ζωή ήθελα να αγοράσω μια Φεράρι και άμα δεν την αγοράσω εδώ και τώρα, θα πάθω εγκεφαλικό. Θα σκάσω. Θα ψοφήσω σαν το σκυλί. Το καταλαβαίνεις; Χάνομαι! Σε ικετεύω, δώσε μου ένα πενηντάρικο να πάω να την πάρω ΤΩΡΑ και θα σ το φέρω πίσω αύριο πρωί πρωί!"
. Και ο περιπτεράς:
"Καλά, καλά. Μην τρελαίνεσαι, ρε μεγάλε. Να. Πάρε ένα κατοστάρικο και...
Πάρε μου και εμένα μία!".
Ήτανε ένας τύπος που ήθελε να γίνει μοναχός . Πάει λοιπόν σε ένα μοναστήρι και μιλάει με τον ηγούμενο και του λέει τι θέλει .
- Εμείς εδώ τηρούμε αυστηρά τον κανόνα της σιωπής τέκνων μου .
- Δηλαδή τι ;
- Να μιλάμε μια φορά κάθε 25 χρόνια και να λέμε 2 με 3 λέξεις !
- Τι ; Μα πως ;
- Είναι εθελούσια η είσοδος τέκνων μου κανείς δεν σε πιέζει .
- Καλά λέει ο τύπος και εισέρχεται στην μονή .
Μετά από 25 χρόνια πάει ο τύπος στον ηγούμενο και του λέει :
- Φαΐ μάπα !
- Εντάξει λέει ο ηγούμενος, θα το φροντίσουμε .
Μετά από 25 χρόνια πηγαίνει πάλι στον ηγούμενο και λέει :
- Κρεβάτι σκληρό !
- Μην ανησυχείς τέκνων μου θα το φροντίσουμε .
Μετά και την τρίτη 25ετία πηγαίνει πάλι στον ηγούμενο και του λέει :
- Εγώ φεύγω !
Και απαντά ο ηγούμενος :
- Να φύγεις ρε ! Μας έχεις πρήξ** με την γκρίνια σου !
Το ζεύγος παντρεμένο 50 χρόνια. Μια μέρα στο τραπέζι του πρωινού λέει η γιαγιά:
- Σκέψου αγάπη μου, πριν 50 χρόνια καθόμασταν σ αυτό το τραπέζι μαζί.
- Το ξέρω, απαντάει ο γέρος. Πριν 50 χρόνια καθόμασταν εδώ ολόγυμνοι σαν πιτσουνάκια και απολαμβάναμε το πρωινό μας.
- Ας ξαναζήσουμε αγάπη μου εκείνα τα όμορφα χρόνια, πρότεινε η γριά. Έτσι κι έγινε. Έβγαλαν και οι δύο τα ρούχα τους και κάθισαν ξανά.
- Ξέρεις αγάπη μου, είπε η γριά γεμάτη ενθουσιασμό, οι ρώγες μου είναι τόσο καυτές για σένα όσο ήταν και πριν από 50 χρόνια.
- Δεν εκπλήσσομαι, είπε ο γέρος. Η μία είναι μέσα στο τσάι και η άλλη μέσα στην ομελέτα!
Μια μέρα μπαίνουν μέσα σε μια τράπεζα δύο τύποι και φωνάζουν:
- "Ψιλά τα χέρια ληστεία".
Ο ένας ήταν το αφεντικό και ο άλλος ο βοηθός. Ξαφνικά λέει το αφεντικό στον βοηθό:
- "Βάλτους όλους στην άκρη με τα χέρια ψιλά".
Εν το μεταξύ ανάμεσα στο πλήθος υπήρχε και μια γριούλα. Ο βοηθός απαντάει:
- "Και τη γριούλα αφεντικό;"
Και το αφεντικό απαντά:
- "Και τη γριούλα μαλάκα".
Σε λίγο λέει:
- "Πάρε από όλους ότι χρήματα έχουν πάνω τους και ότι πολύτιμο αντικείμενο".
- "Και τη γριούλα αφεντικό;"
- "Και τη γριούλα μαλάκα".
Τέλος το αφεντικό προστάζει για τελευταία φορά το βοηθό:
- "Στήσε όλες τις γυναίκες στον τοίχο για να έρθω να τις γαμήσω όλες από μπρος και από πίσω".
Και ο βοηθός:
- "Και τη γριούλα αφεντικό;"
Και η γριούλα.
- "Και τη γριούλα μαλάκα".
Μια κυρία πηγαίνει σε ένα μπουρδέλο για γυναίκες και ζητάει απο την τσατσά έναν άντρα που αργεί να τελειώσει. - Α! τις λέει η τσατσά θα σου στείλω τον Τάκη είναι πολύ αργός, θα καταευχαριστηθείς. Πηγαίνει με τον Τάκη την κουτουπώνει για 2 ώρες αλλά αυτή επιμένει να της στείλουν έναν ακόμα πιο αργό άντρα. - Α! της λέει η τσατσά θα σου στείλω τον Γιάννη, μιλάμε θα σε μουρλάνει. Πηγαίνει η κυρία με τον Γιάννη την κουτουπώνει για 4 ώρες αλλά αυτή ακόμα επιμένει για έναν πιο αργό άντρα. - Χμ! ,της λέει η τσατσά, για την περίπτωση σου μου μένει μόνο μια λύση. Θα σου στείλω αύριο το Μητσάρα. Περιμένει σ` ένα ξενοδοχείο η κυρία τον Μητσάρα και να, εμφανίζεται ένας και γαμώ τυπάκος ντυμένος με μια κουστουμιά Αρμάνι των 1.000.000 δραχμών. Γδύνεται λοιπόν, αρπάζει τα ρούχα του τα πετάει μέσα στο τζάκι και ορμάει στην κυρία. Αυτή τα χάνει και του λέει. - Καλά ρε Μητσάρα πέταξες τόσο ακριβά ρούχα στο τζάκι; Κρίμα είναι. Και αυτός της απαντά:
- Όταν τελειώσει ο ΜΗΤΣΑΡΑΣ, αυτά θα είναι ντεμοντέ!
Ήταν ένας άνθρωπος που είχε πάει με όλες τις γυναίκες της πόλης στην οποία έμενε. Μια μέρα τον συνάντησε ένας φίλος του και του λέει:
- Εντάξει ρε συ έχεις πάει με όλες τις γυναίκες της πόλης μας αλλά αυτό δεν είναι και τόσο σπουδαίο. Με την βασιλοπούλα δεν θα μπορούσες να πας ποτέ.
- Πάμε ένα στοίχημα; λέει αυτός.
- Πάμε, του λέει ο φίλος του.
Την άλλη μέρα λοιπόν το πρωί πηγαίνει στο παλάτι και παρουσιάζεται σαν μάγειρας.
Τον βλέπει ο βασιλιάς και τον ρωτάει:
- Ποιος είσαι εσύ παιδί μου;
- Ο καινούριος μάγειρας, απαντάει αυτός.
- Και πως σε λένε παιδί μου;
- Αχ, βασιλιά μου, λέει τότε αυτός, έχω πολύ παράξενο όνομα και ντρέπομαι να σας το πω μπροστά σε τόσο κόσμο. Να φύγει πρώτα ο κόσμος και μετά θα σας το πω.
Διώχνει λοιπόν ο βασιλιάς όλο τον κόσμο από την κουζίνα και τότε αυτός λέει στον βασιλιά ψιθυριστά:
- Με λένε πούτσο.
- Α! Τι παράξενο όνομα! λέει τότε ο βασιλιάς. Εντάξει παιδί μου σου υπόσχομαι να μην το πω σε κανένα.
Μετά από λίγο κατέβηκε στην κουζίνα η βασίλισσα.
- Ποιος είσαι εσύ παιδί μου; τον ρωτάει.
- Ο καινούριος μάγειρας, απαντάει αυτός.
- Και πως σε λένε παιδί μου;
- Αχ, βασίλισσά μου, λέει πάλι αυτός, ο νονός μου μου δωσε πολύ παράξενο όνομα και ντρέπομαι να σας το πω μπροστά σε τόσο κόσμο. Να φύγει πρώτα ο κόσμος και μετά θα σας το πω.
Διώχνει λοιπόν η βασίλισσα όλο τον κόσμο από την κουζίνα και τότε αυτός της λέει ψιθυριστά:
- Με λένε μουνί.
- Α! Τι παράξενο όνομα! λέει τότε ο βασίλισσα. Εντάξει παιδί μου σου υπόσχομαι να μην το πω σε κανένα.
Τελευταία κατέβηκε στην κουζίνα κι η βασιλοπούλα. Τον ρωτάει λοιπόν κι αυτή:
- Ποιος είσαι εσύ;
- Ο καινούριος μάγειρας, της λέει αυτός.
- Και πως σε λένε;
- Αχ, βασιλοπούλα μου, λέει τότε αυτός, έχω πολύ παράξενο όνομα και ντρέπομαι να σου το πω μπροστά σε τόσο κόσμο. Να φύγει πρώτα ο κόσμος και μετά θα σου το πω.
Διώχνει λοιπόν ο βασιλοπούλα όλο τον κόσμο από την κουζίνα και τότε αυτός της λέει ψιθυριστά:
- Με λένε κεφτεδάκια.
- Α! Πράγματι το όνομά σου είναι πολύ παράξενο! λέει κι η βασιλοπούλα.
Εντάξει σου υπόσχομαι να μην το πω σε κανένα.
Πάει λοιπόν αυτός το βράδυ στο δωμάτιο της βασιλοπούλας κι αρχίζει να την ξεντύνει. Βάζει η βασιλοπούλα τις φωνές:
- Μαμά, μαμά με πειράζουν τα κεφτεδάκια.
- Τρελάθηκες παιδάκι μου τι είναι αυτά που λες;
- Όχι, μαμά δεν τρελάθηκα. Έλα και θα δεις.
Πηγαίνει η βασίλισσα στο δωμάτιο της βασιλοπούλας να δει τι συμβαίνει κι εκείνη την στιγμή αυτός της τον είχε κιόλας χώσει. Τρομαγμένη η βασίλισσα φωνάζει τον βασιλιά:
- Βασιλιά έλα να δεις το μουνί είναι ανάμεσα στα σκέλια της κόρης μας.
- Ε, στη θέση του είναι ρε γυναίκα, τι φωνάζεις;
- Τρέξε, τρέξε βασιλιά να δεις.
Ανεβαίνει κι ο βασιλιάς στο δωμάτιο της βασιλοπούλας να δει τι γίνεται κι αυτός μόλις είχε τελειώσει την δουλειά του και ντυνόταν. Μόλις είδε τον βασιλιά πήδηξε από το παράθυρο. Φωνάζει τότε ο βασιλιάς στους φρουρούς:
- Φρουροί, πιάστε τον πούτσο. Τον πιάσατε;
- Ναι, απαντάνε όλοι μαζί οι φρουροί.
- Ωραία, λέει ο βασιλιάς. Βαράτε τον τώρα!