Φθινόπωρο και πρώτη μέρα στα θρανία για τους μαθητές του αμερικανικού κολεγίου.
Η δασκάλα παρουσιάζει στα αμερικανάκια έναν καινούριο συμμαθητή τους, τον Ιάπωνα Σακίρο Σουζούκι (γιο του διευθυντή της Σόνυ) και το μάθημα αρχίζει με μικρές ερωτήσεις ιστορίας.
- «Για να δούμε λοιπόν, πόσο καλοί είστε στην αμερικανική ιστορία;» λέει η δασκάλα. «Ποιος είπε ; δώστε μου ελευθερία ή δώστε μου θάνατο;»
Κάποιοι μουρμουρίζουν αλλά κανείς δεν σηκώνει το χέρι του, εκτός από τον καινούριο:
- «Ο Πάτρικ Χένρυ το 1775 στη Φιλαδέλφεια», απαντά.
- «Μπράβο Σουζούκι, και ποιος είπε: ;Κυβέρνηση του λαού, από το λαό και για το λαό;», ξαναρωτά την τάξη η δασκάλα.
- «Ο Αβραάμ Λίνκολν, το 1863 στο Γκέτυσμπουργκ», απαντά και πάλι ο Σουζούκι.
Η δασκάλα κοιτάζει αυστηρά την τάξη και λέει:
- «Ντροπή σας! Ο Σουζούκι είναι γιαπωνέζος και ξέρει την αμερικανική ιστορία καλύτερα από σας!»
Τη σιωπή στην τάξη σπάει μια μικρή φωνή από τα πίσω θρανία:
- «Ρε δεν πάτε να γα**θείτε όλοι, μα**κες γιαπωνέζοι!»
- «Ποιος το είπε αυτό;» ρωτάει αυστηρά η δασκάλα.
Ο Σουζούκι σηκώνει το χέρι του και χωρίς να περιμένει λέει:
- «Ο στρατηγός Μακάρθουρ, το 1942, στη διώρυγα του Παναμά και ο Λι Ιακόκα, το 1982 στη γενική συνέλευση της Τζένεραλ Μότορς.
Η τάξη βυθίζεται στη σιωπή. «Θέλω να ξεράσω», ακούγεται μια ξεψυχισμένη φωνή.
- «Ποιος το είπε αυτό;» ξαναρωτάει με το ίδιο βλοσυρό ύφος η δασκάλα.
Και ο Σουζούκι πετάγεται πάλι:
- «Ο Τζορτζ Μπους ο πρώτος, στον πρωθυπουργό Τανάκα κατά τη διάρκεια επίσημου δείπνου στο Τόκιο το 1991».
Ένας μαθητής σηκώνεται όρθιος και ξεσπάει:
- «Ρε δε μας παίρνεις καμιά π**α, λέω γω!»
Και ο Σουζούκι, ψύχραιμα:
- «Μπιλ Κλίντον στη Μόνικα Λουίνσκι, το 1997, στο οβάλ γραφείο του Λευκού Οίκου».
Δυο τρεις μαθητές πετάγονται και φωνάζουν:
- «Α γα**σου ρε μα**κισμένο, Σουζούκι».
Ατάραχος ο γιαπωνέζος:
- «Βαλεντίνο Ρόσι, παγκόσμιο πρωτάθλημα μοτοσικλέτας, ράλι Νότιας Αφρικής, το 2002».
Κόλαση στην τάξη, οι μαθητές ουρλιάζουν και πετάνε καρέκλες, η δασκάλα έχει σωριαστεί λιπόθυμη και ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο διευθυντής:
- «Ε, μα την Παναγία δεν έχω ξαναδεί τέτοιο μπου**έλο».
Και στο βάθος ακούγεται πάλι η φωνή του Σουζούκι:
- «Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Κώστας Καραμανλής, το 2004, στο πρώτο υπουργικό συμβούλιο της κυβέρνησής του».
Ήταν μια φορά ένας άντρας .
Ήταν περίοδο Χριστουγέννων και το αφεντικό του έδωσε δώρο 600000 χιλιάδες αυτός πηγαίνοντας σπίτι όλο χαρά παρασύρθηκε από κάτι φίλους του και πήγε έπαιξε φρουτακια . Παίζει αρχικά 50000 χιλιάδες . Μετά από λίγο συμπληρώνει άλλες 50000 έτσι σιγά σιγά έφαγε όλα του τα λεφτά . Ο φουκαράς αφού σκέφτηκε πως αν πήγαινε στο σπίτι και έλεγε όλα αυτά στη γυναίκα του αυτή θα τον έδιωχνε . Τη στιγμή που σκεφτόταν αυτά τον είδε ένας ψεύτικος Aγιος Βασίλης και τον φώναξε να πάει κοντά του αφού αυτός του είπε τι έγινε ο Aγιος Βασίλης σκέφτηκε πονηρά λέγοντας τον αν μου πάρεις ένα τσιμπ**κι θα σου δώσω πίσω τα λεφτά σου αφού ο άντρας το σκέφτηκε καλά τελικά του πήρε ένα τσιμπ**κι μόλις τελείωσε όλο χαρά του ζήτησε τα λεφτά και γυρνάει και του λέει τότε ο Aγιος Βασίλης " καλά πιστεύεις ακόμα στον Αι Βασίλη ; "
Είναι δύο φυλακισμένοι και ρωτάει ο ένας τον άλλο.
Α: Τι έκανες κι είσαι στη φυλακή;
Β: Ήμουν στη δουλειά και δεν αισθανόμουν καλά. Μια και δεν είχε πολύ δουλειά
Μου λέει αφεντικό "άντε πήγαινε σπίτι σου να συνέλθεις". Πάω κι εγώ σπίτι
Μου και βρίσκω τη γυναίκα μου στο κρεβάτι με τον καλύτερό μου φίλο. Ε,
Άρπαξα τη κυνηγητική μου καραμπίνα και την άδειασα πάνω τους και βρέθηκα
Εδώ. Εσύ τι έκανες;
Α: Πού να σου τα λέω. Σφαγή.
Β: Αντε ρε και φαίνεσαι καλό παιδί.
Α: Γυρίζω σπίτι μου και λέω στη γυναίκα μου:
"Αγάπη μου, άκουσα ένα
Καταπληκτικό ανέκδοτο. Ακου να πεθάνεις απ τα γέλια". Της λέω το ανέκδοτο
Και την πιάνει ένα νευρικό γέλιο, γέλαγε ασταμάτητα επί δύο ώρες μέχρι που
Της ήρθε ανακοπή και πέθανε. Ο εισαγγελέας δε με πίστεψε και μου απήγγειλε
Κατηγορία ανθρωποκτονίας. Ήμουν στην πρώτη σελίδα όλων των εφημερίδων. Στη
Δίκη όταν έφτασε η ώρα της απολογίας μου, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου μου
Είπε ειρωνικά:
"Ώστε ισχυρίζεστε πως η σύζυγός απεβίωσε από το πολύ γέλιο.
Για πέστε το και σ εμάς αυτό το τόοοοσο καταπληκτικό ανέκδοτο που λέτε πως
Της είπατε". Τους διηγήθηκα το ανέκδοτο κι άρχισαν όλοι να γελάνε
Ασταμάτητα. Ο Πρόεδρος, ο Εισαγγελέας, οι Δικαστές, οι Ένορκοι, οι
Δικηγόροι, οι αστυνομικοί, το ακροατήριο. Μόνο δυο Πόντιοι που κάθονταν στην
Άλλη άκρη της αίθουσας δεν γελούσαν. Πέρασαν δυο ώρες τρεις ώρες κι όλοι
Γελούσαν μέχρι που ξεψύχησαν ένας ένας. Μετά από δύο εβδομάδες πέθαναν και
Οι δύο Πόντιοι
Xτυπάει το κουδούνι στο διαμέρισμα του διαχειριστή.
- Σας φέραμε το πετρέλαιο που παραγγείλατε.
- Eγώ ρε παιδιά δεν παράγγειλα πετρέλαιο!
- Μα τι λέτε κύριε, αφού μας τηλεφωνήσατε και μας είπατε να σας φέρουμε τέσσερις τόνους!
Τι να κάνει ο άνθρωπος παραλαμβάνει το πετρέλαιο.
Δεν μπορεί όμως να φανταστεί ποιος του την έχει κάνει την φάρσα.
Ξαφνικά πάει ο νους του στον παπαγάλο που είναι πολύ μούτρο.
- Ρε καθίκι εσύ την έκανες!
- Όχι αφεντικό στο ορκίζωμαι. Όχι εγώ!
- Eσύ την έκανες ρε κερατά! Θα σε κρεμάσω!
Πιάνει τον παπαγάλο και τον κρεμάει από τα φτερά στην είσοδο της πολυκατοικίας.
- Eδώ θα μείνεις ως αύριο για να μάθεις!
Eκεί που κρεμόταν ο παπαγάλος βλέπει απέναντι του μια εικόνα με το Xριστό πάνω στον Σταυρό.
- Δε μου λες φιλαράκο, λέει ο παπαγάλος, βλέπω και εσύ τα ίδια χάλια με μένα είσαι... Πόσον καιρό είσαι κρεμασμένος?
- Eγώ; Περίπου δυο χιλιάδες χρόνια!
- Τι λες ρε μάγκα! Kαλά ποσό πετρέλαιο παρήγγειλες;
Ήταν ένας τύπος κακομοίρης , μικροκαμωμένος , που είχε μία γυναίκα νταρντάνα που τον καταπίεζε ! Κάθε μέρα πήγαινε στη δουλειά , μετά γύριζε , μαγείρευε , έπλενε τα πιάτα , σκούπιζε , σφουγγάριζε , και έτρωγε και μερικές σφαλιάρες έτσι για να περνάει η ώρα της γυναίκας του .
Αυτή πάντα με τα καλλυντικά στο χέρι , αραγμένη στη τηλεόραση κλπ κλπ ...
Πήγαινε λοιπόν ο άμοιρος σε έναν ψυχολόγο , μήπως και καταφέρει να κάνει τίποτα , γιατί δεν πήγαινε άλλο ...
Μετά από έναν μήνα λοιπόν ψυχολογικής υποστήριξης , του λέει ο ψυχολόγος " λοιπόν φίλε μου , είσαι έτοιμος ! Να πας σπίτι σου , και να δείξεις ποιο είναι το αφεντικό ! Να την σκίσεις τη γάτα ! ".
Αναπτερωμένος λοιπόν ο φίλος μας , πάει σπίτι του όλο τσαμπουκά ! Μπαίνει μέσα , και βλέπει τη γυναίκα του αραγμένη όπως πάντα στη τηλεόραση . Παίρνει βαθιά ανάσα , και αρχίζει να της φωνάζει !
" Κοίταξε να σου πω ! Πρέπει να καταλάβεις ποιο είναι το αφεντικό εδώ μέσα ! Πάω να κάνω ένα μπανάκι ! Μόλις βγω , έξω το φαΐ ζεστό στο τραπέζι ! Θα ρίξω και έναν ύπνο , και μετά θα φορέσω το καλό μου κουστούμι και θα βγω έξω ΜΟΝΟΣ μου ! Το καταλαβαίνεις αυτό ; Και μάντεψε ποιος θα μου βάλει το κουστούμι ! ".
Απαθής η τύπισσα , γυρίζει , τον κοιτάζει και του λέει ...
" Ο νεκροθάφτης μωρό μου ; "
Διαφορές μεταξύ εσένα και του αφεντικού σου:
(Αν είσαι βέβαια ήδη αφεντικό...)
- Όταν σου παίρνει πολλή ώρα, είσαι αργός.
- Όταν παίρνει πολλή ώρα στο αφεντικό σου, είναι επιμελής.
- Όταν δεν κάνεις κάτι, είσαι τεμπέλης.
- Όταν δεν κάνει κάτι, είναι πολύ απασχολημένος.
- Όταν κάνεις λάθος, είσαι ηλίθιος.
- Όταν κάνει λάθος, είναι απλά άνθρωπος.
- Όταν το κάνεις όπως θες εσύ, δεν κάνεις ό,τι σου είπαν.
- Όταν το κάνει το αφεντικό σου, είναι δημιουργικός.
- Όταν το κάνεις μόνος σου, ξεπερνάς τα όριά σου.
- Όταν το κάνει το αφεντικό σου, παίρνει πρωτοβουλία.
- Όταν παίρνεις θέση, είσαι ξεροκέφαλος.
- Όταν παίρνει θέση, είναι αποφασιστικός.
- Όταν παραβιάζεις έναν κανόνα, είσαι εγωκεντρικός.
- Όταν το αφεντικό σου ξεχνά μερικούς κανόνες, είναι πρωτοπόρος.
- Όταν ευχαριστείς το αφεντικό σου, είσαι γλείφτης.
- Όταν το αφεντικό σου ευχαριστεί το αφεντικό του, είναι συνεργάσιμος.
- Όταν βοηθάς ένα συνάδελφο, δεν έχεις πολλή δουλειά.
- Όταν το κάνει το αφεντικό σου, "παίζει ομαδικά".
- Όταν κάποιος άλλος κάνει τη δουλειά σου, βυσματώνεις κόσμο.
- Όταν κάποιος άλλος κάνει τη δουλειά του, κατανέμει ευθύνες.
- Όταν είσαι εκτός γραφείου, "περιφέρεσαι ασκόπως".
- Όταν το κάνει το αφεντικό σου, είναι σε δουλειά.
- Όταν τηλεφωνείς και λες ότι είσαι άρρωστος, έχεις πάει για γκολφ.
- Όταν το κάνει το αφεντικό σου, πρέπει να είναι πάρα πολύ άρρωστος.
- Όταν ζητάς να φύγεις νωρίτερα, πας για συνέντευξη.
- Όταν το αφεντικό σου ζητάει να φύγει νωρίτερα, έχει πάθει υπερκόπωση.
- Όταν σε δουν να ψωνίζεις κατά τις εργάσιμες ώρες, είσαι κοπανατζής.
- Όταν κάνει το ίδιο το αφεντικό σου, παίρνει προμήθειες για το γραφείο.
- Όταν παίρνεις αύξηση, είσαι τυχερός.
- Όταν παίρνει εκείνος, πραγματικά την κέρδισε.
- Όταν κάνεις καλή δουλειά, σου χτυπούν την πλάτη.
- Όταν το αφεντικό σου κάνει καλή δουλειά, το μπόνους χτυπάει ταβάνι
Τρεις τύποι δουλεύουν όλοι μαζί σε ένα εργοστάσιο. Κάθε μέρα, διαπιστώνουν ότι το αφεντικό τους φεύγει νωρίς από το εργοστάσιο, αφήνοντάς τους μόνους να συνεχίσουν την δουλειά.
Μια μέρα, αποφασίζουν να φύγουν κι αυτοί πιο νωρίς απο τη δουλειά, αν το αφεντικό τους παρατήσει τόσο νωρίς. Έτσι, κι έγινε... Ο πρώτος πάει στο σπίτι του και πέφτει νωρίς νωρίς για ύπνο, έτσι ώστε να είναι ξεκούραστος το πρωί που θα ξυπνήσει. Ο δεύτερος εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και μαγείρεψε φαγητό για την γυναίκα και τα παιδιά του που θα γύριζαν αργότερα και έτσι θα τους έκανε και έκπληξη. Ο τρίτος πηγαίνει σπίτι του και προχωράει προς την κρεβατοκάμαρα. Ανοίγει σιγά την πόρτα και βλέπει την γυναίκα του στο κρεβάτι μαζί με το αφεντικό του. Κλείνει την πόρτα ακόμη πιό προσεκτικά και φεύγει. Την επόμενη μέρα, οι άλλοι δύο σχεδιάζουν να ξαναφύγουν νωρίς αν το αφεντικό αποχωρήσει νωρίτερα. Ρωτάνε τον τρίτο τύπο, αν θα γίνει η δουλειά όπως την προηγούμενη, και εκείνος απαντά:
- ΟΧΙ, ΟΧΙ... Με τίποτα. Απορημένοι εκείνοι, τον ρώτησαν:
- Γιατί όχι βρε σύ; - Επειδή εχτές που έφυγα, παραλίγο να με πιάσει...
Ήταν κάποτε ένας Πόντιος, ένας μαύρος και ένας Κινέζος... Ήταν άνεργοι και έψαχναν για δουλειά. Βλέπουν μια πινακίδα:
ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΒΟΗΘΟΣ ! Πάει να δοκιμάσει ο μαύρος την τύχη του. Το αφεντικό εν τω μεταξύ ήταν ρατσιστής, όποτε τον πετάει έξω με τις κλοτσιές... Πάει ο Κινέζος, αλλά και αυτός φεύγει απογοητευμένος για τον ίδιο λόγο. Πάει και ο Πόντιος τον βλέπει το αφεντικό, τον κοιτάει καλά καλά και του λέει με ένα σίγουρο ύφος:
- Προσλαμβανεσαι!
Και του λέει ακόμα ότι θα αρχίσει δουλειά αύριο στις 7 το πρωί... Βγαίνει έξω από το μαγαζί ο Πόντιος και λέει στον Κινέζο (που μένανε στο ίδιο δωμάτιο) να τον ξυπνήσει αύριο στις 7 παρά τέταρτο για να έρθει να πιάσει δουλειά. Ο Κινέζος λέει εντάξει, αλλά από μέσα του λέει ότι δεν πρόκειται.
Το πρωί ο Κινέζος βάφει τον Πόντιο με μαύρη μπόγια και ο Πόντιος είναι ολόιδιος ο μαύρος. Ύστερα τον ξυπνάει στις 7 παρά πέντε. Ο Πόντιος αφού κατεβάζει Χριστοπαναγιές τρέχει να προλάβει. Στις 7 ήταν εκεί. Με το που τον βλέπει το αφεντικό (ο ρατσιστής) τον πετάει έξω επειδή νόμιζε ότι ήταν ΠΑΛΙ ο μαύρος. Κοιτάζεται ο Πόντιος στον καθρέφτη και συλλογίζεται:
- Βρε το βλάκα τον Κινέζο... Τον μαύρο πήγε και ξύπνησε!
Ήταν ο Τοτός με άλλα 2 παιδιά μέσα στο γραφείο του διευθυντή στο σχολείο. Λέει ο διευθυντής:
- Τι έκανες εσύ Γιώργο;
- Πέταξα μια καρέκλα στην καθηγήτρια, λέει αυτός.
- 2 μέρες αποβολή, του λέει ο διευθυντής.
- Τι έκανες εσύ Κώστα;
- Έβρισα την καθηγήτρια, λέει αυτός.
- 3 μέρες αποβολή! λέει ο διευθυντής.
- Τι έκανες εσύ Τοτέ;
- Πέταξα το στραγαλάκι στον τοίχο, λέει αυτός.
- Πήγαινε αμέσως στην τάξη, του λέει.
Την άλλη μέρα ήταν παλι στο γραφείο ο Τότος με αλλά 2 παιδιά. Λέει ο διευθυντής:
- Τι έκανες εσύ Γιώργο;
- Πέταξα μια καρέκλα στην καθηγήτρια, λέει αυτός.
- 2 μέρες αποβολή, του λέει ο διευθυντής.
- Τι έκανες εσύ Κώστα;
- Έβρισα την καθηγήτρια, λέει αυτός.
- 3 μέρες αποβολή! λέει ο διευθυντής.
- Τι έκανες εσύ Τοτέ;
- Πέταξα το στραγαλάκι στο τοίχο, λέει αυτός.
- Πήγαινε αμέσως στην τάξη, του λέει.
Την άλλη μέρα πάλι ο Τοτός με 2 παιδιά στο γραφείο και ένα παιδί που ήταν με όλο του το σώμα στο γύψο. Ρωτάει ο διευθυντής:
- Τι έκανες εσύ Γιώργο;
- Πέταξα μια καρέκλα στην καθηγήτρια, λέει αυτός.
- 2 μέρες αποβολή, του λέει ο διευθυντής.
- Τι έκανες εσύ Κώστα;
- Έβρισα την καθηγήτρια, λέει αυτός.
- 3 μέρες αποβολή!,λέει ο διευθυντής.
- Εσύ τι έκανες Τοτέ;
- Πέταξα το στραγαλάκι στον τοίχο κύριε, λέει αυτός.
Και ποιος είναι αυτός που έφερες μαζί σου Τοτέ; ρωτάει ο διευθυντής.
Ο Στραγαλάκης κύριε!
Τρεις μαθητές απολογούνται για αταξίες στο διευθυντή.
- Τι έκανες εσύ,παιδί μου;ρωτάει τον πρώτο.
- Τίποτα κύριε, πήρα το βιβλίο του διπλανού μου και...
- Τρεις μέρες αποβολή! Εσύ παιδί μου τι έκανες;
- Τίποτα κύριε, είχα στην τσέπη μου ένα σκονάκι, αλλά δεν...
- Τέσσερις μέρες αποβολή! Εσύ τι έκανες;
- Εγώ κύριε, λέει ο Μπόμπος πέταξα το σφουγγαράκι από το παράθυρο.
- Ε, καλά, δεν είναι και τόσο σπουδαίο. Πήγαινε τώρα και να μην το ξανακάνεις!
Μετά από λίγες μέρες στέλνουν πάλι στο διευθυντή κάποιους ταραξίες. Ίδιο σκηνικό, μοιράζει ο διευθυντής αποβολές, φτάνει πάλι στο Μπόμπο.
- Εσύ παιδί μου έχεις ξανάρθει εδώ;
- Ναι κύριε, είμαι αυτός ου είχε πετάξει το σφουγγαράκι από το παραθυρο.
- Και τώρα γιατί είσαι πάλι εδώ;
- Ξαναπέταξα το σφουγγαράκι από το παράθυρο.
- Καλά, φύγε και να μην το ξανακάνεις.
Την ώρα που πάει να βγει ο Μπόμπος ορμάει στο γραφείο του διευθυντή ένας πατέρας έξαλλος φωνάζοντας.
- Τι συμβαίνει κύριε; Ποιος είστε;
- Ποιος είμαι; Ο πατέρας του Σφουγγαράκη είμαι!
Σε μια εταιρία δουλεύουν τρεις υπάλληλοι. Κάθε πρωί κατά τις 11:00 το αφεντικό φεύγει από την εταιρία και δεν ξαναγυρίζει.
Το βλέπαν αυτό οι υπάλληλοι να γίνεται μια βδομάδα συνεχόμενα και αποφασίσανε την άλλη μέρα να το σκάσουν και αυτοί μόλις φύγει το αφεντικό.
Την άλλη μέρα λοιπόν φεύγει το αφεντικό στις 11:00 και αμέσως το έσκασαν και οι υπάλληλοι.
Ο ένας πήγε για καφέ, ο άλλος πήγε βόλτα με το κορίτσι του και ο άλλος πήγε σπίτι να κάνει έκπληξη στην γυναίκα του.
Μπαίνει σπίτι πουθενά η γυναίκα, πάει στο δωμάτιο τι να δει!;
Το αφεντικό να πηδάει τη γυναίκα του. Κλείνει αθόρυβα την πόρτα και φεύγει.
Την άλλη μέρα το πρωί λέει ο ένας:
- Να το ξανασκάσουμε πάλι σήμερα.
Συμφωνεί και ο άλλος, ο κερατωμένος λέει:
- Απαπαπα! Εγώ δεν φεύγω!
- Γιατί ρε; τον ρωτάνε οι άλλοι.
- Γιατί χθες παραλίγο να με πιάσει!
Σε ένα αγρόκτημα ήταν πολλαί αγελάδαι και τρεις ταύροι που είχαν μοιράσει τις αγελάδες .
O καθένας πηδ**σε τις δικές του μόνο και περνούσαν τζάμι . Μαθαίνουν λοιπόν ότι το αφεντικό αγόρασε ένα νέο ταύρο και πολύ τους κακοφάνηκε . Λέει ο πρώτος : Α , εγώ δεν θα του δώσω καμία αγελάδα από τις δικές μου . Λέει ο δεύτερος : Α ούτε κι εγώ δεν θα του δώσω καμία αγελάδα από τις δικές μου. Λέει ο τρίτος : Εγώ είμαι ο πιο νέος κι έχω τις λιγότερες . Ούτε κι εγώ θα του δώσω καμία . Ας περιμένει του χρόνου να πάρει από τις καινούριες . Φτάνει το φορτηγό , ξεφορτώνει τον νέο ταύρο και τι να δουν ; Ένα ταύρο τεράστιο ! Και πολύ άγριο ...- Ωωωωωωωωχ ! , λέει ο πρώτος , εγώ θα του δώσω τις μισές αγελάδες από τις δικές μου . Λέει ο δεύτερος :
- Α , κι εγώ θα του δώσω τις μισές αγελάδες από τις δικές μου . Ο τρίτος μούγκριζε άγρια κι έσκαβε το χώμα .- Ε , εσύ δεν θα κάνεις μια φιλική προσφορά ; τον ρωτάνε .- Ελπίζω να καταλάβει ότι είμαι κι εγώ ταύρος , είπε ο τρίτος .
Ο Τζο ο Καουμπόυ για να πάει στο Φορτ-Γουόρθ έπρεπε να περάσει την έρημο της Νεβάδα.
Πήρε νέο άλογο, πολλές προμήθειες, έκανε τον σταυρό του και ξεκίνησε. Στον δρόμο όμως του την πέφτουν ληστές και του παίρνουν τα πάντα. Μετά από μέρες μισοπεθαμένοι, αυτός και το άλογό του, έσερναν τα βήματά τους στην άμμο, όταν κάτι γυάλισε στα 2 μέτρα. Πλησιάζει, το πιάνει... Ένα μισοσκουριασμένο σπαθί από τον εμφύλιο.
Το μαζεύει καθώς δεν είχε άλλο όπλο, και άρχισε να το χρησιμοποιεί σαν μπαστουνι. Στο άλογο του δεν ανέβαινε, γιατί και αυτό τα χάλια του είχε.
Την άλλη μέρα η τύχη του χαμογέλασε. Κάτι κινήθηκε μπροστά του. Ένα φίδι!
Τραβάει το σπαθι και μένει κόκκαλο.
- Μην με σκοτώσεις, λέει το φίδι. Είμαι μάγος και αν με αφήσεις να ζήσω θα σου πραγματοποιήσω 3 ευχές.
- Ωραία. Πρώτον, θέλω εγώ και το άλογό μου να είμαστε οι πιο ωραίοι, χορτάτοι και δυνατοί στην γη.
Την ίδια στιγμή, παφ, καπνός και ο Τζο έγινε 2 μέτρα ψηλός, ξανθός, γαλανομάτης, και το άλογο του τεράστιο και πανέμορφο.
- Δεύτερον θέλω πλούτη, πολλά πλούτη.
Πάφ, καπνός και εμφανίζεται ένα κάρο φορτωμένο με χρυσάφι και διαμάντια.
- Και τρίτον, θέλω να αποκτήσω το πράγμα του αλόγου μου.
- Είσαι σίγουρος, ρωτάει ο μάγος.
- Ναι ρε, έχεις αντίρρηση; λέει ο Τζο κουνώντας με νόημα το σπαθί του.
- Ότι πεις. Εσύ είσαι το αφεντικό, λέει το φίδι, το κάνει και εξαφανίζεται.
Δένει ο Τζο το κάρο στο άλογο, ανεβαίνει και αυτός και ξεκινάνε για την πόλη.
Φτάνοντας στην πόλη, μπαίνει στο πρώτο σαλούν και σταματούν τα πάντα. Μουσική, κουβέντες ακόμα και ανάσες!
Πιάνει τον μπάρμαν από τον γιακά και του λέει:
- Κέρνα τους όλους, και στείλε στο καλύτερο δωμάτιο 6 γκόμενες, και μια κάσα σαμπάνιες.
Ανεβαίνει πάνω, ανοίγει τις πόρτες με κλωτσιές, διαλέγει το καλύτερο δωμάτιο.
Έρχονται οι γκόμενες, και ο Τζο χαμογελάει.
Αρχίζει να ξεκουμπώνει το πουκάμισο, αποκαλύπτοντας θώρακα και κοιλιακούς. Αναστενάζουν οι γκόμενες.
Βγάζει παντελόνι και φανελάκι, κοντεύουν να λιποθυμήσουν οι γκόμενες από την έξαψη.
Βγάζει το μποξεράκι... Τρελά γέλια από το βάθος του δωματίου.
"Ρε γαμώτο, τί έγινε τώρα; Οι γκόμενες κοντεύαν να λιποθυμήσουν, τί συνέβη;"
Κοιτά κάτω.
- ΌΧΙ, ρε γαμώτο! Ξέχασα ο μαλάκας ότι το άλογο μου ήταν φοράδα!