Skip to main content
Είναι ένας τύπος με μηχανάκι που ξεκινάει να περάσει τα σύνορα με μια μαύρη σακούλα. Φτάνοντας, τον σταματούν και τον ρωτούν:
- Τι έχεις στη σακούλα αρχηγέ;
- Χώμα!
- Καλά, καλά, άνοιξε τη σακούλα μεγάλε...
Ανοίγει τη σακούλα ο τύπος και τι να δουν, ... Χώμα!
- Αφού σας το είπα ρε παιδιά, χώμα κουβαλάω.
- Συγγνώμη κύριε, αλλά και εμείς τη δουλειά μας κάνουμε, λέει ο τελωνειακός. Περάστε!
Η κατάσταση αυτή συνεχιζόταν μήνες, που λέτε, ε, κάποια στιγμή λένε ..
- Ρε σεις, μπας και μας δουλεύει ο τύπος με το μηχανάκι; Κάτσε και όταν θα ξανάρθει θα του ζητήσουμε δείγμα από το χώμα!
Όντως, όταν έρχεται :
- Σταμάτα! ʼνοιξε τη σακούλα!
- Τι έγινε ρε παιδιά; Τι πάθατε;
- Θα πάρουμε δείγμα από το χώμα, και θα το στείλουμε για ανάλυση.
- Καλώς, καλώς.
Την άλλη μέρα, έρχεται ο τύπος:
- Χίλια συγγνώμη κύριε είχατε δίκιο, δεν βρέθηκε καμιά παράνομη ουσία στο δείγμα.
- Αφού σας το είπα ρε παιδιά, είμαι καθαρός!
- Δεν θα ξαναγίνει, περάστε, του λένε.
Περνουσαν τα χρόνια, ε, κάποια στιγμή τον σταματάει ένας από τους υπάλληλους και του λέει:
- ʼκου φίλε, εγώ σε 2 βδομάδες παίρνω σύνταξη, δε θα σε καρφώσω αλλά θα μου πεις ειλικρινά, κάνεις λαθρεμπόριο;
- ... Ναι!
- Και τι περνάς;
- Μηχανάκια!
"Η ακόλουθη είναι μια πραγματική ιστορία από την υπηρεσία τεχνικής εξυπηρέτησης πελατών της εταιρείας Word Perfect (ηλεκτρονικοί υπολογιστές).
Είναι αυτονόητο ότι ο υπάλληλος απολύθηκε, παρ όλα αυτά ο ίδιος έχει κάνει αγωγή για αναίτια απόλυση.
Ο διάλογος προέρχεται από τη μαγνητοφώνηση που οδήγησε στην απόλυση:
"Τεχνική εξυπηρέτηση Word Perfect, πως μπορώ να σας βοηθήσω;
"Ναι, ξέρετε, έχω πρόβλημα με το Word Perfect."
"Τι είδους πρόβλημα;"
"Να, καθώς δακτυλογραφούσα, ξαφνικά όλες οι λέξεις χάθηκαν."
"Χάθηκαν;"
"Εξαφανίστηκαν."
"Μμμ. Τι σας δείχνει η οθόνη τώρα;"
"Τίποτα."
"Τίποτα;"
"Είναι κενή. Δεν δέχεται οτιδήποτε και να γράψω."
"Είστε ακόμα μέσα στο Word Perfect ή έχετε βγει;"
"Πως μπορώ να το καταλάβω;"
"Βλέπετε το σήμα C: στην οθόνη;" (Ελεύθερη μετάφραση του "Can you see the
C: prompt on the screen?")
"Τι σημασία έχει η οθόνη;" (Ελεύθερη μετάφραση του "Whats a sea-prompt?")
"Ξεχάστε το. Μπορείτε να κινήσετε τον δρομέα (cursor) στην οθόνη;"
"Δεν υπάρχει δρομέας. Σας είπα, δεν δέχεται οτιδήποτε και να γράψω!"
"Έχει ένδειξη λειτουργίας το μόνιτορ σας;"
"Τι είναι μόνιτορ;"
"Είναι το πράγμα με την οθόνη που μοιάζει με τηλεόραση. Μήπως έχει ένα
Μικρό λαμπάκι που σας λέει πότε είναι αναμμένο;"
"Δεν ξέρω."
"Τότε κοιτάξτε πίσω από το μόνιτορ και βρείτε από που βγαίνει το καλώδιο.
Μπορείτε να το δείτε;"
"Ναι, νομίζω."
"Ωραία. Ακολουθήστε το καλώδιο μέχρι το φις και πέστε μου αν είναι
Συνδεδεμένο στην πρίζα."
"... Ναι, είναι."
"Όταν κοιτούσατε πίσω από το μόνιτορ, προσέξατε αν έβγαιναν δύο καλώδια
Και όχι μόνο ένα;"
"Όχι."
"Τέλος πάντων, βγαίνουν. Θα ήθελα να κοιτάξετε και να βρείτε το άλλο
Καλώδιο."
"Εντάξει, το βρήκα."
"Ακολουθήστε το και πέστε μου αν είναι καλά συνδεδεμένο στο πίσω μέρος του
Υπολογιστή σας."
"Δεν μπορώ να φτάσω εκεί."
"Καλά. Τουλάχιστον μπορείτε απλώς να δείτε αν είναι;"
"Όχι."
"Ακόμα κι αν πατήσετε πάνω σε κάτι και τεντωθείτε λίγο;"
"Δεν μπορώ να δω, όχι γιατί δεν φτάνω, αλλά γιατί είναι σκοτάδι."
"Σκοτάδι;"
"Ναι. Το φως του γραφείου είναι σβηστό και το μόνο φως που έχω έρχεται από
Το παράθυρο."
"Τότε ανάψτε το φως."
"Δεν μπορώ."
"Γιατί όχι;"
"Γιατί υπάρχει διακοπή ρεύματος."
"Διακοπή... Διακοπή ρεύματος; Αχά! Λοιπόν, το βρήκαμε. Έχετε ακόμα τα
Κουτιά, τα βιβλία, και τα υπόλοιπα υλικά συσκευασίας του υπολογιστή σας;"
"Βέβαια, τα κρατάω στην ντουλάπα."
"Ωραία. Φέρτε τα, αποσυνδέστε το σύστημα σας και συσκευάστε το όπως ήταν
Όταν το πήρατε. Μετά επιστρέψτε το στο κατάστημα απ όπου το πήρατε."
"Αλήθεια; Είναι τόσο σοβαρό;"
"Δυστυχώς ναι."
"Καλά, αφού είναι έτσι. Και τι θα τους πω;"
"Πέστε τους ότι με την μαλακία που σας δέρνει, δεν μπορείτε να έχετε υπολογιστή
Καποιος απελπισμένος άνεργος βγαίνει στην αγορά με σκοπό την αναζήτηση εργασίας!
Σε κάποια στιγμή μπαίνει μέσα σε μια βιοτεχνία!
Βρίσκει το αφεντικό και του λέει απελπισμένος πως χρειάζεται επειγόντως δουλειά!
Συμφωνούνε στον μισθό και ο άνεργος χαίρεται που τα κατάφερε...
Την ώρα που φεύγει, ξαφνικά γυρνάει και λέει στο αφεντικό:
- Ξέρετε, έχω ένα μικρό προβληματάκι το οποίο όμως δεν πιστεύω να σας ενοχλεί!
- Τι δηλαδή;
- Να μωρέ, δεν έχω αρχίδια!
- Αααα! Δεν γίνεται να σας προσλάβω, λέει συγχυσμένος ο εργοδότης...
Συνεχίζεται αυτό για αρκετές μέρες. Κάθε φορά που βρίσκει δουλειά, μόλις αναφέρει το πρόβλημά του, τον ξαποστέλνουνε...
Κάποια μέρα πάει στο γραφείο του δημάρχου, και ζητά δουλειά.
Ο δήμαρχος του λέει πως προσλαμβάνεται.
- Ξέρετε, λέει ο άνεργος, έχω ένα προβληματάκι... Δεν έχω αρχίδια...
- Α, μην μου στεναχωριέσαι, λέει ο δήμαρχος, δεν είναι πρόβλημα αυτό. Απλά μωρέ θα πρέπει να έρχεσαι από τις 12 το μεσημέρι και μετά για δουλειά!
Στεναχωριέται ο άνεργος και φοβούμενος ότι έτσι θα παίρνει μειωμένο μισθό λέει:
- Μα εγώ δεν έχω πρόβλημα με την ώρα... Μπορώ να ξυπνάω από νωρίς...
Τον χτυπά ο δήμαρχος στην πλάτη και του λέει:
- Όχι μωρέ, δεν είναι αυτό... Απλά εμείς εδώ μέχρι τις 12, ξύνουμε τα αρχίδια μας!
Κατακαλόκαιρο, κι ο τζίτζικας κάθεται σε ένα δέντρο με γυαλιά ηλίου, walkman και φραπεδιά στο χέρι. Από κάτω, το μυρμήγκι κουβαλάει πάνω-κάτω σπόρους για τις κρύες νύχτες του χειμώνα.
- Κούλαρε ρε μέρμηγκα, του λέει ο τζίτζικας. Θα σε φάει το άγχος!
- Koρόιδευε εσύ, όταν θα χειμωνιάσει και θα πεινάσεις θα μου χτυπήσειςτην πόρτα, απαντάει το μυρμήγκι.
Την άλλη μέρα, πάλι τα ίδια.
- Ηρέμησε ρε μέρμηγκα, η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη!
- Γέλα εσύ, όταν χειμωνιάσει και σε κόψει η λόρδα, θα μου χτυπήσεις την πόρτα.
Κάθε μέρα το ίδιο βιολί, το μυρμήγκι να κουβαλάει και ο τζίτζικας να κοροϊδεύει ο τζίτζικας, ίδια απάντηση το μυρμήγκι.
Τελειώνει το καλοκαίρι και έρχεται η βαρυχειμωνιά.
Η βροχή πέφτει αλύπητη, ο αέρας σφυρίζει έξω παγωμένος και το μυρμήγκι κλεισμένο στη γεμάτη σπόρους φωλιά του, περιμένει το τζίτζικα ανυπόμονα να του χτυπήσει την πόρτα ζητώντας φαΐ.
Ένα παγωμένο βράδυ, το μυρμήγκι ακούει χτυπήματα στην πόρτα!
- Ποιος είναι; ρωτάει.
- Aνοιξε ρε, ο κολλητός σου ο τζίτζικας είμαι!
- Ρε τζίτζικα στα έλεγα εγώ, μονολογεί το μυρμήγκι.
Ανοίγει την πόρτα και βλέπει το τζίτζικα αγκαλιά με μια γκόμενα!
- Κολλητέ μου, πάω διακοπές στις Μπαχάμες με το μωρό, θέλεις κάτι;
- Όχι, λέει το μυρμήγκι φρικαρισμένο, αλλά να πας να πεις του Αισώπου ότι είναι και πολύ μαλάκας !
Κάποιος κατεβάζει τον αγλέουρα πίσω από την βιτρίνα ενός εστιατόριου. Στο πεζοδρόμιο περνάει ένας Αλβανός, τον βλέπει να τρώει και τρέχουν τα σάλια του. Βλέπει ο γευματίζων τον Αλβανό και του κάνει νόημα να μπει μέσα. Μόλις πλησιάζει τον ρωτάει:
- Ρε φίλε, τι συμβαίνει και κάθεσαι εκεί και μετράς τις μπουκιές μου;
- Να αφεντικό, τι να σου κάνω... Έεεχω τρεις μέρες να φάω..
- Α, γι αυτό στενοχωριέσαι; του λέει ο άλλος, μη φοβάσαι και αυτό αντιμετωπίζεται εύκολα...
Φωνάζει το γκαρσόνι και του λέει να φέρει μια μεγάλη κανάτα νερο. Το γκαρσόνι την φέρνει, γεμίζει αυτός ένα ποτήρι και λέει στον Αλβανό να πιει...
- Μα αφεντικό, λέει αυτός, εεεγω δεν διψάω... πεινάω...
- Ρε, πιες που σου λέω, του λέει ο άλλος, θα δεις... θα σου κάνει καλό.
Ο Αλβανός τι να κάνει, κατεβάζει το ποτήρι, κι εξακολουθεί να κοιτάζει τον δικό μας με πεινασμένο βλέμμα...
- Εντάξει είσαι τώρα; ρωτάει αυτός.
- Τι Εντάξει αφεντικό, λέει αυτός, αφού σου λέω... Δεν διψάω... Πεινάααω..
- Καλά... Πιες ακόμη ένα, και του δίνει και δεύτερο ποτήρι.
Τι να κάνει ο δικός σου, κατεβάζει και το δεύτερο.
Ο άλλος τον ξαναρωτάει:
- Εντάξει τώρα;...
- Όχι αφεντικό, σου είπα, δεν διψάω... Πεινάω, απαντάει ο τύπος... κάπως αδύναμα.
- Α φιλαράκο, εσύ νομίζω πως έχεις πρόβλημα, πιες άλλα δυο ποτήρια... και τον υποχρεώνει να πιει αλλά δυο...
Τα πίνει ο Αλβανός και... Κοντεύει να σκάσει απ το νερό...
- Τώρα ρε μεγάλε τι γίνεται; ρωτάει ο πρώτος.
- Τι να γίνεται αφεντικό; απαντάει αυτός βαριανασαίνοντας και με την κοιλιά του να έχει γίνει σαν... Μπαλόνι,... δεν βλέπεις;... Ωωχ... κοντεύω να σκάσω...
- Ωραία, τώρα θες να φας κάτι;
- Αστειεύεσαι αφεντικό; Τι να φάω τώρα μ αυτό το χαλί...
- Ε είδες ρε μπαγάσα, λέει ο άλλος θριαμβολογώντας, είδες που σου έλεγα; Εσύ χρυσέ μου δεν πεινούσες, διψούσες...
Μπαίνει μια ξανθιά σ ένα κατάστημα ηλεκτρικών και ρωτάει τον πρόθυμο υπάλληλο:
- Καλημέρα σας , πουλάτε τηλεοράσεις ;
- Βεβαίως , κυρία μου , απαντάει ο υπάλληλος πρόθυμα .
- Πόσο έχει αυτή η τηλεόραση ; και δείχνει προς το μέρος τους .
- Δεν πουλάμε σε ξανθιές , απαντάει ο υπάλληλος .
Φεύγει η πελάτισσα και πηγαίνει κατευθείαν σ ένα κομμωτήριο και βάφει το μαλλί της κατάμαυρο .
Τη επόμενη μέρα ξανά πηγαίνει στο ίδιο κατάστημα , στον ίδιο υπάλληλο και ρωτάει :
- Καλημέρα σας , πουλάτε τηλεοράσεις ;
- Βεβαίως , κυρία μου , απαντάει ο υπάλληλος πρόθυμα .
- Πόσο έχει αυτή η τηλεόραση ; και δείχνει προς το μέρος τους .
- Δεν πουλάμε σε ξανθιές , απαντάει ο υπάλληλος .
- Μα δεν είμαι ξανθιά , απαντάει η πελάτισσα , δεν το βλέπετε , είμαι κατάμαυρη .
- Και αυτό δεν είναι τηλεόραση , αλλά φούρνος μικροκυμάτων !
Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα πολύ μικρό χωριουδάκι ζούσε μια γεροντοκόρη, 85 Μαΐων, που ήταν ακόμη παρθένα, παρόλα τα χρονάκια της.
Ήταν πολύ περήφανη για το γεγονός ότι δεν είχε χάσει την παρθενιά της και επειδή καταλάβαινε ότι δεν είχε πολύ να ζήσει ακόμη, πήγε και βρήκε το νεκροθάφτη και του είπε ότι η επιθυμία της ήταν, όταν πέθαινε, να γράφανε πάνω στην ταφόπλακα τα εξής:
- «Γεννήθηκε παρθένα, έζησε παρθένα και πέθανε παρθένα».
Κανόνισε και τους λογαριασμούς της μαζί του και έφυγε.
Όταν, μετά από ένα διάστημα, πέθανε η παρθένα, ο νεκροθάφτης είπε στους παραγιούς του τι ήθελε να της γράψουν πάνω στην ταφόπλακα κι έφυγε, για να τους αφήσει να κάνουν τη δουλειά.
Επειδή όμως βαριόντουσαν εκείνοι και βρήκαν την επιγραφή πολύ μεγάλη, σκάλισαν πάνω στην πέτρα:
- «Επιστρέφεται χωρίς να ανοιχτεί».
Ήταν ένας Πόντιος και μία μέρα τον παίρνει κάποιος στο τηλέφωνο στο γραφείο του και του λένε:
"Κάποιος είναι σπίτι σου, και πηδάει την γυναίκα του.
Εκείνος θυμωμένος σηκώνεται και πάει σπίτι. Ανοίγει την πόρτα, πάει στην κρεβατοκάμαρα και βλέπει έναν μπρατσαρά να πηδά την γυναίκα του.
- Τι κάνεις εκεί πέρα, σήκω φύγε, ρε!
Σηκώνεται ο μπρατσαράς τσαντισμένος, πιάνει τον Πόντιο, τον πλακώνει στο ξύλο και του λέει:
- Για τιμωρία που με διέκοψες θα σε βάλω μέσα σε έναν κύκλο, και θα με βλέπεις να πηδάω την γυναίκα σου. Και άμα βγεις από τον κύκλο θα σε ξανατουλουμιάσω στο ξύλο.
Τον βάζει σε ένα κύκλο και μετά από κάνα δίωρο πάει ο μπρατσαράς και του λέει:
- Σου άρεσε η τιμωρία;
Αρχίζει να γελάει ο Πόντιος.
- Τι γελάς, ρε; Εγώ πηδούσα την γυναίκα σου, και εσύ γελάς;
Και του λέει ο Πόντιος:
- Τρεις φορές βγήκα από τον κύκλο, και δεν με είδες!