Δημοφιλή ανέκδοτα

Ήταν η κοκκινοσκουφίτσα και ήθελε να πάει στη γιαγιά της, για να μη συναντήσει όμως τον κακό το λύκο πήγε από την εθνική οδό για να κάνει ωτοστόπ μπας και σταματήσει κάποιος χριστιανός να τη πάει μέχρι εκεί.
Κάνει λοιπόν την αρχή αλλά δεν σταματάει κανένας, ώσπου να σου μια φεράρι που σταματάει απότομα. ανοίγει την πόρτα και μπαίνει μέσα.
Ο τύπος που την οδηγούσε ήταν ένας νευρόσπαστος που άρχισε να της μιλάει άσχημα:
"Κλείσε την πόρτα μωρή! "η κοκκινοσκουφίτσα παρεξενεμένη και φοβισμένη την κλείνει.
Βάζει μπρος το αμάξι ο τύπος και φεύγουν. Στο δρόμο λοιπόν η κοκκινοσκουφίτσα άρχισε τις ερωτήσεις:
"Γιατί είστε τόσο νευρικός;"
"Γιατί έτσι γουστάρω" της απαντάει" δεν μπορεί, κάτι θα σας απασχολεί..." λέει εκείνη.
"Έχω και εγώ τα προβλήματα μου θα σκάσεις;"
"Και τι προβλήματα έχετε;" συνεχίζει "με τη δουλειά μου, θα το βουλώσεις μώρη σακαφιόρα και να με αφήσεις να οδηγήσω;"
Η κοκκινοσκουφίτσα περίεργη όπως ήταν συνέχισε δειλά να τον ρωτάει:
"Και τι δουλειά κάνετε;"
"Είμαι παραγωγός ραδιοφώνου θα σκάσεις;"
"Και τι ακριβώς σημαίνει αυτό;" συνεχίζει ακάθεκτη να τον ρωτάει"
Δεν βάζεις μυαλό εσύ ε; παίρνουν κάτι μαλακισμένα σαν και εσένα και κάνουν αφιερώσεις ευχαριστημένη;"
Σε κάποια φάση το αυτοκίνητο σταματάει κατεβαίνει ο τύπος πηγαίνει σε ένα δέντρο εκεί κοντά, κατεβάζει τα παντελόνια και της φωνάζει να πλησιάσει.
Η κοκκινοσκουφίτσα δειλά - δειλά πλησιάζει...
"Ξεκίνα!" της φωνάζει
"Τι να ξεκινήσω;" ρωτάει
"Έλα μη κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις!"
Κοιτάει η κοκκινοσκουφίτσα με απορία και λέει:
"Επειδή είναι η πρώτη μου φόρα αν κάνω κάποιο λάθος δεν θα μου φωνάξετε εντάξει;"
"Ξεκίνα!" φωνάζει αγριεμένος.
Η κοκκινοσκουφίτσα το πιάνει, το κοιτάει.. και αρχίζει.:
"Φου! φου! καλά το κάνω;
Φου! φου! Αφιερώνω στη γιαγιά μου..."
Ήταν ένας οδηγός που έτρεχε πολύ γρήγορα. Τον είδε ένας αστυνομικός και του έκανε νόημα να σταματήσει. Σταματάει ο οδηγός και ακολουθεί ο εξής διάλογος με τον αστυνομικό:
- "Παρακαλώ το δίπλωμα σας."
- "Δεν έχω δίπλωμα. Μου το είχε κρατήσει ο αστυνομικός που με είχε σταματήσει επειδή οδηγούσα μεθυσμένος."
- "Μου δίνετε την άδεια από το ντουλαπάκι;"
- "Δεν μπορώ να ανοίξω το ντουλαπάκι γιατί έχω το όπλο μου μέσα."
- "Όπλο;"
- "Ναι, αυτό που σκότωσα την ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου."
- "Τι κάνατε; Και που είναι το πτώμα;"
- "Το έχω βάλει μέσα στο πορτ- μπαγκαζ του αυτοκινήτου."
Τα έχασε ο αστυνομικός και πήρε κατευθείαν τηλέφωνο το διοικητή του και του είπε ότι του είχε πει ο οδηγός. Μετά από δέκα λεπτά φτάνουν στην περιοχή ο διοικητής με ενισχύσεις για να συλλάβουν τον οδηγό και ακολουθεί ο εξής διάλογος μεταξύ του διοικητή και του οδηγού:
- "Δώστε μου το δίπλωμα σας."
- "Ορίστε."
Του το δίνει κανονικά ο οδηγός. Παραξενεύτηκε ο διοικητής.
- "Μπορείτε να ανοίξετε το ντουλαπάκι;"
- "Ανοίγει ο οδηγός το ντουλαπάκι. Τίποτα δεν ήταν μέσα."
- "Μου δίνετε την άδεια σας;"
- "Του τη δίνει ο οδηγός. Όλα είναι κανονικά."
- "Ανοίγετε το πορτ- μπαγκάζ παρακαλώ;"
- "Ανοίγει ο οδηγός το πορτ- μπαγκάζ, τίποτα μέσα."
Τα είχε χάσει ο διοικητής.
- "Καλά, πριν μας είπε ο αστυνομικός ότι του είπατε ότι δεν έχετε άδεια και δίπλωμα, ότι έχετε ένα όπλο στο ντουλαπάκι και ένα πτώμα στο πορτ- μπαγκάζ."
- "Μήπως σας είπε ο αστυνομικός ότι έτρεχα κ` όλας;"
Ήταν ένας έξυπνος και ένας βλάκας. Όπως προχωρούσαν στο δρόμο:
- "Δεν παίζουμε ένα παιχνίδι να περάσει η ώρα όπως περπατάμε;", λέει ο έξυπνος στον βλάκα.
- "Παίζουμε", λέει ο βλάκας.
- "Ωραία", απαντά ο έξυπνος και συνεχίζει. "Θα σου κάνω ερωτήσεις και όσες δεν ξέρεις να απαντάς θα μου δίνεις ένα δεκάρικο για να σου λέω την απάντηση. Μετά θα μου κάνεις εσύ ερωτήσεις και αν δεν ξέρω την απάντηση θα σου δίνω ένα χιλιάρικο, εντάξει;"
- "Εντάξει", απαντά ο βλάκας.
- "Τι είναι αυτό που κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια", ρωτά ο έξυπνος.
- "Δεν ξέρω, πάρε ένα δεκάρικο. Τι είναι;"
- "Η γάτα."
- "Αααα", λέει ο βλάκας.
- "Τι είναι αυτό που κάνει γαβ γαβ έξω στο δρόμο;" ρωτά πάλι ο έξυπνος.
- "Δεν ξέρω, πάρε ένα δεκάρικο. Τι είναι;"
- "Ο σκύλος, απαντά ο έξυπνος. Αντε τώρα κάνε μου εσύ ερωτήσεις."
- "Τι είναι αυτό που κάνει τσιου τσιου μπάμ;" ρωτά ο βλάκας.
Ο έξυπνος τα βρήκε σκούρα. Προχωρούσαν προχωρούσαν, σκεφτόταν ξανασκεφτόταν, ίδρωσε στο τέλος, τι να κάνει βγάζει ένα χιλιάρικο και το δίνει στον βλάκα.
- "Τι είναι ρε αυτό και δεν το ξέρω;"
- "Ούτε εγώ ξέρω πάρε ένα δεκάρικο!"
Μια καθαρίστρια καθάριζε τα παράθυρα σε ένα κτίριο. Ξαφνικά όπ ως ήταν επάνω στη σκάλα και μπροστά σε ένα παράθυρο, αυτό ξαφνικά ανοίγει και η καθαρίστρια πέφτει στον ακάλυπτο μέσα σε ένα βαρέλι στο οποίο και σφηνώνει.
Αφού προσπάθησε πολύ ώρα να ελευθερωθεί τελικά κουράστηκε και αποκοιμήθηκε.
Κατά το βραδάκι βγαίνει στον ακάλυπτο από την πίσω πόρτα ενός bar ένας σουρωμένος για κατούρημα.
Εκεί που κατουρούσε βλέπει το βαρέλι με τα δύο πόδια όρθια και ανοικτά, πάει κοντά και της ρίχνει ένα γαμήσι.
Γυρίζει μέσα στα bar να συνεχίσει το ποτό του αλλά η ψωλή του ήταν σηκωμένη χωρίς να θυμάται το γιατί.
Σκέφτεται:
"Η ψωλή μου γιατί είναι σηκωμένη; Σα να θυμάμαι να γάμησα κάτι εκεί πίσω αλλά δε θυμάμαι τι ήταν. Για να πάω να ρίξω μια ματιά."
Πηγαίνει πίσω στο ακάλυπτο ξανά.
- "Καλά θυμόμουν ότι γάμησα εδώ πίσω, για να ξαναρίξω ένα."
Αφού ξαναγαμάει πάει πάλι μέσα να συνεχίσει το ποτό του.
Μετά καμμιά ώρα η ψωλή του ακόμα σηκωμένη ήταν.
- "Ρε γαμώτο σα να θυμάμαι να γάμησα εκεί πίσω. Τι κακό είναι αυτό πολύ ξεχνάω τώρα τελευταία. Για να πάω να ρίξω μια ματιά".
Ξαναπάει πίσω στον ακάλυπτο και αφού ρίχνει ακόμα ένα γαμήσι, κάθεται και σκέφτεται βλέποντας το βαρέλι.
- "Ρε συ αυτό καλό μουνί είναι, γιατί το πετάξανε;"
Κάποτε στις παρυφές του Βορείου Πόλου (στις ποιες, η πόρτα του ιγκλού ανοίγει και μπαίνει τρέχοντας το αρκουδάκι. Πηγαίνει στον πατέρα του που διάβαζε τα κατεξοχήν κατεψυγμένα νέα, και με διστακτικό ύφος τον ρωτάει..
- Μπαμπάαα;..
- Τι είναι παιδί μου; απαντάει αφηρημένος ο πατέρας αρκούδος.
- Είσαι αρκούδα;
- Μα φυσικά και είμαι αρκούδα γιέ μου...
- Είσαι λευκή αρκούδα;
- Από όσο μπορώ να δω.. και εσύ επίσης.. ναι.. λευκή αρκούδα είμαι..
- Πολική αρκούδα;
- Πολική αρκούδα γιέ μου.. τι σόι ερωτήσεις είναι αυτές;.. πήγαινε έξω να παίξεις..
Πραγματικά, το αρκουδάκι φεύγει σκεπτικό και αρχίζει πάλι να παίζει στους πάγους. Μετά από λίγο όμως, ξαναμπαίνει τρέχοντας και πλησιάζει και πάλι τον πατέρα του..
- Μπαμπάααα;
- Τι είναι πάλι γιέ μου;
- Η μαμά είναι αρκούδα;
- Φυσικά και είναι αρκούδα γιέ μου.. πελεκάνος θέλεις να ήτανε;
- Λευκή αρκούδα;
- Ναι γαμώ το στανιό μου.. Λευκή αρκούδα είναι..
- Πολική αρκούδα;
- ΝΑΙ!.. Πολική είναι.. άσε με τώρα να διαβάσω την εφημερίδα μου. Πήγαινε έξω να παίξεις..
Το αρκουδάκι, για ακόμα μια φορά βγαίνει έξω στους πάγους να παίξει.. Σε λιγάκι όμως, να σου το πάλι μπαίνει τρέχοντας και λέει στον πατέρα του..
- Μπαμπάαα;
- Τι θες πάλι;
- Εγώ είμαι αρκουδάκι;
- ... Γβρμ.. την τρέλα μου... ΝΑΙ.. αρκουδάκι είσαι ΚΑΙ εσύ..
- Λευκό αρκουδάκι;
- Αν μπορέσω και συγκροτήσω τα νεύρα μου και δεν σε κάνω μαύρο στο ξύλο... ναι.. λευκό αρκουδάκι είσαι..
- Πολικό αρκουδάκι;
- ΝΑΙ ΓΑΜΩ ΤΟ ΚΕΡΑΤΟ ΜΟΥ.. ΠΟΛΙΚΟ ΑΡΚΟΥΔΑΚΙ ΕΙΣΑΙ... γιατί κάνεις ηλίθιες ερωτήσεις;
Και το αρκουδάκι...
- Δεν ξέρω ρε πατέρα.. αλλά εγώ κρυώνω!
Ένας ιερέας πεθαίνει και βρίσκεται στην είσοδο του Παραδείσου. Μπροστά του βρίσκεται ένας τύπος με μαύρο γυαλί , τζιν παντελόνι, φανταχτερό πουκάμισο και μυστήριο ύφος...
Έρχεται ο άγιος Πέτρος και ρωτάει τον πρώτο:
"Ποιος είσαι, τέκνο μου εσύ;"
"Ο Μητσάρας να ουμ. 40 χρόνια ταξί, πρώτος στην πιάτσα Βαρδάρη-Λαχαναγορά, βασικά"
"Έλα, τέκνο μου", λέει ο άγιος Πέτρος. "Πάρε αυτή τη μεταξωτή ρόμπα με τα χρυσά κοσμήματα και έλα στο βασίλειο των Ουρανών..."
Ο Μήτσος περνάει λοιπόν στον Παράδεισο και έρχεται η σειρά του ιερέα.
"Είμαι ο πατήρ Ιωσήφ Αγγελίδης, 40 χρόνια στην ενορία της Ιεράς Μητροπόλεως άνω Παναγιάς".
"Πάρε, τέκνων μου", λέει ο άγιος Πέτρος, "αυτή τη βαμβακερή ρόμπα και προχώρησε κι εσύ στο Βασίλειο των Ουρανών".
"Μα γιατί", απορεί ο ιερωμένος. "Γιατί μετάξια και χρυσάφια στον ταξιτζή και σε μένα ένα απλό βαμβακερό;"
"Κοίταξε τέκνων μου", του λέει ο άγιος Πέτρος. "Σε μας εδώ μετράει το αποτέλεσμα. Όταν εσύ κήρυττες, το ποίμνιο κοιμόταν. Όταν οδηγούσε ο Μήτσος όμως, οι επιβάτες έκαναν την προσευχή τους."