φρέσκα ανέκδοτα

A little boy and his grandfather are raking leaves in theyard.
The little boy finds an earthworm trying to get back into its hole. He says, "Grandpa, I bet I can put that wormback in that hole."The grandfather replies, "Ill bet you five dollars you can’t. Its too wiggly and limp to put back in that little hole."The little boy runs into the house and comes back out with a can of hairspray. He sprays the worm until it is straight and stiff as a board. Then he puts the worm back into the hole. The grandfather hands the little boy five dollars, grabs the hairspray, and runs into the house. Thirty minutes later the grandfather comes back out and hands the little boy another five dollars. The little boy says, "Grandpa, you already gave me five dollars."The grandfather replies, "I know. Thats from your grandma."
Ένας τύπος μπαίνει σε ένα πιάνο-μπαρ και παραγγέλνει ένα ουίσκυ.
Ενώ το πίνει ήσυχος, εντελώς ξαφνικά εμφανίζεται μια μαϊμού, ανεβαίνει στην μπάρα, βουτάει τα παπάρια της στο ουίσκυ του και εξαφανίζεται.
Έκπληκτος ο τύπος ρωτάει τον διπλανό του αν είδε την σκηνή αυτή και εκείνος του απαντά:
- Αυτή είναι η μαϊμού του πιανίστα. Την φέρνει καμμιά φορά εδώ...
- Καλά, πρέπει σώνει και καλά να την κουβαλάει μαζί του την κωλο-μαϊμού; Τι σίχαμα!, απαντάει ο πρώτος θυμωμένος.
Ο δεύτερος, συμμεριζόμενος τα νεύρα του πρώτου, του λέει:
- Εγώ στη θέση σου θα πήγαινα στον πιανίστα και θα του ζητούσα τον λόγο!
Οπότε ο πρώτος, ακολουθώντας τα λόγια του δεύτερου, πηγαίνει στον πιανίστα και του λέει:
- Η μαϊμού σου βούτηξε τα παπάρια της στο ουίσκυ μου. Και συμπληρώνει: Το ξέρεις;
Οπότε παίρνει την εξής απάντηση από τον πιανίστα:
- Δεν το ξέρω το συγκεκριμένο, αλλά αν μου το τραγουδίσεις λίγο μπορώ να το παίξω!
Η κυρα-Μαρία στέλνει τον άντρα της τον κυρ-Στέλιο στην αγορά να πάρει σαλιγκάρια .
" Μη πιάσεις τη κουβέντα στην αγορά . Να πας και να γυρίσεις αμέσως . Δε θα προλάβουνε να γίνουνε τα σαλιγκάρια για το μεσημέρι "
Φεύγει ο κυρ-Στέλιος και πάει γρήγορα-γρήγορα στην αγορά , παίρνει τα σαλιγκάρια και ξεκινάει για το σπίτι .
Καθώς περνούσε από ένα καφενείο κοντά στην αγορά , βλέπει μέσα 2 φίλους του να πίνουν το ουζάκι τους . Τους χαιρετάει και κάθεται μαζί τους " για λίγο , γιατί πρέπει να γυρίσει γρήγορα στο σπίτι ". Πίνει κι αυτός τα ουζάκια του , ένα , δύο , τρία καραφάκια όταν θυμάται τη γυναίκα του .
" Αμάν ! άργησα ! Φεύγω , θα τα πούμε μια άλλη φορά ! " και φεύγει βιαστικός .
Είχε φτάσει στα μισά του δρόμου όταν βλέπει το γείτονά του τον Θανάση .
" Πάμε για καμιά μπυρίτσα ; ", του λέει ο Θανάσης .
" Έχω αργήσει , Θανάση μου . Αλλά μη σου χαλάσω το χατίρι . Πάμε, αλλά για λίγο "
Και κάθονται σε ένα μαγαζάκι . Πίνουν μια , δυο , τρεις , δέκα , έντεκα μπύρες και ξαφνικά ο κυρ-Στέλιος κοιτάζει το ρολόι του . Είναι 5 η ώρα .
" Ποιος την ακούει τη κυρα-Μαρία ! " λέει και σηκώνεται να φύγει . Έχει ψιλομεθύσει , του αρέσει άλλωστε το ποτό . Προχωράει όσο πιο γρήγορα μπορεί , αλλά 2 τετράγωνα πριν από το σπίτι του , συναντάει το φίλο του το Βαγγέλη .
" Έλα για λίγο στο σπίτι " του λέει ο Βαγγέλης . " Aνοιξα χθες ένα καινούργιο βαρέλι κρασί . Πρέπει να το δοκιμάσουμε ! "
Ανεβαίνει ο κυρ-Στέλιος στο σπίτι του Βαγγέλη με τα σαλιγκάρια στο χέρι . Δοκιμάζει το καινούργιο κρασί και πριν προλάβει να τελειώσει το δεκατοπέμπτο ποτήρι διαπιστώνει ότι έχει σκοτεινιάσει . Δεν τον παίρνουν τα πόδια του , αλλά τρεκλίζοντας και με τα σαλιγκάρια παραμάσχαλα πάει προς το σπίτι .
"Δε θα ξανασταματήσω πουθενά ! " λέει μέσα στο μεθύσι του .
Φτάνει στο σπίτι , βγάζει τα κλειδιά , προσπαθεί να βρει το σωστό κλειδί . Δύσκολο όμως με το μεθύσι που έχει . Παραπατάει και του πέφτει η σακούλα με τα σαλιγκάρια από τα χέρια . Σκίζεται και χύνονται τα σαλιγκάρια στα σκαλοπάτια .
Η κυρα-Μαρία που καθόταν στα καρφιά από το πρωί , μόλις άκουσε το θόρυβο άνοιξε την πόρτα έξαλλη , έτοιμη να του χιμήξει .
" Που ήσουνα , βρε γαϊδούρι , όλη μέρα ; "
Κι ο κυρ-Στέλιος :
" Σσσσσσσσστ , μη φωνάζεις ! Δε βλέπεις ; "
Της λέει δείχνοντας τα σαλιγκάρια . Και γυρίζοντας προς τα πεσμένα σαλιγκάρια τους :
" Ελάτε ? ελάτε ? ελάτε , σαλιγκαράκια μου , κουράγιο , λίγο ακόμα και φτάσαμε !"
Πάει η πεθερά ενός τύπου στα Ιεροσόλυμα. Εκεί έπαθε εγκεφαλικό, και σύντομα πέθανε. Παίρνουν τηλέφωνο στην Αθήνα, τον γαμπρό της για τα τυπικά της κηδείας:
- Για να γίνει η κηδεία Αθήνα χρειάζονται τουλάχιστον 5000 ευρώ, ενώ εδώ μόνο 1000.
Το σκέφτεται λίγο ο γαμπρός της και απαντά:
- Αθήνα!
- Α, εσείς νοιάζεστε πολύ. Θα σας κάνουμε καλύτερη τιμή! Αθήνα 5000 ευρώ, εδώ 800.
- Όχι, να την φέρετε εδώ.
- Αθήνα 5000, εδώ 600!
- Όχι, όχι, εδώ!
- Αθήνα 5000, εδώ 200!
- Μα δεν καταλαβαίνετε τι σας λέω; Εδώ είπαμε!
- Συγνώμη ρε φίλε να σου κάνω μια ερώτηση; Τόσο πολύ την αγάπαγες την πεθερά σου;
- Κοίταξε να δεις, πριν πολλά πολλά χρόνια, ένας δικός σας κηδεύτηκε εκεί πέρα, και μετά αναστήθηκε! Δεν το διακινδυνεύω!
Μια κοπέλα φέρνει σπίτι το φίλο της να τον γνωρίσει στους γονείς της , μια που αποφάσισαν να παντρευτούν .
- Ποια είναι λοιπόν τα σχέδιά σου ; ρώτησε ο πατέρας της κοπέλας .
- Έχω πάρει υποτροφία για το Πανεπιστήμιο , απάντησε ο νεαρός .
- Υποτροφία ... μμμμμ ... Αξιοθαύμαστο , αλλά πως θα μπορέσεις να παράσχεις στην κόρη μου ένα σπίτι για να ζήσει όπως έχει συνηθίσει ;
- Θα μελετήσω σκληρά κι έχει ο Θεός .
- Και τι θα κάνεις για να προσφέρεις στην κόρη μου το δαχτυλίδι αρραβώνων που της αξίζει ;
- Θα αφοσιωθώ στις σπουδές μου κι έχει ο Θεός .
- Και παιδιά ; Πως θα μπορέσεις να συντηρήσεις παιδιά ;
- Μην ανησυχείτε κύριε , έχει ο Θεός .
Η όλη συζήτηση συνεχίστηκε έτσι και κάθε φορά που ο πατέρας της κοπέλας ρωτούσε κάτι , ο ιδεαλιστής γαμπρός επέμενε ότι έχει ο Θεός .
Αργότερα η μητέρα της κοπέλας ρώτησε τον άντρα της :
- Πως πήγε η κουβέντα σας ;
- Δεν έχει δουλειά , δεν έχει σχέδια για το μέλλον αλλά τουλάχιστον πιστεύει ότι είμαι Θεός .