φρέσκα ανέκδοτα

Ένας τύπος μπαίνει σε ένα πιάνο-μπαρ και παραγγέλνει ένα ουίσκυ.
Ενώ το πίνει ήσυχος, εντελώς ξαφνικά εμφανίζεται μια μαϊμού, ανεβαίνει στην μπάρα, βουτάει τα παπάρια της στο ουίσκυ του και εξαφανίζεται.
Έκπληκτος ο τύπος ρωτάει τον διπλανό του αν είδε την σκηνή αυτή και εκείνος του απαντά:
- Αυτή είναι η μαϊμού του πιανίστα. Την φέρνει καμμιά φορά εδώ...
- Καλά, πρέπει σώνει και καλά να την κουβαλάει μαζί του την κωλο-μαϊμού; Τι σίχαμα!, απαντάει ο πρώτος θυμωμένος.
Ο δεύτερος, συμμεριζόμενος τα νεύρα του πρώτου, του λέει:
- Εγώ στη θέση σου θα πήγαινα στον πιανίστα και θα του ζητούσα τον λόγο!
Οπότε ο πρώτος, ακολουθώντας τα λόγια του δεύτερου, πηγαίνει στον πιανίστα και του λέει:
- Η μαϊμού σου βούτηξε τα παπάρια της στο ουίσκυ μου. Και συμπληρώνει: Το ξέρεις;
Οπότε παίρνει την εξής απάντηση από τον πιανίστα:
- Δεν το ξέρω το συγκεκριμένο, αλλά αν μου το τραγουδίσεις λίγο μπορώ να το παίξω!
Η κυρα-Μαρία στέλνει τον άντρα της τον κυρ-Στέλιο στην αγορά να πάρει σαλιγκάρια .
" Μη πιάσεις τη κουβέντα στην αγορά . Να πας και να γυρίσεις αμέσως . Δε θα προλάβουνε να γίνουνε τα σαλιγκάρια για το μεσημέρι "
Φεύγει ο κυρ-Στέλιος και πάει γρήγορα-γρήγορα στην αγορά , παίρνει τα σαλιγκάρια και ξεκινάει για το σπίτι .
Καθώς περνούσε από ένα καφενείο κοντά στην αγορά , βλέπει μέσα 2 φίλους του να πίνουν το ουζάκι τους . Τους χαιρετάει και κάθεται μαζί τους " για λίγο , γιατί πρέπει να γυρίσει γρήγορα στο σπίτι ". Πίνει κι αυτός τα ουζάκια του , ένα , δύο , τρία καραφάκια όταν θυμάται τη γυναίκα του .
" Αμάν ! άργησα ! Φεύγω , θα τα πούμε μια άλλη φορά ! " και φεύγει βιαστικός .
Είχε φτάσει στα μισά του δρόμου όταν βλέπει το γείτονά του τον Θανάση .
" Πάμε για καμιά μπυρίτσα ; ", του λέει ο Θανάσης .
" Έχω αργήσει , Θανάση μου . Αλλά μη σου χαλάσω το χατίρι . Πάμε, αλλά για λίγο "
Και κάθονται σε ένα μαγαζάκι . Πίνουν μια , δυο , τρεις , δέκα , έντεκα μπύρες και ξαφνικά ο κυρ-Στέλιος κοιτάζει το ρολόι του . Είναι 5 η ώρα .
" Ποιος την ακούει τη κυρα-Μαρία ! " λέει και σηκώνεται να φύγει . Έχει ψιλομεθύσει , του αρέσει άλλωστε το ποτό . Προχωράει όσο πιο γρήγορα μπορεί , αλλά 2 τετράγωνα πριν από το σπίτι του , συναντάει το φίλο του το Βαγγέλη .
" Έλα για λίγο στο σπίτι " του λέει ο Βαγγέλης . " Aνοιξα χθες ένα καινούργιο βαρέλι κρασί . Πρέπει να το δοκιμάσουμε ! "
Ανεβαίνει ο κυρ-Στέλιος στο σπίτι του Βαγγέλη με τα σαλιγκάρια στο χέρι . Δοκιμάζει το καινούργιο κρασί και πριν προλάβει να τελειώσει το δεκατοπέμπτο ποτήρι διαπιστώνει ότι έχει σκοτεινιάσει . Δεν τον παίρνουν τα πόδια του , αλλά τρεκλίζοντας και με τα σαλιγκάρια παραμάσχαλα πάει προς το σπίτι .
"Δε θα ξανασταματήσω πουθενά ! " λέει μέσα στο μεθύσι του .
Φτάνει στο σπίτι , βγάζει τα κλειδιά , προσπαθεί να βρει το σωστό κλειδί . Δύσκολο όμως με το μεθύσι που έχει . Παραπατάει και του πέφτει η σακούλα με τα σαλιγκάρια από τα χέρια . Σκίζεται και χύνονται τα σαλιγκάρια στα σκαλοπάτια .
Η κυρα-Μαρία που καθόταν στα καρφιά από το πρωί , μόλις άκουσε το θόρυβο άνοιξε την πόρτα έξαλλη , έτοιμη να του χιμήξει .
" Που ήσουνα , βρε γαϊδούρι , όλη μέρα ; "
Κι ο κυρ-Στέλιος :
" Σσσσσσσσστ , μη φωνάζεις ! Δε βλέπεις ; "
Της λέει δείχνοντας τα σαλιγκάρια . Και γυρίζοντας προς τα πεσμένα σαλιγκάρια τους :
" Ελάτε ? ελάτε ? ελάτε , σαλιγκαράκια μου , κουράγιο , λίγο ακόμα και φτάσαμε !"
Πάει η πεθερά ενός τύπου στα Ιεροσόλυμα. Εκεί έπαθε εγκεφαλικό, και σύντομα πέθανε. Παίρνουν τηλέφωνο στην Αθήνα, τον γαμπρό της για τα τυπικά της κηδείας:
- Για να γίνει η κηδεία Αθήνα χρειάζονται τουλάχιστον 5000 ευρώ, ενώ εδώ μόνο 1000.
Το σκέφτεται λίγο ο γαμπρός της και απαντά:
- Αθήνα!
- Α, εσείς νοιάζεστε πολύ. Θα σας κάνουμε καλύτερη τιμή! Αθήνα 5000 ευρώ, εδώ 800.
- Όχι, να την φέρετε εδώ.
- Αθήνα 5000, εδώ 600!
- Όχι, όχι, εδώ!
- Αθήνα 5000, εδώ 200!
- Μα δεν καταλαβαίνετε τι σας λέω; Εδώ είπαμε!
- Συγνώμη ρε φίλε να σου κάνω μια ερώτηση; Τόσο πολύ την αγάπαγες την πεθερά σου;
- Κοίταξε να δεις, πριν πολλά πολλά χρόνια, ένας δικός σας κηδεύτηκε εκεί πέρα, και μετά αναστήθηκε! Δεν το διακινδυνεύω!
Μια κοπέλα φέρνει σπίτι το φίλο της να τον γνωρίσει στους γονείς της , μια που αποφάσισαν να παντρευτούν .
- Ποια είναι λοιπόν τα σχέδιά σου ; ρώτησε ο πατέρας της κοπέλας .
- Έχω πάρει υποτροφία για το Πανεπιστήμιο , απάντησε ο νεαρός .
- Υποτροφία ... μμμμμ ... Αξιοθαύμαστο , αλλά πως θα μπορέσεις να παράσχεις στην κόρη μου ένα σπίτι για να ζήσει όπως έχει συνηθίσει ;
- Θα μελετήσω σκληρά κι έχει ο Θεός .
- Και τι θα κάνεις για να προσφέρεις στην κόρη μου το δαχτυλίδι αρραβώνων που της αξίζει ;
- Θα αφοσιωθώ στις σπουδές μου κι έχει ο Θεός .
- Και παιδιά ; Πως θα μπορέσεις να συντηρήσεις παιδιά ;
- Μην ανησυχείτε κύριε , έχει ο Θεός .
Η όλη συζήτηση συνεχίστηκε έτσι και κάθε φορά που ο πατέρας της κοπέλας ρωτούσε κάτι , ο ιδεαλιστής γαμπρός επέμενε ότι έχει ο Θεός .
Αργότερα η μητέρα της κοπέλας ρώτησε τον άντρα της :
- Πως πήγε η κουβέντα σας ;
- Δεν έχει δουλειά , δεν έχει σχέδια για το μέλλον αλλά τουλάχιστον πιστεύει ότι είμαι Θεός .
Ενας τυπος πιανει δουλεια μια Τριτη. Δουλευει ολη τη βδομαδα και την Δευτερα τηλεφωναει.
- Σημερα δεν μπορω να ρθω,ειμαι αρρωστος.
Δουλευει ξανα απο την Τριτη και την αλλη Δευτερα παλι τα ιδια.
- Δεν μπορω να ρθω,ειμαι αρρωστος.
Το αφεντικο ρωταει τον προσωπαρχη και πληροφορειται οτι προκειται για πολυ αποδοτικο και χρησιμο υπαλληλο. Αποφασιζει λοιπον να τον καλεσει στο γραφειο του.
- Φαινεται οτι τις Δευτερες εχεις καποιο προβλημα. Εισαι καλος υπαλληλος και δεν θα ηθελα να σε απολυσω. Τί προβλημα εχεις;Μηπως μπορω να σε βοηθησω;Ναρκωτικα;Πινεις;
- Οχι,αφεντικο,ουτε ναρκωτικα,ουτε πινω. Να... Ο γαμπρος μου καθε
Σαββατοκυριακο μεθαει,και μετα δερνει την αδελφη μου. Γι`αυτο,καθε Δευτερα πρωι περναω να την δω πώς ειναι. Ακουμπαει αυτη το κεφαλι της στον ωμο μου και κλαιει... Και το ενα φερνει το αλλο... την γαμ*ω.
- Ρε; γαμ*ς την αδελφη σου;
- Δεν σου ειπα,αφεντικο, οτι ειμαι αρρωστος;