φρέσκα ανέκδοτα

Είναι μαζεμένες ένα κοπάδι πεινασμένες νυχτερίδες μέσα σε μια σπηλιά και συζητάνε για τι άλλο, για το επίμαχο θέμα της τροφής.
Ξαφνικά μπαίνει μια νέα νυχτερίδα στη σπηλιά και είναι όλο το μουσούδι της πασαλειμμένο με φρέσκο αίμα. Κοιτάει ψηλά στο ταβάνι της σπηλιάς, βρίσκει μια άδεια θέση να παρκάρει, κρεμιέται και ετοιμάζεται για ύπνο.
Δεν αργούν όμως να την πάρουν χαμπάρι οι άλλες που η γαργαλιστική μυρουδιά του αίματος τους έχει σπάσει τη μύτη.
- Που το βρήκες βρε συ το αίμα; τη πιέζουνε να τους πει.
Η τυχερή - άτυχη νυχτερίδα προσπαθεί με κάθε τρόπο να τις πείσει να την αφήσουν ήσυχη να κοιμηθεί, αλλά που αυτές. "Πες μας" και "Πες μας" οι πεινασμένες νυχτερίδες την φέρνουνε στο αμήν.
- Ακολουθείστε με!, τους λέει στο τέλος και αναγκάζεται να ξεβολευφτεί και να βγει από τη σπηλιά. Από πίσω της ακολουθούν εκατοντάδες.
Όλος αυτός ο πεινασμένος συρφετός περνάει μια μεγάλη πεδιάδα, ένα ποτάμι και φτάνει σε ένα μεγάλο και πυκνό δάσος. Εδώ η πρώτη νυχτερίδα κόβει ταχύτητα και αμέσως την περιτριγυρίζουνε όλες οι φίλες της οι οποίες κυριολεκτικά κρέμονται απ το στόμα της.
- Λοιπόν, λοιπόν, λοιπόν; τη ρωτάνε με ανυπομονησία.
- Βλέπετε εκείνο το κάστρο στο βουναλάκι; τους ρωτάει αυτή δείχνοντας ένα τεράστιο παλιό κάστρο.
- Ναι, ναι, ναι, φωνάζουνε οι άλλες.
- Ε λοιπόν εγώ ΔΕΝ ΤΟ ΕΙΔΑ!
Ήταν ένας τυπάς που έκανε σκι στα Ιμαλάϊα όταν ξαφνικά μια τεράστια χιονοστιβάδα τον έκανε να λιποθυμήσει. Ξυπνάει λοιπόν σε ένα μοναστήρι και από πάνω του ξεπροβάλλουν ένα μάτσο μοναχοί. Του κάνει λοιπόν ο μεγάλος μοναχός:
- Φίλε θα σε φροντίσουμε, θα σε ταΐσουμε, θα σε κοιμίσουμε μέχρι να γίνεις καλά αρκεί να μην βεβηλώσεις την παρθένα κόρη μου, γιατί αλλιώς θα υποστείς... τα τέσσερα κινέζικα βασανιστήρια.. οκ;
- OK, λέει λοιπόν κι ο τυπάς ξαφνιασμένος... Εγινε!
Την πρώτη μέρα έκανε ένα γύρο στο μοναστήρι και είδε όλους πίνακες που υπήρχαν εκεί...
"Καταπληκτικοί" αναφωνεί και πάει να κοιμηθεί...
Την δεύτερη μέρα λοιπόν ο τύπος έκανε και πάλι ένα γύρο στο μοναστήρι και είδε όλα τα αγάλματα που υπήρχαν εκεί...
"Μεγαλειώδη έργα" αναφωνεί ξανά και πάει πίσω στο κρεβάτι του...
Την τρίτη μέρα αφού έκανε τον συνηθισμένο του γύρο στο μοναστήρι είδε την κόρη του μεγάλου μονάχου. Η κοπελιά ήταν πιο όμορφη και από τις πιο ζωηρές του φαντασιώσεις. Έτσι, εφάρμοσε όλη του τη γαλιφιά και μέχρι το βράδυ, αψηφώντας την προειδοποίηση του μοναχού, την κουτούπωσε!
Ξυπνάει την άλλη μέρα το πρωί ο ήρωας μας και συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται στη στέγη του μοναστηριού ... Ρίχνει ένα βλέφαρο στα χέρια του και κοζάρει δυο χοντρές αλυσίδες και ένα ταμπελάκι που έλεγε:
"1ο Κινέζικο βασανιστήριο: Τα χέρια σου είναι δεμένα με αλυσίδες"
"Σιγά" λέει "αυτά εγώ τα μασάω"
Και μπρατσαράς καθώς ήταν σπάει τις αλυσίδες. Κοιτάει μετά κάτω και βλέπει μια τεράστια κοτρόνα να βρίσκεται πάνω στην κοιλιά του και ένα ταμπελάκι που να λέει:
"2ο Κινέζικο βασανιστήριο: Μια πέτρα είναι πάνω στην κοιλιά σου."
Αρχισε να γελάει ο τύπος με τα βασανιστήρια και την ασχετοσύνη των μοναχών. Σαν ρωμαλέο παλικάρι, σηκώνει την κοτρόνα και την πετάει στο γκρεμό. Κάτω από την πέτρα όμως, βλέπει ένα τρίτο ταμπελάκι..
"3ο Κινέζικο βασανιστήριο: Το αριστερό σου αρχίδι είναι δεμένο στην πέτρα."
Πανικόβλητος λοιπόν ο τύπος πηδάει μαζί με την πέτρα στο γκρεμό για να σώσει την οικογένεια... Και ενώ βρισκόταν σε κάθετη πτώση, διακρίνει στον πάτο του γκρεμού μία τεράστια ταμπέλα με μεγάλα γράμματα που έλεγε...
"4ο Κινέζικο βασανιστήριο: Το άλλο σου αρχίδι είναι δεμένο πάνω στην στέγη"
Ο Βασίλης έβαλε στοίχημα με δύο φίλους του για 1000 Ευρώ ότι θα κοιμηθεί για μια νύχτα στο νεκροταφείο. Πέφτει λοιπόν η νύχτα και μπαίνει μέσα. Αφού πέρασε κάμποση ώρα και ήταν μόνος του ανάμεσα στους τάφους βλέπει ξαφνικά έναν τύπο.
Τον χαιρετάει και του συστήνεται:
- Πάλι καλά που σε βρήκα εδώ και θα μου κάνεις παρέα, γιατί φοβόμουνα πολύ... Εσύ δεν φοβάσαι τα νεκροταφεία; λέει ο Βασίλης στον τύπο.
- Ναι, λέει αυτός, τα φοβόμουνα πολύ όταν ζούσα...