Τρισευτυχισμένος ο γαμπρός πάει στο γραφείο τελετών και ζητάει από την υπάλληλο να τον ενημερώσει για τις τιμές των φέρετρων μιας και πέθανε η πεθερά του.
- Αυτό είναι από ξύλο καρυδιάς και κοστίζει 300.000δρχ. του λέει.
- 300.000δρχ. ; Μα τι λες κυρά μου, αμάν κάναμε να την ξεφορτωθούμε θα τη μοσχοπληρώσουμε κιόλας;
- Υπάρχει κι αυτό από ξύλο βελανιδιάς που κάνει 150.000δρχ.
- Θα μας τρελάνεις κυρά μου;
- Υπάρχει κι αυτό από ελιά μόλις 80.000δρχ.
- Κοίτα ρε που βάλθηκες να μου χαλάσεις την τόσο ωραία διάθεση. Φτηνή λύση θέλω, καταλαβαίνεις; Για την πεθερά μου είναι τι άλλο να σου πω.
- Σε ξύλο δέντρου δεν έχω λύση φτηνότερη. Υπάρχει όμως η λύση του κοντραπλακέ που θα σας κοστίσει μόλις 10.000δρχ. και πιστεύω επιτέλους να σας ικανοποιήσει.
- Είσαι τελείως τρελή; 10.000δρχ. για δαύτη. Τα κλαίω μόνο που το ακούω.
Αγανακτισμένη πλέον η υπάλληλος του λέει:
Φέρτην εδώ να τις περάσουμε τα χερούλια και άντε να τη θάψεις, γιατί αλλιώς δε βλέπω να ξεμπερδεύουμε με σένα!
Μια μέρα γυρνάει ο άντρας από τη δουλειά του και βρίσκει το σπίτι και τον κήπο άνω-κάτω.
Τα παιδιά, με τις πιζάμες τους ακόμη, παίζανε μέσα στη λάσπη και ήταν σε άθλια κατάσταση.
Προχωράει στο σπίτι και το βρίσκει σε ακόμη χειρότερη κατάσταση.
Πιάτα ένα σωρό στο νεροχύτη, το φαΐ του σκύλου χυμένο παντού, ένα σπασμένο ποτήρι κάτω από το τραπέζι.
Το καθιστικό είναι γεμάτο με παιχνίδια και ρούχα.
Πηγαίνει επάνω να δει τη γυναίκα του ανησυχώντας ότι μπορεί να ήταν άρρωστη, ή ότι είχε πάθει κανένα ατύχημα.
Τη βρήκε στην κρεβατοκάμαρα, να διαβάζει ένα βιβλίο. Τον κοίταξε και τον ρώτησε πώς ήταν η μέρα στη δουλειά. Αυτός την κοίταξε απορημένος και της λέει :
- Μα τι συνέβη εδώ σήμερα; ρώτησε.
Εκείνη του απάντησε:
- Ξέρεις, κάθε μέρα που έρχεσαι σπίτι από τη δουλειά, με ρωτάς τι έκανα όλη μέρα.
- Ε και λοιπόν;
- Ε λοιπόν σήμερα δεν το έκανα!
Το ζεύγος παντρεμένο 50 χρόνια. Μια μέρα στο τραπέζι του πρωινού λέει η γιαγιά:
- Σκέψου αγάπη μου, πριν 50 χρόνια καθόμασταν σ αυτό το τραπέζι μαζί.
- Το ξέρω, απαντάει ο γέρος. Πριν 50 χρόνια καθόμασταν εδώ ολόγυμνοι σαν πιτσουνάκια και απολαμβάναμε το πρωινό μας.
- Ας ξαναζήσουμε αγάπη μου εκείνα τα όμορφα χρόνια, πρότεινε η γριά. Έτσι κι έγινε. Έβγαλαν και οι δύο τα ρούχα τους και κάθισαν ξανά.
- Ξέρεις αγάπη μου, είπε η γριά γεμάτη ενθουσιασμό, οι ρώγες μου είναι τόσο καυτές για σένα όσο ήταν και πριν από 50 χρόνια.
- Δεν εκπλήσσομαι, είπε ο γέρος. Η μία είναι μέσα στο τσάι και η άλλη μέσα στην ομελέτα!
Ο γέρος με τη γριά του μένανε πάνω στους λόφους, μακριά απ τον πολιτισμό και σε ημιάγρια κατάσταση. Σπάνια βλέπανε άλλους ανθρώπους. Μια μέρα ένα πλανόδιος πωλητής πέρασε από κει και ρώτησε το γέρο αν θέλανε να αγοράσουνε τίποτα.
- Η γριά μου δεν είναι σπίτι, λέει αυτός. Έχει πάει κάτω στο ποτάμι, να πλύνει. Αλλά για δείξε μου τι έχεις.
Ο πλανόδιος του έδειξε κατσαρόλες και τηγάνια, εργαλεία και συσκευές διάφορες, αλλά ο γέρος δεν έδειχνε ενδιαφέρον. Όταν όμως πρόσεξε έναν καθρέφτη,...
- Τι είναι αυτό; ρώτησε
Πριν ο πωλητής προλάβει να του εξηγήσει ότι ήταν καθρέφτης, ο γέρος το άρπαξε και το κοίταζε.
- Θεέ μου! αναφώνησε. Πού στην ευχή βρήκες τη φωτογραφία του πατερούλη μου;
Ο γέρος ήταν τόσο ενθουσιασμένος, που ήθελε να αγοράσει τον καθρέφτη αμέσως, αλλά, μη έχοντας λεφτά, έδωσε στον πλανόδιο το καλύτερο σταμνί, που είχε φτιάξει η γυναίκα του. Π πωλητής το πήρε και ξεκίνησε να φύγει αμέσως, πριν επιστρέψει η γυναίκα και χαλάσει η ανταλλαγή.
Ο γέρος φοβότανε ότι η γριά του θα θύμωνε πολύ, που είχε ανταλλάξει το καλύτερο σταμνί της με τον καθρέφτη και γι αυτό τον έκρυψε στο στάβλο, πίσω από κάτι άχρηστα κιβώτια.
Πήγαινε 2-3 φορές την ημέρα στο στάβλο, να δει τη «φωτογραφία» του πατερούλη του και τελικά της γυναίκας του της μπήκανε ψύλλοι στ αυτιά.
Αγανακτισμένη μια μέρα απ τα πήγαιν - έλα του γέρου της στο στάβλο, περίμενε να κοιμηθεί και μόλις έπιασε το ροχαλητό ο γέρος, γραμμή η γριά για το στάβλο. Βρήκε κάποια φορά και τον καθρέφτη και έβαλε τις φωνές:
- Α, ώστε αυτή είναι η παστρικιά, που τσιλημπουρδίζει μαζί της!
Έξι τα ξημερώματα, ο σύζυγος σηκώνεται στις μύτες των ποδιών του για να μη ξυπνήσει τη γυναίκα του.
Μαζεύει τις μπότες, τις πετονιές του, τα δολώματα και τα καλάμια του, τα φορτώνει στο αμάξι και φεύγει.
Μόλις ανοίγεται λίγο με τη βάρκα του, πιάνει μια φοβερή βροχή. Tσατισμένος, αποφασίζει να γυρίσει πίσω. Μούσκεμα από τη βροχή, βγάζει σιγά σιγά τα ρούχα του, πάει στο υπνοδωμάτιο και μπαίνει μαλακά στο κρεβάτι.
Αγκαλιάζει απαλά τη γυναίκα του από πίσω και της ψιθυρίζει στ' αυτί:
- "Γίνεται χαλασμός Κυρίου έξω. Βρέχει καρεκλοπόδαρα!"
Κι αυτή του απαντάει μισοκοιμισμένη:
- "Ναι, ε;... Οσο σκέφτομαι κι αυτόν το μαλ... Α που πήγε πάλι για ψάρεμα..."
Είναι ένα ζευγάρι που έχει πρόβλημα διάρκειας στο κρεβάτι . Ο άντρας δηλαδή φταίει που είναι πολύ γρήγορος αφού μετά βίας φτάνει τα 3 λεπτά . Μια μέρα που πάνε στο ζωολογικό κήπο , & αρχίζει η ξεναγός τη δουλειά της :
- Αυτός είναι ο Αφρικανικός Ελέφαντας Μοναδικός στο είδος του αφού η σεξουαλική του ζωή είναι πλούσια μιας και η σεξουαλική του πράξη μπορεί να διαρκέσει μέχρι και 24 ώρες .
Με το που το ακούει αυτό η γυναίκα του άντρα γυρνάει στον σύζυγο :
- Τα βλέπεις ; Τα βλέπεις ;
- Αυτός είναι ο Ασιατικός Ρινόκερος που εκτός των άλλων , έχει πλούσια σεξουαλική ζωή αφού η πράξη του μπορεί να κρατήσει μέχρι και 10 ώρες .
Γυρνάει η γυναίκα πάλι στο σύζυγο :
- Τα βλέπεις ; Ε ; Τα βλέπεις ;
Μετά από λίγο φτάνουν μπροστά από ένα ζαρκάδι . Παρακάτω , αρχίζει πάλι η ξεναγός :
- Αυτό είναι το νοτιοευρωπαϊκό ζαρκάδι που εκτός των άλλων , κινδυνεύει να εξαφανιστεί αφού δεν αναπαράγεται μιας και η σεξουαλική του πράξη κρατάει το πολύ 5 δευτερόλεπτα , χωρίς σχεδόν καμία πιθανότητα σύλληψης .
Αυτή τη φορά γυρνάει ο άντρας στη γυναίκα με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά :
- Τα βλέπεις ; Ε ; Τα βλέπεις ;
Και γυρνάει η γυναίκα και λέει :
- Το κέρατο όμως το βλέπεις ; Το βλέπεις ;
Ήταν μια μέρα δυο πατεράδες και τσακωνόντουσαν ποιανού το παιδί ήταν πιο χαζό. Λέει ο πρώτος:
- "Ασε ο δικός μου γιος είναι πολύ χαζός."
- "Τι λες τώρα;" λέει ο άλλος, "ο δικός μου είναι πιο χαζός, κοίταξε να δεις. Έλα δω γιόκα μου. Πάρε ένα ευρώ και πήγαινε πάρε μου ένα πιάνο. Τον είδες; Πάει."
- "Που να δεις τον δικό μου" λέει ο άλλος, πρόσεξε "έλα εδώ γιόκα μου, πήγαινε στο καφενείο να δεις άμα είμαι εκεί. Τον είδες τον μαλάκα πάει!..."
Μετά από λίγη ώρα τα δύο παιδιά συναντιούνται στο δρόμο και λέει ο ένας:
- "Τι μαλάκας που είναι ο πατέρας μου, μου έδωσε ένα ευρώ να του αγοράσω πιάνο και δεν μου είπε τι μάρκα θέλει."
- "Που να δεις ο δικός μου," λέει ο άλλος "με έστειλε να δω άμα είναι στο καφενείο λες και δεν μπορούσε να πάρει τηλέφωνο!"