Ένας τύπος πεθαίνει και κάνει την πιο κάτω συζήτηση με τη γυναίκα του:
- Τώρα που πεθαίνω θέλω να μάθω. Με έχεις απαιτήσει ποτέ;
- Αντρούλη μου, μόνο 3 φορές αλλά πάντα για το καλό σου!
- Για το καλό μου; Δηλαδή;
- Ε, να. Θυμάσαι τότε που ήθελες να πιάσεις δουλειά στην τράπεζα και δεν σε ήθελε ο προϊστάμενος; Ε, δεν σε πήραν τελικά;
- Γυναικούλα μου, έκανες αυτό το πράγμα για μένα; Και η δεύτερη;
- Ε, να. Θυμάσαι τότε που δε σου έδιναν προαγωγή; Ε, δεν την πήρες τελικά;
- Γυναικούλα μου, είμαι κατασυγκινημένος! Και η τρίτη;
- Ε, να. Θυμάσαι τότε που κατέβαινες για δήμαρχος και σου έλειπαν 2000 ψήφοι;
Εεε, δε βγήκες τελικά;
Έξι τα ξημερώματα, ο σύζυγος σηκώνεται στις μύτες των ποδιών του για να μη ξυπνήσει τη γυναίκα του.
Μαζεύει τις μπότες, τις πετονιές του, τα δολώματα και τα καλάμια του, τα φορτώνει στο αμάξι και φεύγει.
Μόλις ανοίγεται λίγο με τη βάρκα του, πιάνει μια φοβερή βροχή. Tσατισμένος, αποφασίζει να γυρίσει πίσω. Μούσκεμα από τη βροχή, βγάζει σιγά σιγά τα ρούχα του, πάει στο υπνοδωμάτιο και μπαίνει μαλακά στο κρεβάτι.
Αγκαλιάζει απαλά τη γυναίκα του από πίσω και της ψιθυρίζει στ' αυτί:
- "Γίνεται χαλασμός Κυρίου έξω. Βρέχει καρεκλοπόδαρα!"
Κι αυτή του απαντάει μισοκοιμισμένη:
- "Ναι, ε;... Οσο σκέφτομαι κι αυτόν το μαλ... Α που πήγε πάλι για ψάρεμα..."
Το ζεύγος παντρεμένο 50 χρόνια. Μια μέρα στο τραπέζι του πρωινού λέει η γιαγιά:
- Σκέψου αγάπη μου, πριν 50 χρόνια καθόμασταν σ αυτό το τραπέζι μαζί.
- Το ξέρω, απαντάει ο γέρος. Πριν 50 χρόνια καθόμασταν εδώ ολόγυμνοι σαν πιτσουνάκια και απολαμβάναμε το πρωινό μας.
- Ας ξαναζήσουμε αγάπη μου εκείνα τα όμορφα χρόνια, πρότεινε η γριά. Έτσι κι έγινε. Έβγαλαν και οι δύο τα ρούχα τους και κάθισαν ξανά.
- Ξέρεις αγάπη μου, είπε η γριά γεμάτη ενθουσιασμό, οι ρώγες μου είναι τόσο καυτές για σένα όσο ήταν και πριν από 50 χρόνια.
- Δεν εκπλήσσομαι, είπε ο γέρος. Η μία είναι μέσα στο τσάι και η άλλη μέσα στην ομελέτα!