Πλησιάζει ο γύφτος ένα μανεκέν στο Κολωνάκι, που κοιτάζει τη βιτρίνα με κοσμήματα Λαλαούνη και της λέει:
- Μπορείς να ντιαλέξει όποιο τέλει, πληρώνει εγκώ.
Η κούκλα τον κοιτάει καλά καλά, τελικά αφού το καλοσκέφτηκε "τσίμπησε" και άρχισε να ψάχνει.
- Αυτό μ΄ αρέσει, αλλά... να, είναι πολύ ακριβό, 70 χιλιάρικα..
- Κάτι πιο ακριβό να πάρει! Μάστορα, φέρε μας το πιο ακριβό κόσμημα!
Κατεβάζει ο Λαλαούνης τις κασετίνες και δείχνει ένα κόσμημα με πετράδια. Τρέμουν τα χέρια της "μοντέλας" καθώς το θωπεύει..
- Μ΄ αρέσει, αλλά θα είναι πολύ ακριβό...
- Τεσσεράμισι εκατομμύρια, λέει ο Λαλαούνης.
Τα το πάρουμε, λέει ο γύφτος και βγάζει τον μπλοκ επιταγών, γράφει, υπογράφει, κόβει την επιταγή και τη δίνει στο Λαλαούνη. Εκείνος την παίρνει στα χέρια του, αλλά κοντοστέκεται..
- Δεν θέλω να σας προσβάλω, αλλά ξέρετε επειδή είναι Σάββατο, πρέπει να τσεκάρω αν η επιταγή είναι εντάξει, όμως η τράπεζα είναι κλειστή..
- Κανένα πρόμπλεμα, λέει ο γύφτος. Κράτα τη επιταγκή, κράτα και το κόσμημα, δευτέρα πρωί, τσεκάρει με τη τράπεζα και έρχεται η κοπέλα και τα πάρει το κόσμημα. Αν εκεί πρόβλημα, παίρνει εμένα τηλέφωνο.
Δευτέρα πρωί, ο Λαλούνης καλεί το γύφτο στο κινητό:
- Ξέρετε, έχουμε πρόβλημα, η Τράπεζα λέει ότι η επιταγή είναι ακάλυπτη...
- Ε, και; Το κόσμημα ντεν το έχει;
- Το έχω..
- Κράτα το κόσμημα. Σκίσε και τη επιταγκή. Εγκώ ένα... γκαμέσι ήτελα με το κοπέλα και το έκανα!
Ήταν ένας γύφτος σε ένα μπαρ και, με γυρισμένη την πλάτη στην πόρτα έπινε σφηνάκια.
Ξαφνικά εμφανίζεται ένας Κινέζος από το πουθενά, πάει πίσω από το γύφτο και με μια κίνηση σωριάζει τον γύφτο στο πάτωμα.
Τότε λέει ο Κινέζος στο μπάρμαν:
- Όταν ξυπνήσει το παιδί πες του ότι ήταν χτύπημα "Χιουιάου Ντιάου".
Την επόμενη μέρα ήταν πάλι ο γύφτος στο μπαρ, εμφανίζεται ο Κινέζος και με μία αστραπιαία κίνηση σωριάζει τον γύφτο στο πάτωμα.
Λέει στο μπάρμαν:
- Όταν ξυπνήσει το παιδί πες του ότι ήταν χτύπημα "Σιανέι Λαμέι".
Κάθε μέρα συνέβαινε το ίδιο πράγμα μέχρι που ο γύφτος τσαντίστηκε με αυτή την ιστορία και αποφάσισε να την στήσει στο Κινέζο.
Πράγματι ο Κινέζος φάνηκε την καθιερωμένη του ώρα, αλλά ο γύφτος έλειπε. Αποφάσισε να πιει σφηνάκια και κάθισε στη θέση που καθόταν συνήθως ο γύφτος.
Ξαφνικά από το πουθενά εμφανίζεται ο γύφτος και με μια κίνηση σωριάζει τον Κινέζο στο πάτωμα.
Τότε λέει στον μπάρμαν:
- Όταν ξυπνήσει το παιντί, πες του ότι ήταν χτύπημα "Προφυλακτήρα Datsun".
Ο Γιαννάκης επιστρέφει από το σχολείο με το αριστερό μάτι μαυρισμένο.
- Τι έπαθες παιδί μου; τον ρωτάει ανήσυχος ο πατέρας του.
- Να μπαμπά, σήμερα πήγαμε στην εκκλησία. Η δασκάλα μου στεκόταν ακριβώς μπροστά μου. Πρόσεξα πως η φούστα της είχε χωθεί στη σχισμή του πισινού της.
Έπιασα τη φούστα και την τράβηξα, αλλά η δασκάλα μου έριξε φάπα!
- Αγόρι μου, δεν κάνουν τέτοια πράγματα στις γυναίκες. Μην το ξανακάνεις.
Την επόμενη Παρασκευή, ο Γιαννάκης επιστρέφει με το δεξί μάτι μελανιασμένο.
- Τι έγινε Γιαννάκη; του λέει ο πατέρας του επιτιμητικά. Νόμιζα πως σου εξήγησα τι δεν πρέπει να κάνεις.
- Μα μπαμπά, δεν έφταιγα εγώ! Σήμερα πήγαμε στην εκκλησία. Η δασκάλα μου στεκόταν ακριβώς μπροστά μου. Πρόσεξα πως η φούστα της είχε χωθεί στη σχισμή του πισινού της. Τότε ο Κωστάκης που στεκόταν δίπλα μου, έπιασε την φούστα της και την τράβηξε. Εγώ, αφού ήξερα πως αυτό την ενοχλεί, την ξαναέχωσα μέσα!
Ένας τύπος γνώρισε μια πλούσια κοπέλα και πήγε σπίτι της να γνωρίσει τους δικούς της.
Κάθισαν να δειπνήσουν στο τεράστιο τραπέζι (30m) μήκος. Ο πατέρας της κοπέλας κάθισε στην μια άκρη του τραπεζιού και ο τύπος στην άλλη ενώ παραπλεύρως καθόντουσαν οι υπόλοιποι συγγενείς της κοπέλας. Κατά την διάρκεια του δείπνου ο γαμπρός είχε έντονη επιθυμία να κλάσει λόγω της μεσημεριανής φασολάδας. Όλο ντροπή προσπαθούσε να ανατρέψει αυτή την αγενή επιθυμία, δεν άντεξε όμως και προσπαθώντας να ελαττώσει τον ήχο της πράξης του την αμόλησε.
Τότε ο πατέρας της κοπέλας φώναξε στον σκύλο που καθόταν κάτω από την καρέκλα του γαμπρού.
- Αζόρ φύγε από εκεί!
Ο γαμπρός ανακουφίστηκε γιατί πίστεψε ότι όλοι νόμισαν ότι ο σκύλος την αμόλησε, έτσι η επόμενη πορδή ήταν πιο δυνατή.
- Αζόρ φύγε από εκεί! φώναξε και πάλι ο πατέρας της κοπέλας.
Ο γαμπρός χαμογέλασε όλο ικανοποίηση. Η επόμενη κλανιά ήταν τόσο δυνατή που σηκώθηκε το τραπεζομάντιλο.
Τότε ο πατέρας φώναξε:
- Αζόρ φύγε από εκεί γιατί σε λίγο θα σε χέσει ο χωριάτης!
Είναι ένας Aγγλος , ένα Γάλλος και ένας Αλβανός στο μουσείο και κοιτάζουν ένα πίνακα με τον Αδάμ και την Εύα .
Ο Aγγλος λέει :
" Κοιτάξτε τη γαλήνη και την ηρεμία που κυριαρχεί στα πρόσωπά τους . Σίγουρα πρέπει να ήταν Aγγλοι . "
Ο Γάλλος λέει :
" Μη λες μα**κίες , κοίτα τα κορμιά τους πόσο ωραία είναι μέσα στη γύμνια τους . Πρέπει να ήταν Γάλλοι . "
Λέει και ο Αλβανός :
" Ρε σεις , τι λέτε ; Δεν έχουν ρούχα , δεν έχουν στέγη , έχουν μόνο ένα μήλο για να φάνε και τους λένε πως αυτό είναι ο παράδεισος . Σίγουρα είναι Αλβανοί . "
Με την τρίτη φορά...
Ήταν ο Κωστίκας και ο Γιωρίκας και έκαναν μια ληστεία γιατί είχαν μείνει ταπί. Για κακή τους τύχη όμως τους συνέλαβαν και αφού τους δίκασαν τους καταδίκασαν σε 5 χρόνια φυλακή. Μέσα στη φυλακή όπως ήταν φυσικό δεν υπήρχαν γυναίκες.
Στην αρχή υπήρχε το χέρι όμως ειδικά ο Κωστίκας μετά από κάποιο καιρό ήθελε περισσότερα. Έτσι μια μέρα πηγαίνει στο Γιωρίκα και του λέει:
- Γιωρίκα δεν μπορώ άλλο θα πρέπει να κάτσεις να σε πηδήξω.
- Μα τι λες ρε Κωστίκα έτσι θα γίνουμε πούστηδες λέει ο Γιωρίκας.
- Ε με την πρώτη φορά δε γίνεσαι πούστης του απαντά ο Κωστίκας.
Αφού το καλοσκέφτηκε ο Γιωρίκας δέχτηκε αφού ήξερε ότι με την πρώτη φορά δε θα γίνει πούστης. Μετά από λίγες μέρες και ενώ είχε καλοπεράσει ο Κωστίκας του ξαναλέει ότι θέλει να τον ξαναπηδήξει. Ο Γιωρίκας όμως λέει πάλι:
- Τι λες ρε Κωστίκα; εντάξει μια φορά αλλά αν συνεχίσουμε θα γίνουμε πούστηδες στο τέλος.
- Μην ανησυχείς του λέει ο Κωστίκας ούτε με τη δεύτερη φορά γίνεσαι πούστης.
Το ξανασκέφτεται ο Γιωρίκας και λέει αφού ούτε με τη δεύτερη δε γίνεται πούστης εντάξει.
Μετά από λίγες μέρες πηγαίνει ο Γιωρίκας αυτή τη φορά και όλο απορία λέει στον Κωστίκα :
- Ρε συ Κωστίκα με την τρίτη φορά γίνεσαι πούστης;
Ήταν η κοκκινοσκουφίτσα και ήθελε να πάει στη γιαγιά της, για να μη συναντήσει όμως τον κακό το λύκο πήγε από την εθνική οδό για να κάνει ωτοστόπ μπας και σταματήσει κάποιος χριστιανός να τη πάει μέχρι εκεί.
Κάνει λοιπόν την αρχή αλλά δεν σταματάει κανένας, ώσπου να σου μια φεράρι που σταματάει απότομα. ανοίγει την πόρτα και μπαίνει μέσα.
Ο τύπος που την οδηγούσε ήταν ένας νευρόσπαστος που άρχισε να της μιλάει άσχημα:
"Κλείσε την πόρτα μωρή! "η κοκκινοσκουφίτσα παρεξενεμένη και φοβισμένη την κλείνει.
Βάζει μπρος το αμάξι ο τύπος και φεύγουν. Στο δρόμο λοιπόν η κοκκινοσκουφίτσα άρχισε τις ερωτήσεις:
"Γιατί είστε τόσο νευρικός;"
"Γιατί έτσι γουστάρω" της απαντάει" δεν μπορεί, κάτι θα σας απασχολεί..." λέει εκείνη.
"Έχω και εγώ τα προβλήματα μου θα σκάσεις;"
"Και τι προβλήματα έχετε;" συνεχίζει "με τη δουλειά μου, θα το βουλώσεις μώρη σακαφιόρα και να με αφήσεις να οδηγήσω;"
Η κοκκινοσκουφίτσα περίεργη όπως ήταν συνέχισε δειλά να τον ρωτάει:
"Και τι δουλειά κάνετε;"
"Είμαι παραγωγός ραδιοφώνου θα σκάσεις;"
"Και τι ακριβώς σημαίνει αυτό;" συνεχίζει ακάθεκτη να τον ρωτάει"
Δεν βάζεις μυαλό εσύ ε; παίρνουν κάτι μαλακισμένα σαν και εσένα και κάνουν αφιερώσεις ευχαριστημένη;"
Σε κάποια φάση το αυτοκίνητο σταματάει κατεβαίνει ο τύπος πηγαίνει σε ένα δέντρο εκεί κοντά, κατεβάζει τα παντελόνια και της φωνάζει να πλησιάσει.
Η κοκκινοσκουφίτσα δειλά - δειλά πλησιάζει...
"Ξεκίνα!" της φωνάζει
"Τι να ξεκινήσω;" ρωτάει
"Έλα μη κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις!"
Κοιτάει η κοκκινοσκουφίτσα με απορία και λέει:
"Επειδή είναι η πρώτη μου φόρα αν κάνω κάποιο λάθος δεν θα μου φωνάξετε εντάξει;"
"Ξεκίνα!" φωνάζει αγριεμένος.
Η κοκκινοσκουφίτσα το πιάνει, το κοιτάει.. και αρχίζει.:
"Φου! φου! καλά το κάνω;
Φου! φου! Αφιερώνω στη γιαγιά μου..."