φρέσκα ανέκδοτα

Ένας νεαρός αγρότης που ζει σε μιά φάρμα μαζί με την σύζυγό του, δέχεται την επίσκεψη της πεθεράς του, η οποία σκοπεύει να μείνει εκεί μια-δυό εβδομάδες και μάλιστα απαιτεί να επιθεωρήσει τον χώρο.
Καθώς περπατούν μέσα στον στάβλο, το μουλάρι του αγρότη ξαφνικά σηκώνεται και τραβάει μια γερή κλωτσιά στο κεφάλι της πεθεράς και την αφήνει ξερή.
Στην κηδεία μερικές μέρες αργότερα, ο αγρότης στέκεται κοντά στο φέρετρο και χαιρετά γνωστούς και φίλους που περνούν για να τον συλλυπηθούν. Ο παπάς παρατηρεί ότι όποτε περνάει μια γυναίκα και χαιρετά τον αγρότη, αυτή ψιθυρίζει κάτι στο αυτί του, εκείνος συμφωνεί κουνώντας το κεφάλι του και της λέει κάτι. Κάθε φορά που κάποιος άντρας τον χαιρετά, του λέει κάτι και ο αγρότης κουνάει αρνητικά το κεφάλι και του απαντά ψιθυριστά στο αυτί.
Περίεργος ο παπάς πλησιάζει μετά την κηδεία και ρωτά τον αγρότη τι συνέβαινε τόση ώρα. Ο αγρότης του απάντησε: “Κάθε φορά που ερχόταν μια γυναίκα μου έλεγε ‘Τι φοβερή τραγωδία’ και εγώ συμφωνούσα κουνώντας το κεφάλι και έλεγα “Ναι, τι τρομερό”. Οι άντρες με ρωτούσαν: “Το πουλάς το μουλάρι;” και εγώ κουνούσα το κεφάλι μου και έλεγα: “Δεν γίνεται. Το έχω ήδη νοικιάσει σε άλλους για έναν χρόνο”.
Είναι ένας λαγός δίπλα σε ένα βράχο.
Ξεκινάει...
Τρέχει, τρέχει, τρέχει...
Περνάει από μία μικρή πεδιάδα, από μία μεσαία πεδιάδα, από μία μεγάλη πεδιάδα...
Τρέχει, τρέχει, τρέχει...
Περνάει από ένα μικρό βουνό, από ένα μεσαίο βουνό, από ένα μεγάλο βουνό.
Τρέχει, τρέχει, τρέχει...
Περνάει από ένα μικρό δάσος, ένα μεσαίο δάσος, από ένα μεγάλο δάσος.
Τρέχει, τρέχει, τρέχει...
Περνάει από μία μικρή λίμνη, μία μεσαία λίμνη, από μία μεγάλη λίμνη...
Τρέχει, τρέχει, τρέχει...
Περνάει από ένα ρηχό ποτάμι, ένα βαθύ ποτάμι, από ένα στενό ποτάμι, από ένα φαρδύ ποτάμι.
Τρέχει, τρέχει, τρέχει... φτάνει στην θάλασσα...
Κολυμπάει, κολυμπάει, κολυμπάει, φτάνει σε ένα μικρό νησί, ένα μεσαίο νησί, ένα μεγάλο νησί...
Βλέπει ένα κάστρο.
Περνάει από μία μικρή πόρτα, μία μεσαία πόρτα, μία μεγάλη πόρτα.
Περνάει ένα μικρό διάδρομο, ένα μεσαίο διάδρομο, ένα μεγάλο διάδρομο.
Περνάει ένα μικρό σαλόνι, ένα μεγάλο σαλόνι, ένα μεγάλο σαλόνι.
Μπαίνει σε ένα μικρό δωμάτιο, ένα μεσαίο δωμάτιο, ένα μεγάλο δωμάτιο.
Βλέπει ένα μικρό μπαούλο, ένα μεσαίο μπαούλο, ένα μεγάλο μπαούλο.
Ανοίγει το μεγάλο μπαούλο, βλέπει μέσα έναν ελέφαντα.
Κλείνει το μπαούλο.
Περνάει δίπλα από τα μπαούλα, μέσα από τα δωμάτια, τα σαλόνια, τους διαδρόμους, τις πόρτες.
Βγαίνει από το κάστρο, περνάει από τα νησιά, τις λίμνες, τα δάση, τα βουνά, τις πεδιάδες.
Φτάνει στον βράχο και λέει:
- Φτου ένας ελέφαντας!
Μια παντρεμένη γυναίκα έχει εραστή έναν γιατρό γυναικολόγο.
Ο άνδρας το αγνοεί. Αποφασίζει το ανδρόγυνο να πάνε διακοπές στο εξοχικό τους. Η ερωτική απουσία του γιατρού στην γυναίκα είναι έντονη.
Τι να κάνει λοιπόν. Σκέφτεται ότι πρέπει κάτι να κάνει για να τον δει.
Καθώς κολυμπούσε στην θάλασσα , ξαφνικά φωνάζει βοήθεια , βοήθεια.
Έντρομος ο σύζυγος πέφτει μέσα στην θάλασσα την πλησιάζει και προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει.
Του λέει λοιπόν ότι μπήκε ένας κάβουρας στο μ... Ί μου. Αμέσως πρόθυμος ο σύζυγος την λέει να πάνε σε έναν Γυναικολόγο.
Η γυναίκα του σαφώς και τον πηγαίνει στον εραστή γιατρό της για να την δει. Με μεγάλη αγωνία ο Σύζυγος ρωτά τον γιατρό.
Τι θα κάνουμε γιατρέ; Ψύχραιμος ο Γιατρός τον απαντά.
Θα ξεντυθείς και θα βάλεις τον π... Ο σου μέσα της έτσι ώστε να τον μαγκώσει ο κάβουρας και να τον τραβήξουμε έξω.
Απορημένος ο σύζυγος απαντά. Τι λες Γιατρέ; Και αν μου τον κόψει;
Δεν τον βάζεις καλύτερα εσύ;
Aλλο που δεν ήθελε ο γιατρός (και μπροστά του), παίρνει την θέση του για να πιάσει τον κάβουρα.
Πήγαινε μια μπροστά και μια πίσω λέγοντας συνέχεια : τον πιάσαμε αχ μας ξέφυγε , τον πιάσαμε αχ μας ξέφυγε , τον πιάσαμε αχ μας ξέφυγε.
Μετά από πολύ ώρα προσπάθειας για να τον πιάσουν τον κάβουρα δεν κάνουν τίποτα.
Οπότε λέει ο σύζυγος στον Γιατρό.
Aντε γιατρέ τουλάχιστον να τον πνίξουμε...
Κηρύχθηκε κάποτε πόλεμος στο δάσος και βγήκε μια ανακοίνωση που καλούσε όλα τα ζώα του δάσους, να παρουσιαστούνε φαντάροι για να πολεμήσουν.
Φυσικά κανένα ζώο δεν ήθελε να πάει να σκοτωθεί και άρχιζαν να σκαρφίζονται διάφορα κόλπα για να τη γλυτώσουν.
Πρώτη και καλύτερη η αλεπού, κόβει την ουρά της και πάει να καταταγεί. Τη κοιτάει καλά καλά ο στρατολόγος και αποφασίζει:
- Αλεπού Αλεπουδοπούλου, χωρίς ουρά, Ι5 και τη στέλνει σπίτι της.
Αυτή, γεμάτη χαρά που τη σκαπούλαρε, λέει τα καθέκαστα στο λαγό. Ο λαγός το σκέφτεται για λίγο και μετά κόβει τα αυτιά του και πάει να παρουσιαστεί.
- Λαγός Λαγόπουλος, χωρίς αυτιά, Ι5, βγάζει το συμπέρασμά του ο στρατολόγος και στέλνει και το λαγό στο σπίτι του.
O Αρκούδος που έτυχε να περνάει από εκεί, βλέπει την Αλεπού χωρίς ουρά και το Λαγό χωρίς αυτιά και γεμάτος απορία ρωτάει τι τους έπιασε και πετσοκόφτηκαν. Όταν του λένε όλη την ιστορία, αυτός γυρίζει και τους λέει όλο απελπισία:
- Καλά εσείς είχατε κάτι να κόψετε, εγώ τι να κόψω ο φουκαράς;
- Κόψε τα παπάρια σου, του λένε και οι δύο, χωροδιακά.
- Τι λέτε μωρέ, μουρλαθήκατε τελείως; διαμαρτύρεται στην αρχή αυτός, αλλά τον τρομοκράτησαν οι άλλοι δύο ότι καλύτερα χωρίς παπάρια παρά νεκρός και κάτι παρόμοια και τελικά το αποφάσισε και τα έκοψε.
Μια και δυο πάει στη στρατολογία να παρουσιασθεί. Ο γνωστός μας τύπος τον κοιτάει λίγο και μετά λέει:
Ένας μαύρος περπατά κάπου στη Ν. Αφρική και ξαφνικά βλέπει ένα πορτοφόλι. Το ανοίγει και βλέπει μέσα $200.000 και ένα διαβατήριο. Το διαβατήριο είχε όνομα Leonardo Di Caprio.
Ο μαυρούκος όμως δεν τον ήξερε και έτσι σκέφτεται:
"Ωραία! Επιτέλους θα την κάνω από αυτή την κωλοχώρα... Θα πάω στην Ευρώπη! Θα κάνω μια καλύτερη ζωή!"
Πάει λοιπόν στο αεροδρόμιο της Ν. Αφρικής και βγάζει εισιτήριο για Αθήνα.
Περνά τον έλεγχο επιβατών.
Ανετος. Δεν του είπε κανείς τίποτα. Ποιος τον ήξερε άλλωστε το Leonardo Di Caprio...
Φτάνει στην Αθήνα και πάει στον έλεγχο επιβατών. Εκεί λοιπόν είναι ελεγκτές ο Κωστίκας και ο Γιωρίκας.
Ο Κωστίκας ανοίγει τις αποσκευές του επιβάτη και ο Γιωρίκας ελέγχει το διαβατήριό του. Κοιτάζει λοιπόν ο Γιωρίκας το όνομα: Leonardo Di Caprio.
Κοιτάζει τον επιβάτη: Μαύρος, κατάμαυρος!
Γυρνά λοιπόν και λέει στον Κωστίκα:
- Ρε Κωστίκα, να σε ρωτήσω κάτι;
- Τι θες ρε;
- Ρε συ; Ο Τιτανικός βυθίστηκε ή κάηκε;
Ένα Αλβανάκι, ο Αλία, ήρθε στην Ελλάδα με τους γονείς του και το έστειλαν σχολείο. Την πρώτη μέρα ρωτάει η δασκάλα τα παιδάκια:
- Εσένα πώς σε λένε;
- Ελενίτσα.
- Και εσένα;
- Κωστάκη.
Ήρθε και η σειρά του μικρού Αλία:
- Εσένα πώς σε λένε;
- Με λένε Αλία και είμαι από την Αλβανία.
- Από εδώ και πέρα θα λέμε πως είσαι ο Γιαννάκης και είσαι από την Ελλάδα.
Χάρηκε πολύ ο μικρός, αφού τα υπόλοιπα παιδιά δε θα τον κορόιδευαν και θα έπαιζαν μαζί του.
Όταν γύρισε σπίτι του λέει η μητέρα του:
- Αλία, πλύνε τα χέρια σου και έλα να φάμε.
- Δε με λένε Αλία. Με λένε Γιαννάκη και είμαι Ελληνόπουλο.
- Τι είπες; Αντί να είσαι περήφανος που είσαι από την Αλβανία λες πως είσαι Ελληνόπουλο;
Και του δίνει ένα χέρι ξύλο.
Το βράδυ γυρίζει ο πατέρας του.
- Τι έχεις Αλία; Γιατί κλαις;
- Ουφ πια! Δε με λένε Αλία. Με λένε Γιαννάκη και είμαι Ελληνόπουλο.
- Τι είπες; Δεν ντρέπεσαι να λες ότι είσαι Ελληνόπουλο;
Και τον δέρνει και αυτός.
Την επόμενη μέρα πάει στο σχολείο και τον βλέπει η δασκάλα μελανιασμένο.
- Τι έπαθες Γιαννάκη;
- Πού να σας τα λέω κυρία. Χτες το βράδυ με έδειραν δυο Αλβανοί!
A doctor was having an affair with his nurse.
Shortly after this started, she told him she was pregnant. Not wanting his wife to know, he gave the nurse a large sum of money and asked her to go to Italy and have the baby there.
"But how will I let you know the baby is born?" she asked.
He replied, "Just send me a postcard and write spaghetti on the back."
Not knowing what else to do, the nurse took the money and flew to Italy.
Six months went by. Then one day the doctors wife called him at the office and explained, "Dear, you received a very strange postcard in the mail today and I don't understand what it means."
The doctor said, "Just wait until I get home and read it and I will explain it to you."
Later that evening the doctor came home, read the postcard, fell to the floor with a heart attack, and died.
The wife picked up the card and read, "Spaghetti, spaghetti, spaghetti, spaghetti. Two with sausage and meatballs, two without."