Ενώ ο Άγιος Πέτρος προσέχει την πύλη του Παραδείσου, πρέπει οπωσδήποτε να πάει στην τουαλέτα. Ζητά λοιπόν από τον Ιησού να προσέξει για λίγο την πύλη μέχρι εκείνος να επιστρέψει.
Ενώ ο Ιησούς λοιπόν στέκεται εκεί, βλέπει έναν ηλικιωμένο άνδρα πάνω σε έναν γάιδαρο να πλησιάζει την πύλη. Παρατηρεί πως ο ηλικιωμένος άνδρας κουβαλά μαζί του τα εργαλεία του μαραγκού. Όταν ο ηλικιωμένος φτάνει στην πύλη, ο Ιησούς του ζητά να περιγράψει την ζωή του και το λόγο που ο ίδιος αισθάνεται πως πρέπει να πάει στον παράδεισο.
Το άτομο εξηγεί:
- «Στα αγγλικά, το όνομά μου θα ήταν Joseph, αλλά δεν έζησα στην Αμερική ή την Αγγλία. Έζησα μια ταπεινή ζωή φτιάχνοντας πράγματα από ξύλο. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν με θυμούνται, αλλά ο καθένας έχει ακούσει για τον γιο μου. Τον αποκαλώ γιο μου γιατί ήμουν κάτι περισσότερο από πατέρας για αυτόν, διότι δεν ήρθε στον κόσμο όπως γίνεται συνήθως.
Έστειλα τον γιο μου ανάμεσα στον κόσμο. Όμως αυτός γελοιοποιήθηκε και χλευάστηκε από πολλούς, παρότι ήταν γνωστός για την τιμιότητα και την τελειότητά του. Ο μεγαλύτερος λόγος που επιθυμώ να περάσω στον Παράδεισο είναι για να τον ξαναβρω.»
Ο Ιησούς μένει έκπληκτος από την ιστορία του ηλικιωμένου άνδρα. Τον κοιτά στα μάτια και τον ρωτά:
- «Πατέρα εσύ;»
Ο ηλικιωμένος δεν μπορεί να πιστέψει στα μάτια του:
- «Πινόκιο;»
Ήταν τώρα ένα μικρό παιδάκι και ρωτάει τον παππού του.
- "Παππού παππού ποιο είναι το πιο γλυκό πράγμα στον κόσμο;" Του απαντάει και ο παππούς του:
- "Αγόρι μου το πιο γλυκό πράγμα στον κόσμο είναι η σοκολάτα." Ξαναρωτάει το παιδί:
- Παππού παππού σίγουρα το πιο γλυκό πράγμα στον κόσμο είναι η σοκολάτα; - Αγόρι μου θα σου πω κάτι αλλά δεν θα το πεις σε κανέναν. Το πιο γλυκό πράγμα στο κόσμο είναι το μουνί. Την επόμενη μέρα πάει το αγοράκι και ρωτάει την γιαγιά του:
- Γιαγιά γιαγιά ποιό είναι το πιο γλυκό πράγμα στον κόσμο; Του λέει και η γιαγιά του:
- Αγοράκι μου το πιο γλυκό πράγμα στον κόσμο είναι η καραμέλα. - Γιαγιά σίγουρα το πιο γλυκό πράγμα στον κόσμο είναι η καραμέλα; Η γιαγιά του ξαναπαντάει με σιγουριά καταφατικά:
- Ναι αγόρι μου το πιο γλυκό πράγμα στον κόσμο είναι η καραμέλα. Τότε της λέει ο μικρός:
- Γιαγιά εμένα ο παππούς μου είπε οτι το πιο γλυκό πράγμα στον κόσμο είναι το μουνί. Γιωργάκι μου, του απαντάει η γιαγιά του, Εεεμ ο παππούς σου δεν έχει φάει κανα πο**σο να δει τι γλυκός που είναι!
Ένα βράδυ, ένα Delta αεροσκάφος με δύο κινη τήρες, πετούσε με προορισμό το New Jersey. Στο αεροσκάφος υπήρχαν 5 άτομα - ο πιλότος, ο Michael Jordan, ο Bill Gates, ένας ηλικιωμένος και ένας χίππις.
Ξαφνικά, μια παράνομη γεννήτρια οξυγόνου ανατινάζεται στο χώρο των αποσκευών και το αεροπλάνο πιάνει φωτιά. Η πόρτα του πιλοτήριου ανοίγει και εμφανίζεται ο πιλότος. "Κύριοι", είπε, "έχω καλά νέα και κακά νέα. Τα κακά νέα είναι ότι θα καρφωθούμε στο New Jersey. Τα καλά νέα είναι ότι έχουμε μόνο 4 αλεξίπτωτα, και εγώ φορώ το ένα από αυτά!", κι ο πιλότος πήδηξε από το αεροσκάφος. Ο Michael Jordan σηκώνεται αστραπιαία. "Κύριοι", είπε, "είμαι ένας από τους καλύτερους αθλητές σε όλο τον κόσμο. Ο κόσμος έχει ανάγκη τους καλούς αθλητές. Πιστεύω ότι ένα αλεξίπτωτο ανήκει στον καλύτερο αθλητή του κόσμου!" Με αυτά τα λόγια, ο Michael Jordan άρπαξε ένα από τα αλεξίπτωτα που είχαν μείνει και πήδηξε από το αεροσκάφος. O Bill Gates σηκώθηκε και είπε, "Κύριοι, είμαι ένας από τους πιο έξυπνους ανθρώπους στον κόσμο. Νομίζω ότι ο κόσμος χρειάζεται έξυπνους ανθρώπους. Πιστεύω ότι ο πιο έξυπνος άνθρωπος στον κόσμο θα πρέπει να έχει ένα αλεξίπτωτο." Αρπαξε ένα και πήδηξε από το αεροσκάφος. Ο ηλικιωμένος και ο χίππι κοιτούν ο ένας τον άλλο. Τελικά, ο ηλικιωμένος λέει:
"Γιόκα μου, εγώ έχω φάει τα ψωμιά μου. Εσύ έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου. Πάρε το τελευταίο αλεξίπτωτο και εγώ θα μείνω στο αεροπλάνο." Ο χίππις χαμογέλασε και είπε, "Χαλάρωσε παππού. O πιο έξυπνος άνθρωπος στον κόσμο πήδηξε φορώντας το σάκο μου."

Δυο ηλικιωμένοι κύριοι συζητάνε γύρω από τα διάφορα προβλήματα υγείας που τους απασχολούν. Λέει ο ένας:
- Εγώ βρε Γιώργη, ξεχνάω. Η μνήμη μου έχει αδυνατίσει πάρα πολύ και δε ξέρω τί να κάνω...
- Α, εγώ παίρνω ένα φάρμακο σε σταγόνες και δεν έχω κανένα πρόβλημα. Λέει ο άλλος.
Γεμάτος περιέργεια ο πρώτος ρωτάει:
- Και ποιο είναι το φάρμακο αυτό και πώς το λένε;
- Στάσου γιατί έχει ένα ξενικό όνομα και μου διαφεύγει... Για θύμισε μου εκείνο το μεγάλο πόλεμο...
- Το Β Παγκόσμιο Πόλεμο λες; προσπαθεί να τον βοηθήσει ο φίλος του -Όχι ρε συ, ένα άλλο μεγάλο πόλεμο...
- Ποιον βρε Γιώργη μου; Τον πρώτο παγκόσμιο μην εννοείς;
- Όχι βρε αδελφέ... Πιο παλιά!
- Α! Θα λες για τους Βαλκανικούς Πολέμους...
- Μπα, όχι! επιμένει ο Γιώργης... Για πιο παλιά σου λέω... Αυτός ο πόλεμος έγινε στην αρχαιότητα.
Η περιέργεια του φίλου του Γιώργη είχε μεγαλώσει και συνεχίζει τη προσπάθεια να βοηθήσει τη μνήμη του φίλου του.
- Α... Θα λες για το Πελοποννησιακό Πόλεμο, βρε αδελφέ...
- Μα τί λες τώρα; πιο παλιά σου λέω -Εμ μα τότε θα εννοείς τον Τρωικό Πόλεμο.
- Μπράβο, αυτόν εννοώ το βρήκες! Αυτός ο πόλεμος είχε μια αφορμή... Κάποια ωραία γυναίκα!
Ο άλλος τώρα αναφωνεί με ενθουσιασμό:
- Την Ωραία Ελένη ... Γιώργη μου.
- Αυτήν βρε αδελφέ έψαχνα από την αρχή, γιατί έχει το ίδιο όνομα με τη γυναίκα μου Και αμέσως φωνάζει προς το βάθος του σπιτιού:
- ΕΛΕΝΗΗΗΗΗΗΗ! Πώς το λένε εκείνο το εκπληκτικό φάρμακο που ενισχύει τη μνήμη;

Ένας πολύ ηλικιωμένος ήταν ξαπλωμένος και αργοπέθαινε στο κρεββάτι.
Ξαφνικά μύρισε το άρωμα του αγαπημένου του μπισκότου σοκολάτας να έρχεται από την σκάλα και την κουζίνα.
Μάζεψε τις τελευταίες του δυνάμεις και ανασηκώθηκε από το κρεββάτι. Ακουμπώντας στον τοίχο, σιγά-σιγά βγήκε από το δωμάτιο και με μεγάλη προσπάθεια κατέβηκε τις σκάλες πιάνοντας και με τα δύο χέρια τα κάγκελα.
Λαχανιασμένος μπήκε στην κουζίνα.
Εκεί ήταν απλωμένες εφημερίδες στο τραπέζι και επάνω ήταν ταψιά με εκατοντάδες μπισκότα.
Ήταν στο παράδεισο; Ή ήταν μια τελευταία πράξη της αγάπης της αφοσιωμένης συζύγου του; Για να φύγει σαν ευτυχισμένος άνθρωπος; Με μια τελευταία προσπάθεια πήγε στο τραπέζι.
Με το γερασμένο χέρι του έπιασε ένα μπισκότο στην άκρη του τραπεζιού.
Όταν ξαφνικά τον χτύπησε με μια σπάτουλα η σύζυγός του.
- Αστα αυτά, είπε. Είναι για την κηδεία...