φρέσκα ανέκδοτα

Την εποχή που στο λιμάνι του Πειραιά κυριαρχούσε η ατμόσφαιρα που γνωρίσαμε και στην ταινία "Τα κόκκινα φανάρια " συνέβη και το περιστατικό που περιγράφεται στο ανέκδοτο αυτό. Ήσαν δυο κοπέλες, η Φρίντα και η Σίλια, που σχεδόν συνεργάζονταν στην... Εξυπηρέτηση πελατών κάθε φορά που έφταναν πλοία στο λιμάνι μετά από πολύμηνη απουσία, με τα πληρώματά τους κουρασμένα και στερημένα από... τις ποικίλες ευχαριστήσεις που προσφέρει η ζωή. Ήσαν φίλες στην ουσία και δεν τις πείραζε ούτε το να δέχονται τον ίδιο πελάτη διαδοχικά. Έτυχε, λοιπόν, να έχουν και κάποιον έλληνα ναυτικό, μόνιμό τους πελάτη. Κάθε φορά που αυτός γύριζε από κάποιο μακρύ ταξίδι έτρεχε κοντά τους και περνούσε αρκετές ώρες πότε με τη μία και πότε με την άλλη. Μια φορά είχε λείψει γύρω στο χρόνο γιατί το καράβι που δούλευε είχε δέσει σε κάποιο λιμάνι της Β. Ευρώπης για επισκευή. Τις έπαιρνε τηλέφωνο, τους έλεγε ότι τις είχε επιθυμήσει, ότι τους ήταν... Πιστός, ότι επισκεπτόταν διάφορα μέρη για να σπρώχνει τον καιρό να περνά κι ότι περίμενε πώς και πώς την ώρα του γυρισμού. Ήλθε κάποτε κι αυτή η ώρα, τον υποδέχτηκαν αυτές όλο χαρά κι ακολούθησε ότι καθένας εύκολα φαντάζεται. Όπως ήσαν και τα δωμάτιά τους στο φτηνό ξενοδοχείο του λιμανιού δίπλα- δίπλα, έβγαινε από τη μια, έμπαινε στην άλλη. Ύστερα από δυο-τρεις μέρες οι κοπέλες πίνοντας καφέ, συζητούσαν τις εντυπώσεις τους.
- Πώς τον βρήκες; ρωτάει η Φρίντα τη Σίλια.
- Υπέροχο! Τί να σου λέω !Είχε ένα κέφι !Μια ορμητικότητα! Μια έξαψη! Πρωτοφανές το πάθος του... Εσύ πώς τον βρήκες;Κι εγώ το ίδιο θερμό κι ορεξάτο. Της απαντά η Φρίντα . Πες μου, όμως κάτι. Παρατήρησες τίποτε παράξενο πάνω του, αυτή τη φορά;
- Ναι, μωρέ, γεια σου! Θα το είδες κι εσύ φαίνεται για να ρωτάς. Είδα στο όργανό του επάνω κάποιο τατουάζ που έλεγε "νταμ "
- Όχου! Καημένη μου! Και μου τον παίνευες για ορμητικό και με πρωτοφανές πάθος! Σε πληροφορώ ότι κι εγώ το είδα το τατουάζ. Μόνο που όταν ήταν με μένα δεν έγραφε "... Νταμ " αλλά "Aμστερνταμ...!"-
Ήτανε μια φορά τρεις φίλοι ο Αλέξης ο Κώστας και ο Πέτρος ο κεκές(δηλαδή δεν μπορούσε να τα βγάλει τα λόγια του έχω εύκολα.
Είχαν πάει διακοπές και θα έμεναν σε ένα τεράστιο ξενοδοχείο. Πάνε λοιπόν στην reception και αυτή τους δίνει ένα δωμάτιο που βρισκόταν στο 20 πάτωμα. Τα ασανσέρ ήταν χαλασμένα όποτε έπρεπε να ανεβούν τις σκάλες. συμφωνούν λοιπόν να λέει ο καθένας τους μια ιστορία σε κάθε όροφο που ανέβαιναν για να περάσει η ώρα. Λέει ο Αλέξης μια λέει και ο Κώστας φτάνει και η σειρά το Πέτρου:
"Μ,μ,μια φφφορα και και ένα καιρό..."
Καλά άστο του λένε δεν πειράζει θα πούμε εμείς. Όποτε φτάνουνε στον δέκατο πάτωμα λέει ο Αλέξης μια ιστορία λέει κι ο Κώστας έρχεται και η σειρά του Πέτρου ξανά τα ίδια:
"Μ μμμια φφφορα και..."
Καλά άστο ρε πούστη μου αφού ξέρεις ότι δεν boris να μιλήσεις εύκολα. Λέει μια ιστορία ο Αλέξης στον 18 πάτωμα λέει και ο Κώστας στο 19 και ετοιμάζεται πάλι ο Πέτρος να πει κι αυτός κάτι και το σταματάνε οι άλλοι λέγοντας του να μην ανήσυχη γιατί είχαν μόνο ένα ακόμη όροφο. Λέει τότε και ο Πέτρος:
" Ρε "μαμαμαλακες" ξεξεχάσαμε το κκκκλλειδί στην reception."
Συναντιούνται μετά από χρόνια ο Μάκης και ο Σάκης στον δρόμο.
Ανταλλάσουν τηλέφωνα και διευθύνσεις και την άλλη μέρα πηγαίνει ο Μάκης στο σπίτι του Σάκη.
Ο Σάκης λέει στην γυναίκα του να τους φτιάξει έναν καφέ, αλλά αυτή του λέει ότι δεν μπορεί, σιδερώνει.
Ζητάει ο Σάκης από τα παιδιά να τους φτιάξουν έναν καφέ, αλλά αυτά λένε ότι παίζουν και δεν μπορούν.
Καταντροπιασμένος ο Σάκης φτιάχνει κάτι στον Μάκη μόνος του.
Την άλλη μέρα πάει ο Σάκης στο σπίτι του Μάκη.
Η γυναίκα του Μάκη τους περιποιείται με το παραπάνω. Παστίτσια, γλυκά, καφέδες... Τα παιδιά ευγενικότατα...
Ο Σάκης ρωτάει τον Μάκη πώς καταφέρνει να τα έχει όλα στην εντέλεια.
- Γύρισα μια μέρα από την δουλειά, λέει ο Μάκης, και βρήκα τον σκύλο στην πολυθρόνα μου. Του έδωσα κίτρινη κάρτα. Την άλλη μέρα ξανασυνέβει το ίδιο. Του ξανάδωσα κίτρινη κάρτα. Την άλλη μέρα τον ξαναβρίσκω στην πολυθρόνα μου και τον σκοτώνω...
- Καλά, αυτό που κολλάει; ρωτάει ο Σάκης.
- Όλοι εδώ μέσα έχουν από 2 κίτρινες κάρτες!
Στο διάλειμμα του παγκοσμίου συνεδρίου Πλαστικών Χειρούργων, τρεις γιατροί, ένας Γάλλος ένας Αμερικανός και ένας Έλληνας συζητούν... αναφερόμενος στα επιτεύγματα της επιστήμης λέει λοιπόν ο Γάλλος:
- Κύριοι, τις προάλλες ήρθε στην κλινική μου ένας τύπος πολύ απελπισμένος, με μια μύτη τεράστια, μεγαλύτερη κι από του Πινόκιο και μου λέει γιατρέ σώσε με, δε μπορώ να βρω γυναίκα... Τον βάζω που λέτε κάτω και κόψε-ράψε, κόψε-ράψε του έφτιαξα μια μυτούλα γαλλική! Παίρνει αμέσως το λόγο ο Αμερικανός κι αρχίζει να περιγράφει τα δικά του κατορθώματα:
- Κι εμένα τον περασμένο μήνα ήρθε στο ιατρείο μου ένας τύπος παρά πολύ απελπισμένος. Είχε κάτι αυτιά σαν του ελέφαντα και μου λέει γιατρέ σώσε με, δε μπορώ να βρω γυναίκα. Τον βάζω που λέτε κάτω και κόψε-ράψε, κόψε-ράψε του έφτιαξα κάτι αυτάκια super, πολύ όμορφα!
Αφού όλοι υπερηφανευόταν για το τι μπορούν να καταφέρουν ήρθε και η σειρά του Έλληνα:
- Εμένα ρε παιδιά ήρθε ένας τύπος παρά μα παρά πολύ απελπισμένος. Είχε ένα πουλάκι μικροσκοπικό, έναν πόντο μόνο... και μου λέει γιατρέ σώσε με, δε μπορώ να βρω γυναίκα, θέλω να κάνεις τη ψ**ή μου να αγγίζει το πάτωμα. Τον βάζω κι εγώ που λέτε κάτω και κόψε-ράψε, κόψε-ράψε του έφτιαξα κάτι ποδαράκια τόσα, έναν πόντο το καθένα!
Αστόχησα γαμ*τo μου.
Ένας ναυτικός και ένας παπάς έπαιζαν μπάσκετ. Σε μια φάση εκεί που κάνει επίθεση ο ναυτικός και βαράει το σουτ, η μπάλα κάνει δύο γύρους στο στεφάνι αλλά τελικά δεν μπαίνει:
- Αστόχησα γαμ*τo μου, λέει ο ναυτικός.
- Μην βρίζεις, φίλε μου, γιατί ο Θεός θα σε τιμωρήσει, του λέει επικριτικά ο παπάς.
Μετά, όταν ξανακάνει επίθεση ο ναυτικός πάλι βαράει ένα σουτ και η μπάλα πάει στο ταμπλό και στο στεφάνι και πάλι δεν μπαίνει:
- Αστόχησα γαμ*τo μου, ξαναλέει ο ναυτικός.
- Μην βρίζεις, φίλε μου, γιατί ο Θεός θα σε τιμωρήσει, του υπενθυμίζει ο παπάς.
Την τρίτη φορά που γίνεται η ίδια φάση, πάει να βρίσει ο ναυτικός αλλά ξαφνικά πέφτει ένας κεραυνός από τον ουρανό και κάνει τον παπά στάχτη.
Και ενώ έχει μείνει ο ναυτικός με ανοιχτό το στόμα, ακούει από τον ουρανό τη φωνή του Θεού:
- Αστόχησα γαμ*τo μου!
Πολύ σκοτεινά είναι...
Γυρνά ο Τοτός:
- Μαμά, μαμά πήγαμε εκδρομή.
Η μαμά περίμενε τον γκόμενο, οπότε πιάνει τον Τοτό και τον χώνει στην ντουλάπα.
Έρχεται ο γκόμενος και αρχίζουν να κάνουν τα γνωστά, όταν ακούγεται η φωνή του μπαμπά του Τοτού:
- Γυναίκα, γύρισα!
Τι να κάνει η γυναίκα, πιάνει και κλείνει και τον γκόμενο στην ίδια ντουλάπα.
Λέει ο Τοτός στον γκόμενο:
- Πολύ σκοτάδι έχει εδώ.
- Το ξέρω, λέει ο γκόμενος.
- Έχω μία μπάλα ποδοσφαίρου και στην πουλάω 60 ευρώ.
- Σιγά μην αγοράσω την μπάλα σου για 60 ευρώ!
- Ο μπαμπάς μου είναι έξω, θες να τον φωνάξω;
- Όχι, θα την αγοράσω!
Δίνει 60 ευρώ στον Τοτό.
- Έχω και μία μπάλα μπάσκετ και την πουλώ 70 ευρώ.
- Καλά, καλά θα την αγοράσω και αυτήν.
Φεύγει ο πατέρας του Τοτού, βγαίνουν και οι δυο από την ντουλάπα.
Το απόγευμα λέει ο πατέρας του Τοτού στον Τοτό:
- Τοτό, πάμε να παίξουμε ποδόσφαιρο;
- Όχι, δεν έχω μπάλα.
- Καλά, πάμε να παίξουμε μπάσκετ.
- Δεν έχω ούτε μπάλα μπάσκετ!
- Καλά, την προηγούμενη βδομάδα δεν σου αγόρασα μπάλες; Τι τις έκανες;
- Τις πούλησα.
- Πόσο;
- 130 ευρώ!
- Τι λες παλιόπαιδο! Κάποια μπαγαποντιά σκάρωσες! Πάμε γρήγορα να εξομολογηθείς.
Πάει τον Τοτό στην εκκλησία, και τον κλείνει στο εξομολογητήριο.
- Πολύ σκοτεινά είναι εδώ μέσα, λέει ο Τοτός.
Και από δίπλα:
- Μην ξαναρχίζεις και εδώ τις ίδιες μαλακίες!
Κανίβαλος.
Ήταν ένας πιλότος, ένας μηχανικός αεροπλάνου και μια αεροσυνοδός. Είχαν σαν αποστολή να πετάξουν μέχρι την ζούγκλα του Αμαζονίου και να φέρουν ένα κανίβαλο για να τον εξετάσουν οι επιστήμονες.
Πήγαν λοιπόν στον Αμαζόνιο, και μέσα σε λίγες μέρες έπιασαν έναν ιθαγενή, τον έβαλαν σε ένα κλουβί μέσα στο αεροπλάνο, και ξεκίνησαν για τον γυρισμό.
Μετά από λίγο ο κανίβαλος πείνασε. Όμως δεν είχε τίποτα να του δώσουν να φάει. Τότε αυτός σπάει το κλουβί και πάει στον πιλότο. Του λέει:
- Εγώ φάει εσένα.
- Εμένα; λέει ο πιλότος. Και πως θα πετάξει το αεροπλάνο αν με φας;
- Καλά δεν σε φάω, λέει ο κανίβαλος.
Πάει στον μηχανικό.
- Εγώ φάει εσένα.
- Εμένα; λέει ο μηχανικός. Και αν πάθει κάτι το αεροπλάνο, ποιος θα το φτιάξει;
- Καλά δεν σε φάω, λέει ο κανίβαλος.
Πάει στην αεροσυνοδό.
- Εγώ φάει εσένα.
- Εμένα; λέει η αεροσυνοδός. Εσύ φας εμένα, αλλά αυτοί οι δύο γαμούν εσένα!
Και τότε ο κανίβαλος γύρισε στο κλουβί του...