Skip to main content
Ένα ζευγάρι φοιτητών, με 1.000 ευρώ στην τσέπη τους και σε περίοδο εξετάσεων πήγαν κάπου να περάσουν καλά και να διαβάζουν.
Βρίσκουν ένα ξενοδοχείο και πιάνουν ένα δωμάτιο, πιστεύοντας ότι με τα 1.000 ευρώ για πέντε μέρες οτι θα περνούσαν καλά. Τελειώνουν οι μέρες και πάει το αγόρι να πληρώσει και ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος:
- Τι οφείλουμε κύριε;
- 1.200 ευρώ, απαντάει ο υπάλληλος.
- Τι λέτε κύριε, γιατί τόσα;
- Γιατί το ξενοδοχείο είναι με πισίνα.
- Μα εμείς δεν πήγαμε στην πισίνα.
- Ας πηγαίνατε, η πισίνα εδώ ήταν και έχει και τέννις.
- Μα εμείς δεν παίξαμε.
- Έχει και disco.
- Μα δεν πήγαμε ούτε στην disco.
- Ας πηγαίνατε, εδώ ήταν όλα.
- Ωραία, λέει το αγόρι, πάρε τα 1.000 ευρώ.
- Και άλλα διακόσια, λέει ο υπάλληλος.
- 200 ευρώ είναι που πήγες εσύ με την κοπέλα μου!
- Τι λέτε κύριε, εγώ δεν πήγα..!
- Ας πηγαίνατε, η κοπέλα μου στο δωμάτιο που μας δώσατε ήταν...!
- Το 1987, πήγε ο τότε πρωθυπουργός Α. Παπανδρέου να εγκαινιάσει μια νέα πτέρυγα στα διυλιστήρια της ESSO PAPPAS στην Θεσσαλονίκη.
- Με την είσοδο του ήταν παρατεταγμένοι όλοι οι επίσημοι. Υπουργοί, Νομάρχες, Στρατηγοί κτλ. Αφού τους χαιρέτισε όλους ρωτάει.
- O Μπιτζίδης που είναι ρε παιδιά; -Aφωνος ο διευθυντής της ESSO, διότι ο Μπιτζίδης ήταν ο τελευταίος μουντζούρης εργάτης, στέλνει να τον ειδοποιήσουν να έρθει. Πράγματι ανεβαίνει επάνω ο Μπιτζίδης και μόλις βλέπει τον Παπανδρέου τρέχει και αγκαλιάζονται με συγκίνηση. Αντρέα μου ο Μπιτζίδης, Γιώργο μου ο Παπανδρέου, δάκρυσαν. Το 1991 πηγαίνει ο Μητσοτάκης να εγκαινιάσει την ίδια πτέρυγα.! -Πάλι τα ίδια . Όλοι οι επίσημοι στην σειρά.
- Που είναι ο Μπιτζίδης ρε παιδιά, λέει ο Μητσοτάκης, πάλι κόκαλο ο διευθυντής, φωνάζει πάλι τον Μπιτζίδη. Η ίδιες σκηνές μόλις ανεβαίνει επάνω. Αγκαλιές, συγκίνηση, Γιώργο μου, Κώστα μου. Όταν τελείωσε η εκδήλωση, ο διευθυντής φωνάζει τον Μπιτζίδη στο γραφείο του.
- Έλα δω ρε Μπιτζίδη, τι γνωριμίες είναι αυτές;- Αυτές δεν είναι τίποτα κύριε διευθυντά, λέει ο Μπιτζίδης, στην Ευρώπη να δείτε τι γνωριμίες έχω.
- Θαχει πλάκα να ξέρεις και τον πάπα.-Αλλοιμονο, τον παπα δεν ξέρω ;-Ρε μπαγάσα, θα κάνω τα έξοδα να πάμε μαζί στο Βατικανό να δω αν λες αλήθεια, λέει ο διευθυντής. Πράγματι, ξεκινάνε και φτάνουν στο Βατικανό, εκείνη την ώρα ο πάπας ήταν σε ένα μπαλκόνι και διάβαζε κάτι, ενώ κάτω στην πλατεία ήταν χιλιάδες πιστών.
- Κύριε διευθυντά, ανεβαίνω επάνω να χαιρετήσω τον παπα και έρχομαι σε λίγο λέει ο Μπιτζίδης. Πράγματι ανεβαίνει επάνω, πάει από πίσω από τον παπα, τον χτυπάει πίσω στην πλάτη, γυρίζει ο πάπας και μόλις τον βλέπει, παρατάει τα πάντα και πάλι τα ίδια . Αγκαλιές, φιλιά, Γιώργο μου, παπα μου. Αφού τα είπαν λίγο στο μπαλκόνι, ο Μπιτζίδης χαιρέτισε τον παπα και κατέβηκε κάτω, στον διευθυντή του. Αλλά τι να δει. Ο διευθυντής του αναίσθητος κάτω και από πάνω να του κάνουν αέρα και μαλάξεις. Όταν συνήλθε, τον ρωτάει ο Μπιτζίδης, - τι πάθατε κύριε διευθυντά.
- Τι να πάθω ρε Μπιτζίδη του λέει, όταν αγκαλιαζόσουν και φιλιόσουν με τον παπα, ήρθε ένας Φιλανδός και με ρώτησε.
- Αυτός που αγκαλιάζεται με τον Μπιτζίδη, ποιος είναι;!
Τρεις μαθητές απολογούνται για αταξίες στο διευθυντή.
- Τι έκανες εσύ,παιδί μου;ρωτάει τον πρώτο.
- Τίποτα κύριε, πήρα το βιβλίο του διπλανού μου και...
- Τρεις μέρες αποβολή! Εσύ παιδί μου τι έκανες;
- Τίποτα κύριε, είχα στην τσέπη μου ένα σκονάκι, αλλά δεν...
- Τέσσερις μέρες αποβολή! Εσύ τι έκανες;
- Εγώ κύριε, λέει ο Μπόμπος πέταξα το σφουγγαράκι από το παράθυρο.
- Ε, καλά, δεν είναι και τόσο σπουδαίο. Πήγαινε τώρα και να μην το ξανακάνεις!
Μετά από λίγες μέρες στέλνουν πάλι στο διευθυντή κάποιους ταραξίες. Ίδιο σκηνικό, μοιράζει ο διευθυντής αποβολές, φτάνει πάλι στο Μπόμπο.
- Εσύ παιδί μου έχεις ξανάρθει εδώ;
- Ναι κύριε, είμαι αυτός ου είχε πετάξει το σφουγγαράκι από το παραθυρο.
- Και τώρα γιατί είσαι πάλι εδώ;
- Ξαναπέταξα το σφουγγαράκι από το παράθυρο.
- Καλά, φύγε και να μην το ξανακάνεις.
Την ώρα που πάει να βγει ο Μπόμπος ορμάει στο γραφείο του διευθυντή ένας πατέρας έξαλλος φωνάζοντας.
- Τι συμβαίνει κύριε; Ποιος είστε;
- Ποιος είμαι; Ο πατέρας του Σφουγγαράκη είμαι!