Σε ένα Αμερικάνικο τρελοκομείο κάθε χρόνο διαλέγουν δύο από τους ασθενείς που δείχνουν να έχουν γιατρευτεί και τους κάνουν δύο ερωτήσεις. Αν απαντήσουν σωστά τους αφήνουν να βγουν. Φέτος διαλέγουν τον Μπιλ και τον Μάικ.
- "Πες μου", του λέει γιατρός, "αν έχανες το ένα σου μάτι τι θα ήσουν;"
- "Μισότυφλος", αποκρίνεται ο Μάικ.
- "Κι αν έχανες και τα δύο σου μάτια;"
- "Τότε θα ήμουν εντελώς τυφλός!"
- "Πολύ καλά, λέει ο γιατρός. Πήγαινε τώρα και φώναξε μου τον Μπιλ."
Βγαίνοντας ο Μάικ, λέει στον Μπίλ τις σωστές απαντήσεις και το στέλνει στο γραφείο του γιατρού.
- "Πες μου, Μπίλ", του λέει ο γιατρός, "αν έχανες το ένα σου αυτί, τι θα ήσουν;"
- "Μισότυφλος!" λέει ο Μπιλ.
Ο γιατρός παραξενεύεται, αλλά συνεχίζει με τη δεύτερη ερώτηση:
- "Κι αν έχανες και το άλλο σου αυτί;"
- "Τότε θα ήμουν εντελώς τυφλός!"
- "Μα καλά, μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί;"
- "Γιατί θα μου `πεφτε το καπέλο στα μάτια!"
Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας πόντιος ξυλοκόπος ο οποίος βλέπει μια διαφήμιση για ένα καινούριο πριόνι το οποίο μπορεί να κόβει 100 δέντρα την ημέρα.
Εντυπωσιασμένος, τρέχει στο μαγαζί που το πουλάει και το αγοράζει. Την άλλη μέρα πρωι πρωί ξεκινάει ενθουσιασμένος να πάει στη δουλειά με το νέα του απόκτημα. Αρχίζει να κόβει δέντρα αλλά το βράδυ που τα μετράει δεν ήταν καν 30.
- «Δεν μπορεί» λέει, «θα είναι χαλασμένο το πριόνι.» Μετά όμως θυμήθηκε ότι στη διαφήμιση χρησιμοποιούσε το πριόνι ένας τύπος καλογυμνασμένος, οπότε σκέφτηκε ότι θα φταίει το γεγονός ότι αυτός δεν ήταν τόσο σωματώδης. Αρχίζει λοιπόν να κάνει εντατικά body building και μετά από λίγες μέρες επιστρέφει στη δουλειά. Ξεκινάει και πάλι να κόβει ξύλα με το νέο του πριόνι αλλά στο τέλος της ημέρας είχε κατορθώσει να κόψει μόνο 50 δέντρα.
- «Αποκλείεται» σκέφτεται , «το πριόνι έιναι σίγουρα χαλασμένο.» Ξυπνάει πρωί πρωί την επόμενη μέρα και πηγαίνει το πριόνι του στο κατάστημα από όπου το αγόρασε. Αφού ο πόντιος υλοτόμος εξήγησε στον υπάλληλο τι συνέβη του το δίνει για να το εξετάσει. Τραβάει το κορδόνι ο υπάλληλος, ξεκινάει να δουλεύει το πριόνι και στη συνέχεια ο υπάλληλος μαρσάρει.
Ο πόντιος έμεινε με ανοιχτό το στόμα και τον ρωτάει:
- «Πώς το έκανες αυτό με το κορδόνι;»
Ξυπνάει ένας τύπος το πρωί. Κοιτάει το ρολόι 7:07. Δε δίνει σημασία. Κατεβαίνει να φτιάξει πρωινό βλέπει 7 φέτες ψωμί 7 φέτες ζαμπόν 7 φέτες κασέρι. «Περίεργο». Σκέφτεται. Πάει να φύγει για το γραφείο το αμάξι παίρνει μπρος με την 7η! Σταματάει σε 7 φανάρια. Παρκάρει στην 7η θέση παρκινγκ, καλεί το ασανσέρ που είναι στον 7ο, μέσα υπάρχουν 7 άνθρωποι, μέσα στο γραφείο του βλέπει πάνω στο γραφείο 7 φακέλους από 7 υποθέσεις. Κοιτάει το ημερολόγιο 7 του μήνα.
- «Πολύ 7»,σκέφτεται. Σχολάει στις 7 το απόγευμα, παράκαμψη λόγω έργων από την 7η οδό.7 στενά πιο κάτω βλέπει μπροστά του τον ιππόδρομο. Κοιτάει και βλέπει σε μια τεραστία επιγραφή:
7η ΗΜΕΡΑ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΩΝ 7η ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΑ 7ος ΔΙΑΔΡΟΜΟΣ: Όνομα αλόγου: ΕΦΤΑΡΗΣ Το βλέπει ο τύπος τρελαίνεται. Λέει «Αυτό είναι όλη μέρα με το 7 σημαδιακό είναι να παίξω». Πάει παίζει ότι έχει και δεν έχει στον ΕΦΤΑΡΗ.
Ε και βγήκε 7ος…
Πεθαίνει ένας μηχανικός και πάει στις πύλες του Παραδείσου. Εκεί ο Άγιος Πέτρος τον ρωτάει:
- Τί δουλειά έκανες;
- Ήμουν μηχανικός, απαντάει.
- Τότε δεν ήρθες στο σωστό μέρος. Στην Κόλαση θα πας. Οπότε πάει στην Κόλαση, όπου ο Σατανάς τον δέχεται. Όμως ο μηχανικός δεν είναι καθόλου ευχαριστημένος από τις παροχές και τις ανέσεις της Κόλασης. Οπότε, πιάνει δουλειά και αρχίζει να βελτιώνει τα πράγματα. Φτιάχνει ασανσέρ, βάζει κλιματισμό, βάζει καζανάκι στις τουαλέτες κλπ. Σε κάποια φάση λοιπόν, τηλεφωνάει ο Θεός τον Σατανά και τον ρωτάει:
- Τί γίνεται εκεί;
- Ε, μια χαρά. Τα πράγματα έχουν βελτιωθεί πολύ εδώ, απαντά εκείνος.
- Τί μου λες; Πώς έγινε αυτό;
- Ε, να ήρθε ένας μηχανικός και έχει βελτιώσει τα πράγματα, έβαλε κλιματισμό, ασανσέρ, καζανάκι στις τουαλέτες κλπ.
- Μηχανικός; Τί δουλειά έχει εκεί; Στείλε τον στον Παράδεισο.
- Τί λες ρε; Δεν στον δίνω.
- Δώσε τον, γιατί αλλιώς θα σου κάνω μήνυση.
- Και πού θα βρεις δικηγόρο;
Ήταν κάποτε ένας άνεργος ηθοποιός ο οποίος είχε απελπιστεί να ψάχνει για δουλειά. Κάποια μέρα συναντά τυχαία έναν τύπο από τον ζωολογικό κήπο, που ψάχνει για ηθοποιούς. Του εξηγεί ότι οικονομικοί λόγοι, δεν τους επιτρέπουν να φέρουν έναν αφρικανικό γορίλα και ότι αναζητούν έναν ηθοποιό που θα παραστήσει τον γορίλα, μέχρις ότου συγκεντρωθεί το ποσό για την αγορά του αληθινού ζώου. Αν και του φάνηκε κάπως ανόητη η δουλειά αυτή, ο ηθοποιός τη δέχτηκε.
Τις πρώτες ημέρες καθόταν μέσα στο κλουβί του, σχεδόν ακίνητος και σκεπτόταν ότι δεν είναι δυνατόν να είναι τόσο ηλίθιοι οι επισκέπτες, που να νομίζουν ότι αυτός είναι αληθινός γορίλας. Κάποια στιγμή βαρέθηκε και αποφάσισε να εξερευνήσει το μικρό κλουβί του. Τη στιγμή που αποφάσισε να κινηθεί, πρόσεξε ότι ο κόσμος απ” έξω,παρατηρούσε προσεκτικά κάθε του κίνηση. Αποφάσισε έτσι, να κάνει το πρόγραμμα πιο ελκυστικό και να τους δώσει ένα σόου. Λίγες μέρες αργότερα, βρίσκει τον εαυτό του να κρέμεται από τα κλαδιά ενός δέντρου με το ένα χέρι, να χορεύει βγάζοντας κτηνώδεις ήχους και με αυτόν τον τρόπο, να έχει μαζέψει ένα μικρό πλήθος έξω από το κλουβί του. Κάποια στιγμή, προσπαθώντας να εντυπωσιάσει μερικά παιδιά που έχουν πλησιάσει στο κλουβί, κρέμεται με τα χέρια του από ένα κλαδί κάνοντας μερικά ακροβατικά.
Όμως το χέρι του ξεφεύγει και πετώντας πάνω από τον μεσότοιχο, προσγειώνεται κατευθείαν μέσα στο κλουβί του λιονταριού. Το λιοντάρι τον αντιλαμβάνεται κι αρχίζει να τον πλησιάζει απειλητικά. Ο ηθοποιός οπισθοχωρεί όσο μπορεί και βλέποντας ότι το λιοντάρι πλησιάζει, αρχίζει να φωνάζει:
- Βοήθεια! Βοήθεια! Παρακαλώ, βοηθήστε με!
Με αυτές τις κραυγές το λιοντάρι τον πλησιάζει σβέλτα και του ψιθυρίζει:
- Σκάσε ηλίθιε, έτσι που τσιρίζεις, θα μας απολύσουν όλους από εδώ μέσα.
Ήταν μια φορά  ένα σχολείο με πλουσιόπαιδα και κάνανε σκέψεις για το μέλλον. Λέει λοιπόν η Αννι: – Ξύπνησα το πρωί πήρα πρωινό και πήρα τηλέφωνο τη μάνα μου στο γραφείο μας στον Καναδά και έλειπε. Την πήρα στην Ελβετία και έλειπε. Μάλλον ήταν στο Σικάγο. Μπράβο, λέει η κυρία. Για πες μας εσύ Νικ. Εγώ κυρία πήγα στο γκαράζ και είδα ότι η Lotus έλειπε. Έλειπε και η Ferrari. Μάλλον οι γονείς μου έφυγαν με την Porsche. Μπράβο Νικ λέει η κυρία. Είπαν όλοι, λέει η Κυρία και στον Βαγγέλη, για πες μας και εσύ. Tι να πω εγώ κυρία εγώ φτωχός είμαι! – όχι πες μας – Εντάξει, λέει ο Βαγγέλης, θα σας πώ: – Εγώ κυρία πήγα στο κοτέτσι και η γιαγιά έλειπε, πήγα στο χωράφι και η γιαγιά έλειπε. Πήγα στη στάνη και ξαφνικά βλέπω τη γιαγιά να κατεβαίνει από το βουνό με μια εφημερίδα στη μασχάλη της αλλά η γιαγιά μου δεν ξέρει γράμματα μάλλον είχε πάει για χέσιμο!