Skip to main content
Μόλις τα κατάφεραν να ξεφύγουν από το γλέντι του γάμου οι νεόνυμφοι, μπαίνουν μέσα στο αυτοκίνητο, που θα τους μετέφερε στο ξενοδοχείο τους;
Αλλά, νέοι και βιαστικοί, έπιασαν... δουλειά μέσα στο αυτοκίνητο κι άσε τον οδηγό να... οδηγεί, πράγμα βεβαίως τελείως επικίνδυνο, γιατί πώς να οδηγήσει ο άνθρωπος, με το μάτι καρφωμένο στο εσωτερικό
Καθρέφτη;
Κάποια στιγμή ο οδηγός, που, όπως αποδείχτηκε, κοίταζε και λίγο έξω, (όχι μόνο τον καθρέφτη), επεσήμανε οδικές εργασίες μπροστά τους και ένα φορητό φανάρι, που ήταν κόκκινο.
- Φίλε, δεν μπορώ να κάνω τίποτ άλλο, από του να περιμένω τη σειρά μου, λέει ο οδηγός στο γαμπρό, που, όπως είπαμε, είχε πέσει στο βάζο με το γλυκό!
- Να βρεις δικιά σου, λέει ο γαμπρός. Αυτή εδώ είναι όλη δική μου!
(Μοναχοφάγος ο γαμπρός και δεν ακολουθούσε τις προσταγές του Πλάτωνα, που είπε ότι τα πάντα πρέπει να ναι κοινά, ακόμη κι οι... γυναίκες!)
Μια ηλιόλουστη μέρα πάει ο Χρήστος στο σπίτι του Γιάννη. Χτυπάει το κουδούνι και του ανοίγει η γυναίκα του Γιάννη.
Γεια σου Πόπη, ο Γιάννης που είναι;
Γεια σου Χρήστο, δεν ξέρω, όμως αν θέλεις μπορείς ευχαρίστως να τον περιμένεις.
Ναι αμέ, αν κεράσεις και καφέ περιμένω.
Έλα, έλα Χρήστο πέρασε.
Αφού περίμενε ο Χρήστος και άρχισε να βαριέται λέει:
Πόπη μου με συγχαρείς αλλά τόση ώρα που σε βλέπω με έχεις ανάψει. Να σου δώσω 100.000 δρχ. να μου δείξεις το βυζί σου;
Η Πόπη κοκκίνισε, πρασίνισε, αλλά τα 100.000 δρχ. είναι καλό ποσό για να δείξω το βυζί μου σκέφτηκε.
Με φέρνεις σε δύσκολη θέση Χρήστο μου αλλά αν μου δώσεις τα λεφτά ναι γιατί όχι.
Πάρε Πόπη μου, να πάρτα.
Βγάζει το βυζί της λοιπόν.
Τώρα ο Χρήστος άναψε για τα καλά.
Να σου δώσω άλλα 100.000 δρχ. να μου δείξεις και το άλλο βυζί σου;
Ναι μια που είδες το ένα στο άλλο θα κολλήσουμε; Δώσε μου τα λεφτά.
Να καλή μου, πάρε, άντε βγάλτο έξω!
Τσουπ να και και το άλλο το βυζόμπαλο πετάχτηκε μπρος στα μάτια του Χρηστάρα.
Μετά από λίγο μια που περνούσε η ώρα λέει ο Χρήστος:
- Πόπη μου πάω να φύγω τα λέμε.
Μισή ώρα αργότερα να και ο Γιάννης...
Τι γίνεται Ποπίτσα μου;
Καλά Γιάννη μου ήρθε από εδώ και Χρήστος, σε περίμενε λίγο και μετά έφυγε.
Ναι! Ποπίτσα μήπως σου έδωσε τα 200.000 δρχ. που μου χρωστάει;
Μια γυναίκα πάει στην κοινωνική πρόνοια, (ή όπως αλλιώς το λένε, δεν ξέρω), να πάρει επίδομα ολύτεκνης κι ο υπάλληλος τη ρώτησε:
- Πόσα παιδιά έχετε.
- Δέκα! απάντησε αυτή. (Μεσάνυχτα θα είχε από μεθόδους αντισύλληψης!)
- Και τα ονόματά τους;
- Γιώργος, Γιώργος, Γιώργος, Γιώργος, Γιώργος, Γιώργος, Γιώργος,
Γιώργος, Γιώργος και Γιώργος, απάντησε η γυναίκα.
- Όλων τα ονόματα είναι Γιώργος; απόρησε ο υπάλληλος. Και πώς τα φωνάζετε να μαζευτούν στο σπίτι;
- Εύκολο! Απλά φωνάζω «Γιώργο» και μαζεύονται όλα.
- Κι όταν θέλετε να τα βάλετε να φάνε;
- Τότε λέω:
- «Γιώργο, έλα να φας».
- Κι όταν θέλετε να πείτε σε ένα μόνο απ τα παιδιά να κάνει κάτι;
- Ε, τότε χρησιμοποιώ το επώνυμο!
Μία παντρεμένη κυρία κερατώνει τον άντρα της και κάθε φορά που ο εραστής της έρχεται σπίτι, αυτή κλειδώνει τον οκτάχρονο γιό της στη ντουλάπα.
Μια μέρα που ήταν ο εραστής στο σπίτι της και ο γιός στη ντουλάπα, ακούει ένα αυτοκίνητο να μπαίνει στο πάρκινγκ της πολυκατοικίας. Φοβούμενη ότι ήταν ο άντρας της, κλείνει τον εραστή στη ντουλάπα μαζί με τον μικρό.
- Πω πω! Σκοτεινά δεν είναι εδώ; λέει ο μικρός.
- Ναί, σίγουρα είναι, απαντάει ο εραστής.
- Δε μου λέτε κύριε… Θέλετε να αγοράσετε μια μπάλα του baseball;
- Όχι δε νομίζω… – Εγώ όμως πιστέυω πως θέλετε να την αγοράσετε γιατί εάν δεν… τότε θα ανοίξω το στόμα μου! απάντησε όλο πονηριά ο μικρός.
- Εντάξει, θα την αγοράσω! Πόσο την πουλάς; απαντάει ο φοβισμένος εραστής.
- 50 ευρώ κολλαριστά!
- Πωπω ρε αδερφάκι… φαρμακείο είσαι! του λέει ο εραστής, αλλά προκειμένου να μη φανερωθεί, του τα δίνει.
Την επόμενη εβδομάδα, πάλι η ίδια ιστορία. Ο εραστής στο σπίτι της κυρίας, ο γιός στη ντουλάπα και ξαφνικά ακούγεται ήχος αυτοκινήτου να μπαίνει στο πάρκινγ της πολυκατοικίας. Φοβισμένη η κυρία μήπως ήρθε σπίτι ο σύζυγός της, στριμώχνει τον εραστή στην ίδια ντουλάπα με τον γιό.
- Πω πω! Σκοτεινά δεν είναι εδώ; ρωτάει ο μικρός.
- Ναί, σίγουρα είναι, απαντάει ο άνδρας.
- Θέλει να αγοράσεις ένα μπαστούνι του baseball;
- Ωχ…ναι… πόσο το πουλάς αυτή τη φορά;
- Για σένα μόνο 100 ευρώ!
Μην έχοντας άλλη επιλογή του δίνει τα 100 ευρώ και αγοράζει το μπαστούνι.
Μία από τις επόμενες μέρες που ήταν ο μπαμπάς – κερατάς στο σπίτι, ρωτάει το γιό του:
- Πάμε να παίξουμε baseball;
- Δε μπορώ, απαντάει ο μικρός. Πούλησα τη μπάλα και το μπαστούνι τη βδομάδα που πέρασε.
- Και τί πήρες γι” αυτά, ρωτάει ο πατέρας που περίμενε να ακούσει για γλυκά και καραμέλες.
- Πήρα 150 ευρώ!
- Τί! 150 ευρώ; Αυτό που έκανες είναι κλεψιά! Ντροπή! Πρέπει να πάς αμέσως στον παπά να εξομολογηθείς γι’αυτή σου την αμαρτία!
Πάει λοιπόν ο μικρός στην εκκλησία, μπαίνει στο εξομολογητήρι, κάθεται και λέει:
- Πω πω! Σκοτεινά δεν είναι εδώ;
Και του απαντάει ο παπάς:
- Μην αρχίζεις πάλι τις ίδιες μ@λ@κίες!