Μπαίνει ένας ελεύθερος σκοπευτής σε ένα κατάστημα που πουλάνε όπλα και ζητάει ένα όπλο μεγάλης απόστασης με διόπτρα. Ο υπάλληλος βγάζει αμέσως το καλύτερο και του λέει δείχνοντας έξω από το παράθυρο :
- "Αυτό το όπλο είναι τόσο καλό που μπορείς να δεις από εδώ μέσα στο σπίτι μου που είναι εκεί πάνω στον λόφο».
Ο πελάτης ρίχνει μια ματιά προς το σπίτι με την διόπτρα και αρχίζει να γελάει.
- «Που είναι το αστείο;» του λέει ο υπάλληλος.
- «Βλέπω ένα γυμνό άνδρα να κυνηγάει μια γυμνή γυναίκα στο σπίτι σου» απαντά ο πελάτης.
Αμέσως ο υπάλληλος βάζει το μάτι του στη διόπτρα και βλέπει την γυναίκα του γυμνή να κυνηγιέται με ένα γυμνό άνδρα. Έξαλλος γυρίζει στον πελάτη και του λέει:
- «Επειδή εγώ δεν ξέρω καλό σημάδι, θα σου δώσω 2 σφαίρες. Την μια θέλω να την φυτέψεις στο κεφάλι αυτής της που&*%ας και την άλλη στο πέ@ς αυτού του αλήτη.
Αν το κάνεις αυτό θα σου χαρίσω το όπλο».
- «Έγινε» απαντά ο πελάτης.
Βάζει το μάτι του στη διόπτρα και στοχεύει. Πριν πυροβολήσει σταματά και επιστρέφει την μια σφαίρα στον υπάλληλο.
- «Γίνεται και με μια...» του λέει.
Ήταν ένας άνθρωπος που είχε πάει με όλες τις γυναίκες της πόλης στην οποία έμενε. Μια μέρα τον συνάντησε ένας φίλος του και του λέει:
- Εντάξει ρε συ έχεις πάει με όλες τις γυναίκες της πόλης μας αλλά αυτό δεν είναι και τόσο σπουδαίο. Με την βασιλοπούλα δεν θα μπορούσες να πας ποτέ.
- Πάμε ένα στοίχημα; λέει αυτός.
- Πάμε, του λέει ο φίλος του.
Την άλλη μέρα λοιπόν το πρωί πηγαίνει στο παλάτι και παρουσιάζεται σαν μάγειρας.
Τον βλέπει ο βασιλιάς και τον ρωτάει:
- Ποιος είσαι εσύ παιδί μου;
- Ο καινούριος μάγειρας, απαντάει αυτός.
- Και πως σε λένε παιδί μου;
- Αχ, βασιλιά μου, λέει τότε αυτός, έχω πολύ παράξενο όνομα και ντρέπομαι να σας το πω μπροστά σε τόσο κόσμο. Να φύγει πρώτα ο κόσμος και μετά θα σας το πω.
Διώχνει λοιπόν ο βασιλιάς όλο τον κόσμο από την κουζίνα και τότε αυτός λέει στον βασιλιά ψιθυριστά:
- Με λένε πούτσο.
- Α! Τι παράξενο όνομα! λέει τότε ο βασιλιάς. Εντάξει παιδί μου σου υπόσχομαι να μην το πω σε κανένα.
Μετά από λίγο κατέβηκε στην κουζίνα η βασίλισσα.
- Ποιος είσαι εσύ παιδί μου; τον ρωτάει.
- Ο καινούριος μάγειρας, απαντάει αυτός.
- Και πως σε λένε παιδί μου;
- Αχ, βασίλισσά μου, λέει πάλι αυτός, ο νονός μου μου δωσε πολύ παράξενο όνομα και ντρέπομαι να σας το πω μπροστά σε τόσο κόσμο. Να φύγει πρώτα ο κόσμος και μετά θα σας το πω.
Διώχνει λοιπόν η βασίλισσα όλο τον κόσμο από την κουζίνα και τότε αυτός της λέει ψιθυριστά:
- Με λένε μουνί.
- Α! Τι παράξενο όνομα! λέει τότε ο βασίλισσα. Εντάξει παιδί μου σου υπόσχομαι να μην το πω σε κανένα.
Τελευταία κατέβηκε στην κουζίνα κι η βασιλοπούλα. Τον ρωτάει λοιπόν κι αυτή:
- Ποιος είσαι εσύ;
- Ο καινούριος μάγειρας, της λέει αυτός.
- Και πως σε λένε;
- Αχ, βασιλοπούλα μου, λέει τότε αυτός, έχω πολύ παράξενο όνομα και ντρέπομαι να σου το πω μπροστά σε τόσο κόσμο. Να φύγει πρώτα ο κόσμος και μετά θα σου το πω.
Διώχνει λοιπόν ο βασιλοπούλα όλο τον κόσμο από την κουζίνα και τότε αυτός της λέει ψιθυριστά:
- Με λένε κεφτεδάκια.
- Α! Πράγματι το όνομά σου είναι πολύ παράξενο! λέει κι η βασιλοπούλα.
Εντάξει σου υπόσχομαι να μην το πω σε κανένα.
Πάει λοιπόν αυτός το βράδυ στο δωμάτιο της βασιλοπούλας κι αρχίζει να την ξεντύνει. Βάζει η βασιλοπούλα τις φωνές:
- Μαμά, μαμά με πειράζουν τα κεφτεδάκια.
- Τρελάθηκες παιδάκι μου τι είναι αυτά που λες;
- Όχι, μαμά δεν τρελάθηκα. Έλα και θα δεις.
Πηγαίνει η βασίλισσα στο δωμάτιο της βασιλοπούλας να δει τι συμβαίνει κι εκείνη την στιγμή αυτός της τον είχε κιόλας χώσει. Τρομαγμένη η βασίλισσα φωνάζει τον βασιλιά:
- Βασιλιά έλα να δεις το μουνί είναι ανάμεσα στα σκέλια της κόρης μας.
- Ε, στη θέση του είναι ρε γυναίκα, τι φωνάζεις;
- Τρέξε, τρέξε βασιλιά να δεις.
Ανεβαίνει κι ο βασιλιάς στο δωμάτιο της βασιλοπούλας να δει τι γίνεται κι αυτός μόλις είχε τελειώσει την δουλειά του και ντυνόταν. Μόλις είδε τον βασιλιά πήδηξε από το παράθυρο. Φωνάζει τότε ο βασιλιάς στους φρουρούς:
- Φρουροί, πιάστε τον πούτσο. Τον πιάσατε;
- Ναι, απαντάνε όλοι μαζί οι φρουροί.
- Ωραία, λέει ο βασιλιάς. Βαράτε τον τώρα!
Μια μέρα μπαίνουν μέσα σε μια τράπεζα δύο τύποι και φωνάζουν:
- "Ψιλά τα χέρια ληστεία".
Ο ένας ήταν το αφεντικό και ο άλλος ο βοηθός. Ξαφνικά λέει το αφεντικό στον βοηθό:
- "Βάλτους όλους στην άκρη με τα χέρια ψιλά".
Εν το μεταξύ ανάμεσα στο πλήθος υπήρχε και μια γριούλα. Ο βοηθός απαντάει:
- "Και τη γριούλα αφεντικό;"
Και το αφεντικό απαντά:
- "Και τη γριούλα μαλάκα".
Σε λίγο λέει:
- "Πάρε από όλους ότι χρήματα έχουν πάνω τους και ότι πολύτιμο αντικείμενο".
- "Και τη γριούλα αφεντικό;"
- "Και τη γριούλα μαλάκα".
Τέλος το αφεντικό προστάζει για τελευταία φορά το βοηθό:
- "Στήσε όλες τις γυναίκες στον τοίχο για να έρθω να τις γαμήσω όλες από μπρος και από πίσω".
Και ο βοηθός:
- "Και τη γριούλα αφεντικό;"
Και η γριούλα.
- "Και τη γριούλα μαλάκα".
Κανίβαλος.
Ήταν ένας πιλότος, ένας μηχανικός αεροπλάνου και μια αεροσυνοδός. Είχαν σαν αποστολή να πετάξουν μέχρι την ζούγκλα του Αμαζονίου και να φέρουν ένα κανίβαλο για να τον εξετάσουν οι επιστήμονες.
Πήγαν λοιπόν στον Αμαζόνιο, και μέσα σε λίγες μέρες έπιασαν έναν ιθαγενή, τον έβαλαν σε ένα κλουβί μέσα στο αεροπλάνο, και ξεκίνησαν για τον γυρισμό.
Μετά από λίγο ο κανίβαλος πείνασε. Όμως δεν είχε τίποτα να του δώσουν να φάει. Τότε αυτός σπάει το κλουβί και πάει στον πιλότο. Του λέει:
- Εγώ φάει εσένα.
- Εμένα; λέει ο πιλότος. Και πως θα πετάξει το αεροπλάνο αν με φας;
- Καλά δεν σε φάω, λέει ο κανίβαλος.
Πάει στον μηχανικό.
- Εγώ φάει εσένα.
- Εμένα; λέει ο μηχανικός. Και αν πάθει κάτι το αεροπλάνο, ποιος θα το φτιάξει;
- Καλά δεν σε φάω, λέει ο κανίβαλος.
Πάει στην αεροσυνοδό.
- Εγώ φάει εσένα.
- Εμένα; λέει η αεροσυνοδός. Εσύ φας εμένα, αλλά αυτοί οι δύο γαμούν εσένα!
Και τότε ο κανίβαλος γύρισε στο κλουβί του...
Την εποχή που στο λιμάνι του Πειραιά κυριαρχούσε η ατμόσφαιρα που γνωρίσαμε και στην ταινία "Τα κόκκινα φανάρια " συνέβη και το περιστατικό που περιγράφεται στο ανέκδοτο αυτό. Ήσαν δυο κοπέλες, η Φρίντα και η Σίλια, που σχεδόν συνεργάζονταν στην... Εξυπηρέτηση πελατών κάθε φορά που έφταναν πλοία στο λιμάνι μετά από πολύμηνη απουσία, με τα πληρώματά τους κουρασμένα και στερημένα από... τις ποικίλες ευχαριστήσεις που προσφέρει η ζωή. Ήσαν φίλες στην ουσία και δεν τις πείραζε ούτε το να δέχονται τον ίδιο πελάτη διαδοχικά. Έτυχε, λοιπόν, να έχουν και κάποιον έλληνα ναυτικό, μόνιμό τους πελάτη. Κάθε φορά που αυτός γύριζε από κάποιο μακρύ ταξίδι έτρεχε κοντά τους και περνούσε αρκετές ώρες πότε με τη μία και πότε με την άλλη. Μια φορά είχε λείψει γύρω στο χρόνο γιατί το καράβι που δούλευε είχε δέσει σε κάποιο λιμάνι της Β. Ευρώπης για επισκευή. Τις έπαιρνε τηλέφωνο, τους έλεγε ότι τις είχε επιθυμήσει, ότι τους ήταν... Πιστός, ότι επισκεπτόταν διάφορα μέρη για να σπρώχνει τον καιρό να περνά κι ότι περίμενε πώς και πώς την ώρα του γυρισμού. Ήλθε κάποτε κι αυτή η ώρα, τον υποδέχτηκαν αυτές όλο χαρά κι ακολούθησε ότι καθένας εύκολα φαντάζεται. Όπως ήσαν και τα δωμάτιά τους στο φτηνό ξενοδοχείο του λιμανιού δίπλα- δίπλα, έβγαινε από τη μια, έμπαινε στην άλλη. Ύστερα από δυο-τρεις μέρες οι κοπέλες πίνοντας καφέ, συζητούσαν τις εντυπώσεις τους.
- Πώς τον βρήκες; ρωτάει η Φρίντα τη Σίλια.
- Υπέροχο! Τί να σου λέω !Είχε ένα κέφι !Μια ορμητικότητα! Μια έξαψη! Πρωτοφανές το πάθος του... Εσύ πώς τον βρήκες;Κι εγώ το ίδιο θερμό κι ορεξάτο. Της απαντά η Φρίντα . Πες μου, όμως κάτι. Παρατήρησες τίποτε παράξενο πάνω του, αυτή τη φορά;
- Ναι, μωρέ, γεια σου! Θα το είδες κι εσύ φαίνεται για να ρωτάς. Είδα στο όργανό του επάνω κάποιο τατουάζ που έλεγε "νταμ "
- Όχου! Καημένη μου! Και μου τον παίνευες για ορμητικό και με πρωτοφανές πάθος! Σε πληροφορώ ότι κι εγώ το είδα το τατουάζ. Μόνο που όταν ήταν με μένα δεν έγραφε "... Νταμ " αλλά "Aμστερνταμ...!"-
Ήταν ο λαγός και βαριόταν πολύ:
Αποφάσισε λοιπον να τρομάξει κάτι μικρά αλεπουδάκια.
Παραφύλαξε να φύγει η μαμά αλεπού και πήγε στην φωλιά της και είπε στα αλεπουδάκια.
- Θα σας πη... τη μάνα! Το υπόσχομαι!
Τα αλεπουδάκια τρόμαξαν πολύ αλλά δεν ήθελαν να το πουν στη μαμά τους.
Ο λαγός κάθε μέρα πήγαινε στην φωλιά και έλεγε το ίδιο πράγμα στα αλεπουδάκια. Τα αλεπουδάκια δεν άντεχαν άλλο και έτσι το είπαν στην μαμά τους.
Η αλεπού έγινε έξαλλη και άρχισε να κυνηγάει τον λαγό. Τον κυνηγούσε, τον κυνηγούσε, ώσπου ο λαγός μπήκε μέσα σε έναν κομμένο κορμό δέντρου. Μπήκε και η αλεπού για να τον πιάσει, αλλά σφήνωσε, μένοντας η μισή μέσα και η μισή έξω.
Μόλις ο λαγός κατάλαβε ότι η αλεπού είχε σφηνώσει βγήκε από τον κορμό και μόλις είδε την στάση της αλεπούς είπε:
- Εγώ δεν είχα καμία διάθεση, αλλά έχε χάρη που το υποσχέθηκα στα παιδιά σου.