if (!string.IsNullOrEmpty(Model.PrevPageFullUrl))
{
}
if (!string.IsNullOrEmpty(Model.NextPageFullUrl))
{
}
νέα ανέκδοτα - Page 11
Skip to main content
Την εποχή που στο λιμάνι του Πειραιά κυριαρχούσε η ατμόσφαιρα που γνωρίσαμε και στην ταινία "Τα κόκκινα φανάρια " συνέβη και το περιστατικό που περιγράφεται στο ανέκδοτο αυτό. Ήσαν δυο κοπέλες, η Φρίντα και η Σίλια, που σχεδόν συνεργάζονταν στην... Εξυπηρέτηση πελατών κάθε φορά που έφταναν πλοία στο λιμάνι μετά από πολύμηνη απουσία, με τα πληρώματά τους κουρασμένα και στερημένα από... τις ποικίλες ευχαριστήσεις που προσφέρει η ζωή. Ήσαν φίλες στην ουσία και δεν τις πείραζε ούτε το να δέχονται τον ίδιο πελάτη διαδοχικά. Έτυχε, λοιπόν, να έχουν και κάποιον έλληνα ναυτικό, μόνιμό τους πελάτη. Κάθε φορά που αυτός γύριζε από κάποιο μακρύ ταξίδι έτρεχε κοντά τους και περνούσε αρκετές ώρες πότε με τη μία και πότε με την άλλη. Μια φορά είχε λείψει γύρω στο χρόνο γιατί το καράβι που δούλευε είχε δέσει σε κάποιο λιμάνι της Β. Ευρώπης για επισκευή. Τις έπαιρνε τηλέφωνο, τους έλεγε ότι τις είχε επιθυμήσει, ότι τους ήταν... Πιστός, ότι επισκεπτόταν διάφορα μέρη για να σπρώχνει τον καιρό να περνά κι ότι περίμενε πώς και πώς την ώρα του γυρισμού. Ήλθε κάποτε κι αυτή η ώρα, τον υποδέχτηκαν αυτές όλο χαρά κι ακολούθησε ότι καθένας εύκολα φαντάζεται. Όπως ήσαν και τα δωμάτιά τους στο φτηνό ξενοδοχείο του λιμανιού δίπλα- δίπλα, έβγαινε από τη μια, έμπαινε στην άλλη. Ύστερα από δυο-τρεις μέρες οι κοπέλες πίνοντας καφέ, συζητούσαν τις εντυπώσεις τους.
- Πώς τον βρήκες; ρωτάει η Φρίντα τη Σίλια.
- Υπέροχο! Τί να σου λέω !Είχε ένα κέφι !Μια ορμητικότητα! Μια έξαψη! Πρωτοφανές το πάθος του... Εσύ πώς τον βρήκες;Κι εγώ το ίδιο θερμό κι ορεξάτο. Της απαντά η Φρίντα . Πες μου, όμως κάτι. Παρατήρησες τίποτε παράξενο πάνω του, αυτή τη φορά;
- Ναι, μωρέ, γεια σου! Θα το είδες κι εσύ φαίνεται για να ρωτάς. Είδα στο όργανό του επάνω κάποιο τατουάζ που έλεγε "νταμ "
- Όχου! Καημένη μου! Και μου τον παίνευες για ορμητικό και με πρωτοφανές πάθος! Σε πληροφορώ ότι κι εγώ το είδα το τατουάζ. Μόνο που όταν ήταν με μένα δεν έγραφε "... Νταμ " αλλά "Aμστερνταμ...!"-
Στο διάλειμμα του παγκοσμίου συνεδρίου Πλαστικών Χειρούργων, τρεις γιατροί, ένας Γάλλος ένας Αμερικανός και ένας Έλληνας συζητούν... αναφερόμενος στα επιτεύγματα της επιστήμης λέει λοιπόν ο Γάλλος:
- Κύριοι, τις προάλλες ήρθε στην κλινική μου ένας τύπος πολύ απελπισμένος, με μια μύτη τεράστια, μεγαλύτερη κι από του Πινόκιο και μου λέει γιατρέ σώσε με, δε μπορώ να βρω γυναίκα... Τον βάζω που λέτε κάτω και κόψε-ράψε, κόψε-ράψε του έφτιαξα μια μυτούλα γαλλική! Παίρνει αμέσως το λόγο ο Αμερικανός κι αρχίζει να περιγράφει τα δικά του κατορθώματα:
- Κι εμένα τον περασμένο μήνα ήρθε στο ιατρείο μου ένας τύπος παρά πολύ απελπισμένος. Είχε κάτι αυτιά σαν του ελέφαντα και μου λέει γιατρέ σώσε με, δε μπορώ να βρω γυναίκα. Τον βάζω που λέτε κάτω και κόψε-ράψε, κόψε-ράψε του έφτιαξα κάτι αυτάκια super, πολύ όμορφα!
Αφού όλοι υπερηφανευόταν για το τι μπορούν να καταφέρουν ήρθε και η σειρά του Έλληνα:
- Εμένα ρε παιδιά ήρθε ένας τύπος παρά μα παρά πολύ απελπισμένος. Είχε ένα πουλάκι μικροσκοπικό, έναν πόντο μόνο... και μου λέει γιατρέ σώσε με, δε μπορώ να βρω γυναίκα, θέλω να κάνεις τη ψ**ή μου να αγγίζει το πάτωμα. Τον βάζω κι εγώ που λέτε κάτω και κόψε-ράψε, κόψε-ράψε του έφτιαξα κάτι ποδαράκια τόσα, έναν πόντο το καθένα!
Αστόχησα γαμ*τo μου.
Ένας ναυτικός και ένας παπάς έπαιζαν μπάσκετ. Σε μια φάση εκεί που κάνει επίθεση ο ναυτικός και βαράει το σουτ, η μπάλα κάνει δύο γύρους στο στεφάνι αλλά τελικά δεν μπαίνει:
- Αστόχησα γαμ*τo μου, λέει ο ναυτικός.
- Μην βρίζεις, φίλε μου, γιατί ο Θεός θα σε τιμωρήσει, του λέει επικριτικά ο παπάς.
Μετά, όταν ξανακάνει επίθεση ο ναυτικός πάλι βαράει ένα σουτ και η μπάλα πάει στο ταμπλό και στο στεφάνι και πάλι δεν μπαίνει:
- Αστόχησα γαμ*τo μου, ξαναλέει ο ναυτικός.
- Μην βρίζεις, φίλε μου, γιατί ο Θεός θα σε τιμωρήσει, του υπενθυμίζει ο παπάς.
Την τρίτη φορά που γίνεται η ίδια φάση, πάει να βρίσει ο ναυτικός αλλά ξαφνικά πέφτει ένας κεραυνός από τον ουρανό και κάνει τον παπά στάχτη.
Και ενώ έχει μείνει ο ναυτικός με ανοιχτό το στόμα, ακούει από τον ουρανό τη φωνή του Θεού:
- Αστόχησα γαμ*τo μου!
Κάποια Kαλόγρια δεν αισθάνεται καλά και αποφασίζει να πάει στο γιατρό.
Αρνείται όμως να γδυθεί, γιατί ντρέπεται. Μετά από πολλές συζητήσεις, ο γιατρός την πείθει να γδυθεί πίσω από ένα παραβάν, ώςτε να μπορέσει να την εξετάσει, περνώντας τα χέρια του ανάμεσα από το ύφασμα του Παραβάν, χωρίς να τη βλέπει. Έτσι και έγινε.
Περνά τα χέρια του ο γιατρός ανάμεσα από το παραβάν, ψαχουλεύει το στήθος της και της λέει:
- Πέστε τριάντα.
Η καλόγρια λέει: τριάντα.
Κατεβάζει ο γιατρός τα χέρια του στην κοιλιά της, την ψαχουλεύει και της λέει:
- Πέστε εξήντα...
Η Kαλόγρια λέει: εξήντα.
Κατεβάζει ο γιατρός τα χέρια του ακόμα πιο κάτω, και ψαχουλεύει στο υπογάστριο. Λέει ο Γιατρός:
- Πέστε ενενήντα...
Και η Kαλόγρια αρχίζει:
- Ένα, δύο, τρία, τέσσερα...
Πολύ σκοτεινά είναι...
Γυρνά ο Τοτός:
- Μαμά, μαμά πήγαμε εκδρομή.
Η μαμά περίμενε τον γκόμενο, οπότε πιάνει τον Τοτό και τον χώνει στην ντουλάπα.
Έρχεται ο γκόμενος και αρχίζουν να κάνουν τα γνωστά, όταν ακούγεται η φωνή του μπαμπά του Τοτού:
- Γυναίκα, γύρισα!
Τι να κάνει η γυναίκα, πιάνει και κλείνει και τον γκόμενο στην ίδια ντουλάπα.
Λέει ο Τοτός στον γκόμενο:
- Πολύ σκοτάδι έχει εδώ.
- Το ξέρω, λέει ο γκόμενος.
- Έχω μία μπάλα ποδοσφαίρου και στην πουλάω 60 ευρώ.
- Σιγά μην αγοράσω την μπάλα σου για 60 ευρώ!
- Ο μπαμπάς μου είναι έξω, θες να τον φωνάξω;
- Όχι, θα την αγοράσω!
Δίνει 60 ευρώ στον Τοτό.
- Έχω και μία μπάλα μπάσκετ και την πουλώ 70 ευρώ.
- Καλά, καλά θα την αγοράσω και αυτήν.
Φεύγει ο πατέρας του Τοτού, βγαίνουν και οι δυο από την ντουλάπα.
Το απόγευμα λέει ο πατέρας του Τοτού στον Τοτό:
- Τοτό, πάμε να παίξουμε ποδόσφαιρο;
- Όχι, δεν έχω μπάλα.
- Καλά, πάμε να παίξουμε μπάσκετ.
- Δεν έχω ούτε μπάλα μπάσκετ!
- Καλά, την προηγούμενη βδομάδα δεν σου αγόρασα μπάλες; Τι τις έκανες;
- Τις πούλησα.
- Πόσο;
- 130 ευρώ!
- Τι λες παλιόπαιδο! Κάποια μπαγαποντιά σκάρωσες! Πάμε γρήγορα να εξομολογηθείς.
Πάει τον Τοτό στην εκκλησία, και τον κλείνει στο εξομολογητήριο.
- Πολύ σκοτεινά είναι εδώ μέσα, λέει ο Τοτός.
Και από δίπλα:
- Μην ξαναρχίζεις και εδώ τις ίδιες μαλακίες!
Δυο γηραιές κυρίες, που δεν μπορούν να δουν πέρα απ τη μύτη τους, είναι σ ένα αυτοκίνητο και πάνε βόλτα . Φτάνουν σε μια διασταύρωση, το φανάρι είναι κόκκινο, αλλά περνάνε χωρίς να σταματήσουν καθόλου. Η γρια που κάθεται στη θέση του συνοδηγού σκέφτεται:
- «Μου φαίνεται ότι τα χάνω. Είχα την εντύπωση ότι το φανάρι ήταν κόκκινο» Στην επόμενη διασταύρωση, πάλι κόκκινο το φανάρι, πάλι περνάνε χωρίς να σταματήσουνε, πάλι είχε τις αμφιβολίες της η γριά, που καθότανε στη θέση του συνοδηγού, αλλά δεν είπε ούτε αυτή τη φορά τίποτα. Όταν όμως περάσανε και το τρίτο φανάρι με κόκκινο, λέει στην άλλη γριά, που οδηγούσε:
- Αγλαΐα! Ξέρεις ότι περάσαμε τρία φανάρια, το ένα μετά το άλλο, με κόκκινο; Έτσι όπως πας θα μας σκοτώσεις! Και η Αγλαΐα:
- Πώς; Εγώ οδηγώ;