Ένας κυνηγός νυκτώθηκε στην ερημιά και όχι μόνο αυτό τον έπιασε και μια φοβερή καταιγίδα.
Μέσα στην ερημιά αυτή και στην φοβερή καταιγίδα αναζητούσε με αγωνία ένα μέρος να ξαποστάσει. Ύστερα από πολλές ώρες βλέπει κάπου μακριά ένα αμυδρό φως. Με πολλή ελπίδα πλησιάζει και βλέπει ότι το φως ήταν ένα καντήλι μέσα σε ένα πολύ μικρό καμαράκι- προσκυνητάρι. Με πολλή προφύλαξη πλησίασε και κοίταξε μέσα ,όπου είδε ότι ήταν ξαπλωμένες τσίμα- τσίμα τρεις καλόγριες. Κτυπά λοιπόν το τζάμι της μικρής πόρτας και σε λίγο του ανοίγει μια καλόγρια.
- Τι θέλετε ,ρωτάει.
- Τι ερώτηση είναι αυτή. δεν με βλέπεις Χριστιανή μου. Μούσκεμα είμαι και θέλω να μ΄πω να ξαποστάσω.
- Εδώ δεν μπορείς να μπεις γιατί είναι ένας μικρός οίκος του Θεού μόνο για μοναχές και εξ άλλου δεν έχουμε χώρο.
- Τι είναι αυτά που λες... Έτσι είπε Ο Χριστός , να αφήνουμε αυτούς που έχουν ανάγκη στην μοίρα τους.
Τα τελευταία του λόγια ανάγκασαν τις μοναχές να το ξανασυζητήσουν και τελικά αποφάσισαν να του επιτρέψουν να μπει μέσα στο καμαράκι.
Αυτός σε λίγο ζήτησε την άδεια να του επιτρέψουν να βγάλει τα βρεγμένα του ρούχα ,πράγμα που έγινε.
Έβγαλε λοιπόν τα ρούχα του και έμεινε μόνο με το εσώρουχο. Aρχισε όμως να τουρτουρίζει από το φοβερό κρύο. Οι μοναχές βλέποντάς τον να υποφέρει ,στριμώχτηκαν λίγο και έκαναν χώρο να ξαπλώσει δίπλα στην πρώτη μοναχή και σκεπαστεί.
Αυτός μόλις σκεπάστηκε και ζεστάθηκε λίγη άρχισε να πασπατεύει την πρώτη καλόγρια.
Οι μοναχές άρχισαν να προσποιούνται ότι ροχαλίζουν.
Οπότε η πρώτη που δεχόταν ήδη τα χάδια του κυνηγού ακούστηκε :
- Γκρρρ ... Γκρρρ... Γκρρρ... Αχ τι ωραία που είναι.
Οπότε αυτή που ήταν προς τον τοίχο ακούστηκε :
- Γκρρρ... Γκρρρ... Γκρρρ... Έλα και από εδώ...
Οπότε η μεσαία ακούστηκε:
- Γκρρρ... Γκρρρ... Γκρρρρ... Μη χαλάς την σειρά...
Τρείς εξερευνητές, ένας Γερμανός ένας Έλληνας και ένας Τούρκος, χαθήκανε στην αφρικάνικη ζούγκλα. Καθώς περιπλανιόντουσαν πέσανε πάνω σε μια άγρια φυλή της ζούγκλας και τους αιχμαλώτησαν.
Τους πήγανε στον φύλαρχο της φυλής, στον μοναδικό που γνώριζε λίγα σπαστά και μπορούσε να συνεννοηθεί.
Ρωτάει λοιπόν ο φύλαρχος πρώτα τον Γερμανό.
- Τέλει Τάνι-Τάνι ή να πετάνει;
Σκέφτεται λίγο ο Γερμανός.
- Καλύτερα Τάνι-Τάνι, λέει, παρά να πεθάνω.
- Αυτόν Τάνι-Τάνι, λέει ο φύλαρχος.
Τον πιάνουν 40 αραπάδες και αρχίζουν να τον πηδάνε με την σειρά.
Μετά ο φύλαρχος ρωτά τα ίδια και τον Τούρκο.
- Τέλει Τάνει-Τάνι ή να πετάνει;
- Τάνι-Τάνι, Τάνι-Τάνι απαντά ο Τούρκος.
Τον πηδάνε και αυτόν οι αραπάδες.
Έρχεται και η σειρά του Έλληνα.
- Τέλει Τάνει-Τάνει ή να πετάνει; ρωτάει ο φύλαρχος.
- Α! Εγώ ρε, είμαι Έλληνας. Δεν θα ντροπιάσω την φυλή μου και την χώρα μου. Καλύτερα να πεθάνω τιμημένα παρά να εξευτελιστώ. Να "πετάνει" λοιπόν.
Τότε ο φύλαρχος διατάζει τους 40 αραπάδες.
- Αυτόν Τάνι-Τάνι, μέχρι να πετάνει...
Επρόκειτο να έρθει σχολικός σύμβουλος για επιθεώρηση στην τάξη του Τοτού, και η ανήσυχη δασκάλα παίρνει παράμερα τον Τοτό, για το βρωμόστομά του:
- Τοτέ, αύριο που θα έρθει ο κ. Σύμβουλος, δεν θα σηκώσεις το χέρι σου και δε θα πείς τίποτα, εντάξει;
- Ναι, κυρία.
Και φτάνει η αποφράδα εκείνη μέρα. Η δασκάλα λέει στα παιδιά:
- Λοιπόν, είχατε μια έκθεση με θέμα το Χειμώνα... Ποιό παιδάκι θέλει να μου διαβάσει τι έγραψε;
Όλα τα παιδιά έσκυψαν το κεφάλι και μόνο ο Τοτός υπερήφανος σηκώνει το χέρι του. Η δασκάλα έκανε οτι δεν τον έβλεπε, αλλά ο σύμβουλος επεμβαίνει:
- Δεσποινίς, υπάρχει κάποιο παιδί που θέλει να μας διαβάσει την έκθεσή του. Πες μας, παιδί μου.
Οπότε, ξεκινάει το καμάρι μας:
- Πυκνό χιόνι έχει καλύψει όλη την πλάση, μέχρι και οι κλώνοι των δέντρων γέρνουν από το λευκό τους στόλισμα...
Η δασκάλα είχε ηρεμήσει πια και πίστευε οτι όλα θα πάνε καλά...
Στον πάγο όμως, συνεχίζει ο Τοτός, μια αγέλη λύκων γαμιέται!
Η δασκάλα με φρίκη κοιτάζει πρώτα τον σύμβουλο και μετά τον Τοτό και λέει:
- Τοτέ, δεν νομίζεις οτι είναι άβολο...
- Αβολο είναι, κυρία, γλιστράει, αλλά και πάλι γαμιούνται.
Είναι μία γυναίκα που ασχολείται με την εξειδεικευμένη ρομποτική που ο άνδρας την ήταν αστροναύτης και έλειπε από την γη πολλούς μήνες.
Λείπει λοιπόν ο άνδρας και φέρνει η γυναίκα στο σπίτι τον γκόμενο. Εκεί που πάει να γίνει η φάση χτυπάει το κουδούνι.
- Ποιός είναι; Περιμένεις κανέναν; ρωτάει ο γκόμενος.
- Ο άντρας μου! Πήγαινε στο έργαστήριο μου και κρύψου ανάμεσα στα γυμνά ρομπότ που φτιάχνω. Δεν θα σε προσέξει καν.
Ο γκόμενος ξαπλώνει σε έναν πάγκο με άλλα ρομποτ, και η γυναίκα ανοίγει την πόρτα.
- Γύρισες αντρούλη μου;
- Ναι, μωρό μου, πάμε στο δωμάτιο, κι έχω πολλές ορέξεις σήμερα.
- Καλά, περίμενε λίγο να κάνω ένα μπάνιο.
Όσο περιμένει και βαριέται ο άνδρας κοιτάζει μέσα στο εργαστήριο.
- Καλά, πολύ ρεαλιστικά είναι τα ρομπότ που φτιάχνεις τελευταία. Αυτό μάλιστα έχει και τρύπα, λέει βλέποντας τον γυμνό γκόμενο.
Από την πολλή όρεξη, ο άνδρας σκέφτεται να το βάλει στο ρομπότ. Προσπαθεί, σφίγγεται ο άλλος, δεν μπαίνει.
Ξανά, ξανα σφίγγεται ο γκόμενος, πάλι δεν μπαίνει.
- Α! Τώρα πάω στην αποθήκη, να φέρω το τρυπάνι!
Φέρνει το τρυπάνι, και όπως πάει να το βάλει στον γκόμενο ακουγεται μία μεταλλική φωνή:
"Μη αποδεκτό αντικείμενο. Επαναλαμβάνω. Μη αποδεκτό αντικείμενο. Ξαναδοκιμάστε με τον π... Ο."