Πεθαίνουν δυο άνθρωποι ο ένας από συγκοπή ο άλλος από πνευμονία. Συναντιούνται στον παράδεισο και λέει ο δεύτερος στον πρώτο:
- Πώς πέθανες;
- Από συγκοπή. Εσύ πως πέθανες;
- Από πνευμονία. Πώς την έπαθες τη συγκοπή;
- Ήμουν στο γραφείο και με παίρνει ένας άγνωστος τηλέφωνο και μου λέει: η γυναίκα σου σε κερατώνει. Παρατάω τη δουλειά, παίρνω το αμάξι και πηγαίνω στο σπίτι. Μπαίνω στην κρεβατοκάμαρα... Τίποτα. Στο μπάνιο τίποτα. Στο πατάρι τίποτα. Στο γκαράζ τίποτα και στη κουζίνα τίποτα και από τη χαρά μου έπαθα συγκοπή..!
- Πάρ'τα βλάκα. Αν άνοιγες το ψυγείο τώρα θα ζούσαμε και οι δύο..
Ένα ζευγάρι φοιτητών, με 1.000 ευρώ στην τσέπη τους και σε περίοδο εξετάσεων πήγαν κάπου να περάσουν καλά και να διαβάζουν.
Βρίσκουν ένα ξενοδοχείο και πιάνουν ένα δωμάτιο, πιστεύοντας ότι με τα 1.000 ευρώ για πέντε μέρες οτι θα περνούσαν καλά. Τελειώνουν οι μέρες και πάει το αγόρι να πληρώσει και ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος:
- Τι οφείλουμε κύριε;
- 1.200 ευρώ, απαντάει ο υπάλληλος.
- Τι λέτε κύριε, γιατί τόσα;
- Γιατί το ξενοδοχείο είναι με πισίνα.
- Μα εμείς δεν πήγαμε στην πισίνα.
- Ας πηγαίνατε, η πισίνα εδώ ήταν και έχει και τέννις.
- Μα εμείς δεν παίξαμε.
- Έχει και disco.
- Μα δεν πήγαμε ούτε στην disco.
- Ας πηγαίνατε, εδώ ήταν όλα.
- Ωραία, λέει το αγόρι, πάρε τα 1.000 ευρώ.
- Και άλλα διακόσια, λέει ο υπάλληλος.
- 200 ευρώ είναι που πήγες εσύ με την κοπέλα μου!
- Τι λέτε κύριε, εγώ δεν πήγα..!
- Ας πηγαίνατε, η κοπέλα μου στο δωμάτιο που μας δώσατε ήταν...!
΄Ενα ζευγάρι τσακώθηκε κάποιο πρωί...
- Ούτε και εσύ είσαι τόσο καλή στο κρεβάτι, της φώναξε εκείνος και έφυγε απότομα για τη δουλειά του.
Το μεσημέρι, αποφάσισε να επανορθώσει και τηλεφώνησε σπίτι του. Μετά από πολλά χτυπήματα, η γυναίκα του σήκωσε το τηλέφωνο..
- Γιατί άργησες τόσο πολύ να απαντήσεις; τη ρωτάει εκείνος.
- ΄Ημουν στο κρεβάτι, λέει εκείνη.
- Τι κάνεις τόσο αργά στο κρεβάτι;
- Παίρνω μια δεύτερη γνώμη για εκείνο που μου είπες το πρωί...
Ένας καλοντυμένος κύριος διασκεδάζει σε ένα μπαρ και στο τέλος της βραδιάς φεύγει παρέα με μια κοπέλα με την οποία έχει συμφωνήσει να κοιμηθούν μαζί για 100 δολάρια.
Αφού περνούν ένα ωραίο βράδυ, πριν χωρίσουν το πρωϊ, ο κύριος λέει στην κοπέλα πως θα της στείλει τα χρήματα με την γραμματέα του. Σκεφτόμενος όμως ο κύριος κατά τη διάρκεια της ημέρας καταλαβαίνει πως ήταν πολλά τα λεφτά για μια ερωτική βραδιά. Γράφει λοιπόν ένα γράμμα στην κοπέλα ,το βάζει σε ένα φάκελο με 50 δολάρια, γράφει απέξω "Ενοίκιο" και της το στέλνει με τη γραμματέα του.
Όταν παίρνει το γράμμα η κοπέλα διαβάζει τα εξής:
Αγαπητή δεσποινίς,
Όπως βλέπετε σας αποστέλλω το ήμισσυ του συμφωνηθέντος ποσού για το ενοίκιο της γκαρσονιέρας και αυτό σας το δικαιολογώ αμέσως:
1. Καταρχήν, μου υποσχεθήκατε πως το δωμάτιο είχε καλή θέρμανση αλλά προσωπικά το βρήκα αρκετά κρύο.
2. Πιστεύω πως με ξεγελάσατε όταν μου είπατε πως ήμουν ο πρώτος ένοικος.
3. Μου είχατε πει πως ήταν μικρούλι και συμπαθητικό για να με κάνει να νιώσω ωραία αλλά εγώ βρήκα έναν αχανή χώρο.
Το άλλο πρωϊ φτάνει στο γραφείο του κυρίου ένα γράμμα που περιέχει 50 δολάρια και αναφέρει τα εξής:
Αγαπητέ κύριε,
Σας επιστρέφω τα χρήματα του ενοικίου αλλά όσον αφορά τις παρατηρήσεις σας έχω να κάνω τις εξής παρατηρήσεις:
1. Η θέρμανση υπάρχει και είναι πολύ δυνατή αρκεί να ξέρετε πως να την ανάψετε.
2. Θα έπρεπε να έχετε καταλάβει πως ένα τόσο καλά διατηρημένο δωμάτιο δεν είναι δυνατόν να παραμένει ακατοίκητο.
3. Και τέλος, το δωμάτιο δεν θα σας φαινόταν τόσο μεγάλο αν είχατε την κατάλληλη επίπλωση για να τοποθετήσετε στο εσωτερικό του..!
Το σπίτι του χωρικού επισκέπτονται διάφοροι καθημερινά, που ενδιαφέρονται για την αγορά της αγελάδας. Την παρατηρούν, την χαϊδεύουν, την αγκαλιάζουν με το ένα χέρι και με το άλλο χέρι πιάνουν τα μαστάρια (βυζιά) της. Ο μικρός προσέχει τις κινήσεις των ξένων και ρωτά τον πατέρα του:
- Γιατί μπαμπά όλοι αυτοί χαϊδεύουν, αγκαλιάζουν και πιάνουν τα μαστάρια της αγελάδας μας;
- Διότι παιδί μου την αγελάδα θα την πουλήσω και κατ` αυτόν τον τρόπο εκτιμούν την αξία της.
Ο τετραπέρατος μικρός κατάλαβε αμέσως τι συμβαίνει και αρκετά στεναχωρημένος βρίσκει παρηγοριά στην αγκαλιά της μαμάς του.
Λίγες ημέρες αργότερα, επιστρέφοντας ο μικρός από το νηπιαγωγείο, βλέπει τη μαμά αγκαλιασμένη με τον γείτονα και να της χαϊδεύει τα βυζιά. Βάζει τα κλάμματα και με το που επιστρέφει ο μπαμπάς από τη δουλειά με ύφος αυστηρό του λέει:
- Μπαμπά την αγελάδα την πούλησες, αλλά τη μαμά δεν θέλω να την πουλήσεις...
Μια γυναίκα πάει στο γιατρό να πάρει τα αποτελέσματα των εξετάσεων του άρρωστου άνδρα της.
- Τι έχει γιατρέ μου; τον ρωτάει.
- Κοιτάξτε κυρία μου, η κατάστασή του είναι πολύ σοβαρή. Χρειάζεται ηρεμία και πολλή περιποίηση.
- Τι περιποίηση;
- Να, κάθε μέρα θα ξυπνάτε πιο νωρίς απο αυτόν και θα του φτιάχνετε ένα πλούσιο και υγιεινό πρωινό. Για μεσημεριανό θα του μαγειρεύετε ένα ισορροπημένο γεύμα και θα του το πηγαίνετε ζεστό-ζεστό στο γραφείο του. Το βράδυ πάλι θα του ετοιμάζετε κάτι ελαφρύ με μια φρέσκια φρουτοσαλάτα από 5 ειδών φρούτα. Το σημαντικό είναι να είστε πάντα ήρεμη μαζί του και να μην του γκρινιάζετε καθόλου. Αν τα κάνετε όλα αυτά για ένα εξάμηνο ο άνδρας σας θα γίνει καλά.
Γυρνάει σπίτι η γυναίκα και την ρωτάει ο άνδρας της:
- Λοιπόν, τί σου είπε ο γιατρός;
Κουνάει το κεφάλι η γυναίκα και λέει με περίλυπο ύφος:
- Είπε ότι θα πεθάνεις!
- Το 1987, πήγε ο τότε πρωθυπουργός Α. Παπανδρέου να εγκαινιάσει μια νέα πτέρυγα στα διυλιστήρια της ESSO PAPPAS στην Θεσσαλονίκη.
- Με την είσοδο του ήταν παρατεταγμένοι όλοι οι επίσημοι. Υπουργοί, Νομάρχες, Στρατηγοί κτλ. Αφού τους χαιρέτισε όλους ρωτάει.
- O Μπιτζίδης που είναι ρε παιδιά; -Aφωνος ο διευθυντής της ESSO, διότι ο Μπιτζίδης ήταν ο τελευταίος μουντζούρης εργάτης, στέλνει να τον ειδοποιήσουν να έρθει. Πράγματι ανεβαίνει επάνω ο Μπιτζίδης και μόλις βλέπει τον Παπανδρέου τρέχει και αγκαλιάζονται με συγκίνηση. Αντρέα μου ο Μπιτζίδης, Γιώργο μου ο Παπανδρέου, δάκρυσαν. Το 1991 πηγαίνει ο Μητσοτάκης να εγκαινιάσει την ίδια πτέρυγα.! -Πάλι τα ίδια . Όλοι οι επίσημοι στην σειρά.
- Που είναι ο Μπιτζίδης ρε παιδιά, λέει ο Μητσοτάκης, πάλι κόκαλο ο διευθυντής, φωνάζει πάλι τον Μπιτζίδη. Η ίδιες σκηνές μόλις ανεβαίνει επάνω. Αγκαλιές, συγκίνηση, Γιώργο μου, Κώστα μου. Όταν τελείωσε η εκδήλωση, ο διευθυντής φωνάζει τον Μπιτζίδη στο γραφείο του.
- Έλα δω ρε Μπιτζίδη, τι γνωριμίες είναι αυτές;- Αυτές δεν είναι τίποτα κύριε διευθυντά, λέει ο Μπιτζίδης, στην Ευρώπη να δείτε τι γνωριμίες έχω.
- Θαχει πλάκα να ξέρεις και τον πάπα.-Αλλοιμονο, τον παπα δεν ξέρω ;-Ρε μπαγάσα, θα κάνω τα έξοδα να πάμε μαζί στο Βατικανό να δω αν λες αλήθεια, λέει ο διευθυντής. Πράγματι, ξεκινάνε και φτάνουν στο Βατικανό, εκείνη την ώρα ο πάπας ήταν σε ένα μπαλκόνι και διάβαζε κάτι, ενώ κάτω στην πλατεία ήταν χιλιάδες πιστών.
- Κύριε διευθυντά, ανεβαίνω επάνω να χαιρετήσω τον παπα και έρχομαι σε λίγο λέει ο Μπιτζίδης. Πράγματι ανεβαίνει επάνω, πάει από πίσω από τον παπα, τον χτυπάει πίσω στην πλάτη, γυρίζει ο πάπας και μόλις τον βλέπει, παρατάει τα πάντα και πάλι τα ίδια . Αγκαλιές, φιλιά, Γιώργο μου, παπα μου. Αφού τα είπαν λίγο στο μπαλκόνι, ο Μπιτζίδης χαιρέτισε τον παπα και κατέβηκε κάτω, στον διευθυντή του. Αλλά τι να δει. Ο διευθυντής του αναίσθητος κάτω και από πάνω να του κάνουν αέρα και μαλάξεις. Όταν συνήλθε, τον ρωτάει ο Μπιτζίδης, - τι πάθατε κύριε διευθυντά.
- Τι να πάθω ρε Μπιτζίδη του λέει, όταν αγκαλιαζόσουν και φιλιόσουν με τον παπα, ήρθε ένας Φιλανδός και με ρώτησε.
- Αυτός που αγκαλιάζεται με τον Μπιτζίδη, ποιος είναι;!
Τρεις μαθητές απολογούνται για αταξίες στο διευθυντή.
- Τι έκανες εσύ,παιδί μου;ρωτάει τον πρώτο.
- Τίποτα κύριε, πήρα το βιβλίο του διπλανού μου και...
- Τρεις μέρες αποβολή! Εσύ παιδί μου τι έκανες;
- Τίποτα κύριε, είχα στην τσέπη μου ένα σκονάκι, αλλά δεν...
- Τέσσερις μέρες αποβολή! Εσύ τι έκανες;
- Εγώ κύριε, λέει ο Μπόμπος πέταξα το σφουγγαράκι από το παράθυρο.
- Ε, καλά, δεν είναι και τόσο σπουδαίο. Πήγαινε τώρα και να μην το ξανακάνεις!
Μετά από λίγες μέρες στέλνουν πάλι στο διευθυντή κάποιους ταραξίες. Ίδιο σκηνικό, μοιράζει ο διευθυντής αποβολές, φτάνει πάλι στο Μπόμπο.
- Εσύ παιδί μου έχεις ξανάρθει εδώ;
- Ναι κύριε, είμαι αυτός ου είχε πετάξει το σφουγγαράκι από το παραθυρο.
- Και τώρα γιατί είσαι πάλι εδώ;
- Ξαναπέταξα το σφουγγαράκι από το παράθυρο.
- Καλά, φύγε και να μην το ξανακάνεις.
Την ώρα που πάει να βγει ο Μπόμπος ορμάει στο γραφείο του διευθυντή ένας πατέρας έξαλλος φωνάζοντας.
- Τι συμβαίνει κύριε; Ποιος είστε;
- Ποιος είμαι; Ο πατέρας του Σφουγγαράκη είμαι!