Μια μεγάλη κινηματογραφική εταιρεία στην Αμερική έχει ολοκληρώσει μετά από δύο χρόνια σκληρής δουλειάς τα γυρίσματα μιας ταινίας γουέστερν .
Κατά τη διάρκεια του μοντάζ ο σκηνοθέτης ανακαλύπτει ότι τους λείπει μία σκηνή με ένα μεξικάνο που κοιμάται και κάποια στιγμή θα πρέπει να ξυπνήσει για να παρακολουθήσει δύο καβαλάρηδες που θα περνούν από μπροστά του . Πηγαίνει λοιπόν στο Μεξικό και αρχίζει το ψάξιμο . Μετά από τρεις ημέρες φθάνει έξω από ένα μπαρ όπου βλέπει ένα Μεξικάνο με κατεβασμένο το σομπρέρο να κοιμάται του καλού καιρού . Ενθουσιασμένος που τον βρήκε του λέει : Ε φίλε . Αφού περνούν είκοσι λεπτά ο Μεξικάνος σηκώνει το σομπρέρο του και ρωτάει αγουροξυπνημένος :Τι θέλεις ; Ο σκηνοθέτης τον ρωτάει : θέλεις να γίνεις ηθοποιός ; Περνάει μισή ώρα ο Μεξικάνος σηκώνει πάλι το σομπρέρο του και ρωτάει : Πόσα δίνεις ; Χίλια δολάρια του απαντάει ο άλλος . Περνούν τρία τέταρτα σηκώνει πάλι το σομπρέρο και ρωτάει : Τι θα κάνω ; Λέει λοιπόν ο σκηνοθέτης : Να θα κοιμάσαι όπως κοιμάσαι τώρα και ξαφνικά θα ακούσεις κάποιους πυροβολισμούς , θα σηκώσεις το σομπρέρο σου και θα παρακολουθήσεις τους δύο καβαλάρηδες όση ώρα θα περνούν από μπροστά σου και μετά θα ξανακοιμηθείς . Όλο αυτό δεν θα σου πάρει πάνω από είκοσι δευτερόλεπτα . Οπότε ο Μεξικάνος γυρνάει και του λέει : τι λες ρε φίλε εσύ δεν θέλεις ηθοποιό , κασκαντέρ ζητάς.
Πάει ένας κουτσός στο γραφείο των παραολυμπιακών αγώνων και λέει:
- Θα ήθελα να γραφτώ για τους αγώνες τρεξίματος.
- Χωρίς παρεξήγηση κύριε, λέει ο γραμματέας, αλλά πως θα τρέχετε αφού είστε κουτσός;
- Α, λέει ο κουτσός, μην ανησυχείτε. Έχω προπονηθεί πάρα πολύ, και τρέχω με τα χέρια.
- Εντάξει, λέει ο γραμματέας, για να το λέτε...
Την επόμενη μέρα πάει ένας κουλός και λέει:
- Θέλω να γραφτώ για τους αγώνες ακοντίου.
- Μα κύριε, πως θα πιάσετε το ακόντιο;
- Έχω εξασκηθεί πάρα πολύ, και το ρίχνω με το στόμα.
- Καλά, θα σας γράψω.
Την επόμενη πάει ένας τύπος που δεν έχει χέρια και πόδια, και ζητά να γραφτεί στους αγώνες κολύμβησης.
- Καλά, και πως θα κολυμπήσετε; ρωτάει ο γραμματέας.
- Ξέρω τι σας λέω, εγώ κολυμπάω με τα αυτιά.
- Αφού το λέτε εσείς...
Αρχίζουν οι παροολυμπιακοί και αποφασίζει ο γραμματέας να παρακολουθήσει τους αγώνες των τριών αθλητών.
Πάει στον πρώτο αθλητή, και τον βλέπει να βγαίνει δεύτερος! Φιλιά, αγκαλιές, ρεπόρτερ...
Πάει στον δεύτερο, χρυσό μετάλλιο, φωνές, κακό, τον αγκαλιάζουν όλοι...
Πάει και στον τρίτο. Ακούγεται το σημάδι έναρξης, βουτάει ο αθλητής στο νερό, και αντί να κολυμπήσει αρχίζει να βουλιάζει στον πάτο σαν βαρίδι. Τρέχουν τον βγάζουν, αστράφτουν τα φλας και τον ρωτάνε οι ρεπόρτερ:
- Μα καλά, γιατί δεν κολύμπησες;
Και απαντάει:
- Ποιος μαλάκας μου έβαλε το σκουφί;
Δύο φίλοι συναντιούνται στον παράδεισο.
- Καλά ρε Γιάννη πως πέθανες ρωτάει ο ένας:
- Aστα Μήτσο μου . Γύρισα μετά από μια δύσκολη μέρα στη δουλειά και βρίσκω τη γυναίκα μου στο κρεβάτι ολόγυμνη .
Αμέσως κατάλαβα πως ο εραστής της βρισκόταν κάπου μέσα στο σπίτι . Aρχισα να ψάχνω παντού .
Έψαξα στο μπάνιο κάτω από το κρεβάτι μέσα στη ντουλάπα στην κουζίνα κάτω από τις σκάλες ...
- Δεν τον βρήκα πουθενά και τελικά έπαθα ανακοπή και έμεινα στον τόπο.
Εσύ όμως πως πέθανες ;
- Εγώ πέθανα από πνευμονία . Γιατί αν την ώρα που έψαχνες στην κουζίνα άνοιγες και το ψυγείο θα την είχαμε γλιτώσει και οι δυο μας.
O Kωστίκας και ο Γιωρίκας έψαχναν να βρουν δουλειά. Tους στέλνει λοιπόν ο ξάδερφός τους σε μια επιχείρηση να περάσουν μια συνέντευξη. Eκεί τους είπαν να δουν τον προϊστάμενο και αν αυτός τους έκρινε κατάλληλους δεν θα είχαν κανένα πρόβλημα.
O υπεύθυνος τους είπε ότι θα πρέπει να κάνουν ένα μικρό τεστ και δέχτηκαν με χαρά. Mπήκε πρώτος ο Kωστίκας. O προϊστάμενος του λέει:
- Θα σου κάνω 3 ερωτήσεις και αν απαντήσεις σωστά θα πάρεις την δουλεία.
Oι 2 πρώτες ερωτήσεις πέρασαν χωρίς πρόβλημα. H τρίτη ήταν όμως διαφορετική. Λέει ο προϊστάμενος:
- Ποιός ήταν ο πατέρας του Mέγα Aλέξανδρου;
O Kωστίκας σκέφτεται, ξανασκέφτεται… τίποτα. Λέει:
- Tο ξέρω αλλά δεν το θυμάμαι τώρα… Eντάξει απέτυχα, ποιός ήταν;
- O Φίλιππος του απαντάει ο άλλος.
Bγαίνει λοιπόν στεναχωρημένος ο Kωστίκας και λέει στο Γιωρίκα:
- Λοιπόν αν σου κάνει την ίδια ερώτηση να ξέρεις τι θα του πεις.
Φοβήθηκε ο Γιωρίκας μήπως δεν το θυμηθεί και πιάνει και γράφει σε ένα χαρτάκι το όνομα «Φίλιππος» και το καρφιτσώνει στο δεξί εσωτερικό μέρος του σακακιού του.
Mπαίνει μέσα. Tου κάνουν τις 2 πρώτες ερωτήσεις. Kανένα πρόβλημα. Έρχεται η τρίτη ερώτηση:
- Ποιός ήταν ο πατέρας του Mέγα Aλέξανδρου;
Aπό μέσα του ο Γιωρίκας πετούσε από χαρά. Έκανε πως σκέφτεται, σηκώνεται με αυτοπεποίθηση και με γρήγορο τρόπο διαβάζει τι γράφει μέσα στο αριστερό μέρος του σακακιού του (αντί του δεξιού):
- O κλαουδάτος!
Αργοπίνοντας το ποτό της, η ελεύθερη από τις τρεις φίλες λέει:
- Την περασμένη Παρασκευή, μετά τη δουλειά, πήγα στο γραφείο του φίλου μου που δούλευε ως αργά, φορώντας μόνο ένα δερμάτινο πανωφόρι. Πριν χτυπήσω την πόρτα, έβαλα μια μάσκα, άφησα το πανωφόρι να γλιστρήσει από πάνω μου, και έμεινα με ένα δερμάτινο κορσάζ, κάλτσες μαύρες νάιλον και ψηλά τακούνια. Ο φίλος μου ερεθίστηκε τόσο που κάναμε παθιασμένο έρωτα πάνω στο γραφείο του.
Η αρραβωνιασμένη αφήνει ένα νευρικό γελάκι και λέει:
- Περίπου τα ίδια είχα κι εγώ! Όταν ο αρραβωνιαστικός μου ήρθε την Παρασκευή, με βρήκε να φοράω μια μαύρη μάσκα, δερμάτινο κορσάζ, μαύρες νάιλον κάλτσες και ψηλοτάκουνες γόβες. Ερεθίστηκε τόσο, που κάναμε έρωτα όλη τη νύχτα, και τώρα θέλει να επισπεύσουμε την ημερομηνία του γάμου.
Η παντρεμένη αφήνει αργά το ποτήρι της στο μπαρ και λέει:
- Εγώ το σχεδίασα πολύ καλά. Αφησα τα παιδιά στη μητέρα μου, έκανα ένα αρωματισμένο μπάνιο, έβαλα ένα σφιχτό δερμάτινο κορσάζ, ζαρτιέρες και μαύρες νάιλον κάλτσες και δωδεκάποντες γόβες. Τελείωσα την προετοιμασία μου με μια μαύρη μάσκα. Όταν ο άντρας μου επέστρεψε από τη δουλειά του, πήγε στο ψυγείο και πήρε μια μπύρα, πήρε το τηλεκοντρόλ, με κοίταξε, κάθισε στον καναπέ και είπε:
- Δεν μου λες, Μπάτμαν, τι έχει να φάμε για βράδυ;
Μια γριά πάει στην Εμπορική Τράπεζα και λέει ότι θέλει να δει τον πρόεδρο.
Τη ρωτάει ο ταμίας γιατί και λέει ότι θέλει να κάνει μια μεγάλη κατάθεση και θα την κάνει μόνο στον πρόεδρο. Με τα πολλά, μετά από καμιά ώρα την πάνε στο γραφείο του προέδρου. Μετά τα τυπικά τη ρωτάει ο πρόεδρος γιατί επέμενε να δει τον ίδιο και λέει ότι θέλει να κάνει μια μεγάλη κατάθεση.
- Τι ποσό; ρωτάει ο πρόεδρος.
- 300.000 Ευρώ, απαντάει η γριά.
- Μπορώ να ρωτήσω πώς το μαζέψατε αυτό το ποσό, ρωτάει ο πρόεδρος.
- Από σίγουρα στοιχήματα, του λέει εκείνη.
- Δηλαδή;
- Για παράδειγμα, του λέει, βάζω στοίχημα 20.000 Ευρώ ότι τα αρχ... σου είναι τετράγωνα. Και για να είναι έγκυρο το στοίχημα θα έρθω αύριο στις 10 ακριβώς με το δικηγόρο μου να το επικυρώσει.
- Εντάξει, της λέει εκείνος.
Το βράδυ που πάει σπίτι ο πρόεδρος κοιτάζει στον καθρέφτη τα αρχ... του, τα εξετάζει για να σιγουρευτεί και είναι κανονικά, όλα εντάξει.
Το επόμενο πρωί στις 10 ακριβώς ήρθε η γριά με το δικηγόρο της.
- Μπορείτε να κατεβάσετε το παντελόνι να τα εξετάσουμε; του ζητάει η γριά.
- Βεβαίως, λεέι εκείνος και το κατεβάζει.
- Μπορώ να τα πιάσω να εξακριβώσω το σχήμα τους; ρωτάει εκείνη.
- Βεβαίως, της λέει.
- Πράγματι, λέει τότε, δεν είναι τετράγωνα. Σας χρωστάω 20.000 Ευρώ.
Εκείνη τη στιγμή ο πρόεδρος βλέπει το δικηγόρο να χτυπιέται και ρωτάει τη γριά γιατί.
Και τότε η γριά του λέει:
- Είχα βάλει μαζί του στοίχημα 100.000 Ευρώ ότι στις 10 σήμερα το πρωί θα έπιανα τα αρχ... του προέδρου της Εμπορικής Τράπεζας.