Δημοφιλή ανέκδοτα

Ήταν 4 φίλοι, που πήγαιναν για κυνήγι, για πολλά χρόνια.
Φέτος, δύο μέρες πριν αναχωρήσουν, η γυναίκα του ενός, του Γιάννη, πατάει πόδι και του λέει ότι:
"Δεν θα πάς!"
Οι άλλοι τρεις θύμωσαν, απογοητεύτηκαν, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν και τίποτα.
Σε δύο μέρες, που έφθασαν στον προορισμό τους, βλέπουν τον Γιάννη (!) να έχει στήσει σκηνή, είχε μαζέψει ξύλα και ανάψει φωτιά, και είχε έτοιμο και το φαγητό !
- Καλά ρε φίλε, του λέει ο Κώστας, πόση ώρα είσαι εδώ?
- Για να σας πω την αλήθεια, λέει ο Γιάννης, ήρθα χθες το βραδάκι.
- Και πως έγινε αυτό; του λένε.
- Να, χθες το απογευματάκι, καθόμουν στην πολυθρόνα και έβλεπα τηλεόραση, όταν ήρθε η γυναίκα μου από πίσω, μου κάλυψε τα μάτια με τα χέρια της και με ρώτησε:
- "Μάντεψε, ποιος είναι;"
Της τράβηξα τα χέρια και φορούσε ένα ολοκαίνουριο σέξι νεγκλιζέ!. Με τράβηξε στο υπνοδωμάτιο, το οποίο είχε στολίσει με ροδοπέταλα και είχε ανάψει κεριά! Στο κρεβάτι, είχε χειροπέδες και σχοινιά. Μου είπε να την δέσω στο κρεβάτι, και όταν το έκανα μου είπε:
- Κάνε ότι γουστάρεις!
Να ‘μαι κι εγώ εδώ! Ήρθα!
Γιατί απέλυσα τη γραμματέα μου!
Προσέξτε μην σας συμβεί...
Πριν από δύο εβδομάδες ήταν τα 45α γενέθλια μου και δεν αισθανόμουν ιδιαίτερα καλά γι αυτό. Κατέβηκα να πάρω το πρωινό μου ξέροντας
Ότι η γυναίκα μου θα μου έφτιαχνε το κέφι με τις ευχές της και ίσως και με κάποιο δώρο.
Όχι μόνο δεν μου ευχήθηκε, δεν είπε ούτε "καλημέρα"! "Καλά να πάθεις, που θελες και παντρειές", σκέφτηκα. Παρηγορήθηκα όμως γιατί φανταζόμουνα ότι τα παιδιά θα το θυμόντουσαν. Τα παιδιά όμως κατέβηκαν για πρωινό και δεν είπαν λέξη.
Όταν έφτασα στο γραφείο, ήμουν τελείως πεσμένος και απογοητευμένος.
Καθώς έμπαινα, η γραμματέας μου η Τζάνετ μου είπε, "Καλημέρα κύριε διευθυντά, Ευτυχισμένα Γενέθλια." Αισθάνθηκα καλύτερα, κάποιος τουλάχιστον με θυμήθηκε. Δούλεψα μέχρι το μεσημέρι. Κάποια στιγμή, η Τζάνετ μου χτύπησε την πόρτα και είπε, "Ξέρετε, Έξω έχει υπέροχο καιρό και μια και είναι τα γενέθλια σας, τι θα λέγατε να πηγαίναμε για γεύμα οι δυο μας;"
"Αυτό είναι η καλύτερη ιδέα που άκουσα σήμερα. Πάμε". Πήγαμε για φαγητό. Δεν πήγαμε εκεί που τρώγαμε συνήθως αλλά σε ένα μικρό απομονωμένο μέρος στην εξοχή. Πήραμε δύο μαρτίνι και απολαύσαμε φοβερά το γεύμα μας. Κατά την επιστροφή μου είπε, "Μια τόσο όμορφη μέρα δεν χρειάζεται να επιστρέψουμε στο γραφείο, έτσι;"
"Υποθέτω πως όχι" απάντησα εγώ. "Πάμε στο διαμέρισμά μου", μου είπε εκείνη. Φτάνοντας στο διαμέρισμα μου είπε, "Κύριε διευθυντά, αν δεν σας πειράζει, θα πάω στο υπνοδωμάτιο να βάλω κάτι πιο άνετο."
"Βεβαίως", απάντησα ενθουσιασμένος.
Πήγε στο δωμάτιο και, μετά από κανένα πεντάλεπτο, βγήκε κρατώντας μια τούρτα γενεθλίων, ακολουθούμενη από τη γυναίκα μου, τα παιδιά, και ντουζίνες ολόκληρες από οικογενειακούς φίλους. Όλοι τραγουδούσαν το τραγουδάκι των γενεθλίων... και εγώ καθόμουν εκεί, στον καναπέ... θεόγυμνος.
Τί δεν θες να ακούσεις σε μία εγχείρηση;
Πραγματα που δεν θεσ να ακουσεισ σε μια εγχειρηση
** Καλύτερα να το φυλάξουμε αυτό. Θα χρειαστεί για την νεκροψία.
** Δέξου αυτή την προσφορά, Ω Μεγάλε Αρχοντα του Σκότους!
** Έϊ, φέρτο πίσω αυτό παλιόσκυλο!
** Για μισό λεπτό... Αν αυτό δεν είναι η σπλήνα του, τότε ΤΙ είναι;
** Δώσε μου αυτό το ... ε... το... πώς το λένε...
** Ουπς! Αλήθεια, έχει επιζήσει κανένας με 500ml από αυτό εδώ το πράγμα;
** Όλοι ακίνητοι! Έχασα τους φακούς επαφής μου!
** Λοιπόν παιδιά, αυτό θα είναι μια μεγάλη εμπειρία για όλους μας.
** ΠΡΟΣΕΧΕ! Ε, δεν πειράζει, το πάτωμα είναι καθαρό, δεν είναι;
** Τι εννοείς ότι δεν μπήκε στο χειρουργείο για αλλαγή φύλου...;
** Μην ανησυχείς. Νομίζω ότι αυτό είναι αρκετά κοφτερό.
** Στο κινητό:
"Τι εννοείς Θέλω διαζύγιο;"
** ΦΩΤΙΑ! ΦΩΤΙΑ! Όλοι έξω!
** Ρε παιδιά, λείπει μια σελίδα από τις οδηγίες χρήσης!
** Πω, πω, αηδία!
** ΤΙ ΛΕΣ ΤΩΡΑ! ΤΙ ΛΕΣ ΤΩΩΩΡΑΑΑΑ! Έδωσε πέναλτι ο καραγκιόζης!
** Πρόσεχε ρε με το τσιγάρο! Σου πέφτουν μέσα οι στάχτες!
** Είδε κανείς τη βελόνα;
** Κύριοι, αυτό που έγινε ας μείνει μεταξύ μας!
** Πιάσε μου άλλη μια μπύρα..
** Κράτα του λίγο την αρτηρία κλειστή, πάω για κατούρημα!
** Όχι ρε γαμώτο, κάηκε η λάμπα!
** Πω, πω κώλο, η τύπισσα!
** Τι εννοείς πως δεν έχουμε άλλη κλωστή;
** Δεν πειράζει, άστο έτσι, δε θα φαίνεται!
** Τώρα σε ποιο από όλα τα μπολ έβαλα την καρδιά του;
** Δε μπορώ να βλέπω, θα λιποθυμήσω!
** Ρε, είστε σίγουροι ότι πρέπει να το κάνουμε έτσι;
Δύο κρουπιέρηδες κάθονται βαριεστημένα στη μπαρμπουτιέρα του καζίνο.
Ξαφνικά εισβάλλει μια ιδιαίτερα ελκυστική ξανθιά και ποντάρει 20.000 δολάρια σε μια ζαριά λέγοντας:
- Ελπίζω να μη σας πειράζει, αλλά αισθάνομαι πολύ τυχερή όταν παίζω γυμνή.
Με αυτά, ξεκουμπώνει το φερμουάρ, βγάζει φόρεμα και εσώρουχα, ρίχνει το ζάρι και φωνάζει:
- Έλα μωρό μου, η μαμά χρειάζεται καινούργια ρούχα!
Κοιτάει με αγωνία και μόλις το ζάρι σταματά, αρχίζει να χοροπηδάει πάνω κάτω ουρλιάζοντας:
- Ναι, ναι, ναι κερδισαααααααα!
Αγκαλιάζει έναν-έναν τους κρουπιέρηδες, παίρνει τα κέρδη και τα ρούχα της και εξαφανίζεται. Οι τύποι κοιτάζονταν αποσβολωμένοι. Τελικά ο ένας ρωτάει:
- Είδες τι ζαριά έφερε;
- Δεν ξέρω, νόμιζα ότι έβλεπες εσύ!
ΗΘΙΚΟ ΔΙΔΑΓΜΑ: Δεν είναι χαζές όλες οι ξανθιές. Όλοι οι άνδρες, όμως, είναι ίδιοι!
Ένας παππούς 97 ετών πάει σε έναν ασφαλιστή.
- Γειά σας, θέλω να κάνω μια ασφάλεια ζωής.
- Τι λες ρε παππού, ασφάλεια ζωής, τρελάθηκες, πόσο είσαι;
- 97 ετών, λέει ο παππούς.
Τρελαίνεται ο ασφαλιστής.
- Μιλάς σοβαρά τώρα; Τί να την κάνες;
- Να, θέλω να πάω με τον πατέρα μου ένα ταξίδι στο εξωτερικό και καλό είναι να είμαστε ασφαλισμένοι.
Ο ασφαλιστής έχει τρελαθεί!
- Με τον πατέρα σου; Πόσο είναι εκείνος;
- Ε, 125 τον άλλο μήνα.
- Και τι θα κάνετε στο εξωτερικό;
- Να μωρέ, πηγαίνουμε να επισκεφτούμε τον παππού μου.
Ο ασφαλιστής χτυπάει το κεφάλι του στο γραφείο.
- Τι λε ρε μπάρμπα, με κοροϊδεύεις; Πόσο είναι ο παππούς σου;
- Κλείνει τα 142 σε μια βδομάδα.
- Και τι θα κάνετε εκεί;
- Παντρεύεται και πάμε στο γάμο!
Ο ασφαλιστής έχει σκαρφαλώσει στο πρεβάζι και είναι έτοιμος να φουντάρει.
- Και... Γιατί παντρεύεται;
- Μαλακίες μωρέ, τον πιέζουν οι γονείς του!
Ενας πελάτης μπαίνει στην τράπεζα και κατευθύνεται στην ταμία:
- Μωρή, της λέει, άνοιξέ μου έναν λογαριασμό!
- Σας παρακαλώ πολύ, κύριε, πώς μιλάτε έτσι;
- Ελα μωρή, που σου μιλάω εγώ. Ανοιξέ μου έναν λογαριασμό, σου είπα, και άσε τις φλυαρίες. Οπως γουστάρω θα σου μιλάω και σκασμό εσύ.
- Μα κύριε, τι τρόπος είναι αυτός; Εγώ σας μιλάω ευγενικά και εσείς, χωρίς λόγο με βρίζετε!
- Σκάσε ρε σου είπα.. Κάνε την δουλειά σου, μην σε πλακώσω εδώ μέσα, και κάνε την βγάζοντας τον σκασμό.
Την φασαρία ακούει ο διευθυντής του καταστήματος και ενοχλημένος που κάποιος αναιδής πελάτης μιλάει τόσο άσχημα στην ευγενική υπάλληλο της τράπεζας, εξοργίζεται. Πλησιάζει στο σημείο της φασαρίας και λέει στον πελάτη:
- Κύριε, τι συμβαίνει εδώ; Γιατί μιλάτε έτσι; Υπάρχει πρόβλημα; Είμαι ο διευθυντής του υποκαταστήματος.
- Ε, ναι λοιπόν. Υπάρχει πρόβλημα. Εχω κερδίσει 1.5 δις στο ΛΟΤΤΟ και ήρθα να το καταθέσω.
- Χμ, και σου κάνει νούμερα η παλιοβρώμα, ε;
Ήταν κάποτε ένας ταχυδακτυλουργός και αγόρασε ένα παπαγάλο. Ο παπαγάλος με τον καιρό μάθαινε τα κόλπα του ταχυδακτυλουργού, αλλά δυσκολευόταν να κρατήσει το στόμα του κλειστό. Κάποια μέρα καθώς ο ταχυδακτυλουργός έδινε παράσταση, πετάγεται ο παπαγάλος και λέει:
- Στο μανίκι, στο μανίκι!
Την επόμενη μέρα, επόμενη παράσταση. Ο παπαγάλος:
- Στο καπέλο, στο καπέλο!
Ο παπαγάλος συνεχώς πρόδιδε τα κόλπα του ταχυδακτυλουργού.
Μια μέρα, καθώς ταξίδευαν ο παπαγάλος και ο ταχυδακτυλουργός, το πλοίο βούλιαξε, αλλά κατάφεραν να σωθούν σε μια ξύλινη σανίδα. Περνάνε μια μέρα... δύο μέρες... τρεις μέρες... τελικά πετιέται ο παπαγάλος και λέει:
- Εντάξει, παραιτούμαι. Πού έχεις κρύψει το πλοίο;
Tαξίδευε κάποιος με το αυτοκίνητό του από την Αθήνα πρός τη Θεσσαλονίκη.
Κάπου στο ύψος της Μαλακάσας, του πετάγεται ένας τύπος ντυμένος από την κορυφή ως τα νύχια στα κόκκινα και του κάνει νόημα να σταματήσει.
Μόλις σταματάει, πλησιάζει στο παράθυρο και του λέει:
- Γειά σου φίλε, είμαι ο μαλάκας με τα κόκκινα και πεινάω. Εχεις τίποτα φαγώσιμο;
Παραξενεύεται ο άνθρωπος με το παρανοϊκό της όλης φάσης, αλλά τον λυπάται και του δίνει ένα σάντουιτς που είχε μαζί του.
Μερικά χιλιόμετρα παρακάτω, εκεί κοντά στις στροφές της Μαλαισίνας, του πετάγεται και τον σταματάει ένας άλλος παρόμοιος τύπος ντυμένος όλος στα πράσινα. Σκύβει κι αυτός στο παράθυρο και του λέει:
- Φίλε μου, γειά σου. Εγώ είμαι ο μαλάκας με τα πράσινα και πεθαίνω της δίψας. Δώσε μου κάτι να πιώ σε παρακαλώ.
Τι να κάνει ο οδηγός...
Σκέφτεται:
"Θα δραπέτευσε καμμιά φουρνιά τρελών από το Δαφνί"... αλλά είναι και πονόψυχος και του δίνει μια Coca - Cola που είχε στο αμάξι.
Δεν προλαβαίνει να φτάσει στα Καμμένα Βούρλα και εκεί στον Αγιο Κωνσταντίνο, νά σου κι ένας άλλος ανάλογος τύπος ντυμένος στα μπλέ. Το έχει συνηθίσει πια το παρανοϊκό σκηνικό ο ήρωάς μας, οπότε μόλις ο μπλέ μαρέν άνθρωπος πλησιάζει στο παράθυρο, του λέει βιαστικά:
- Ξέρω, ξέρω εσύ είσαι ο μαλάκας με τα μπλέ. Λέγε τι θέλεις.
- Αδεια και διπλωμα !
Είναι ένας Αμερικάνος, ένας Ιάπωνας κι ένας Έλληνας σ ένα τραίνο. Ξαφνικά ακούγεται ένα "ντριιιιιιιιιιιιιν" κι ο Αμερικάνος παριστάνοντας με το χέρι πως μιλάει στο τηλέφωνο αρχίζει:
"Hello!?!... Yes... Yes ... O. K!"
Ο Έλληνας κι ο Ιάπωνας τον κοίταζαν περίεργοι. Τελικά ο Έλληνας πήρε το θάρρος και είπε "με συγχωρείτε αλλά ξέρετε είμαι περίεργος...", "Οhhh" τον διακόπτει ο Αμερικάνος "αυτό τελευταία tecnology στο America... Μάικροφον στο μικρό δάκτυλο, ακουστικό στον αντίχειρα, χωρίς παρεμβολές και χωρίς κίνδυνο από electomagnetic waves... It s very very good".
Το ταξίδι συνεχίζεται και μετά από λίγα λεπτά "biiiiiiiiiip biiiiiiiiiiiip".
Ο Ιάπωνας πιάνει το δόντι του κι αρχίζει να μιλάει "Οχάιο, φουκουγιάμα, σουζούκι, χόντα καβασάκι... Σαγιονάρα".
Οι άλλοι δύο κοιτούν έκθαμβοι. "Χααααα, αυτό τελευταία τεχνολογία στο Japan. Ακουστικό στο αφτί, μικρόφωνο στο δόντι χωρίς ραδιενέργεια. It s fantastic".
Το ταξίδι συνεχίζεται ήρεμα κι ωραία μέχρι που ο Έλληνας αμολάει μια πολύ ηχηρή πορδή "πρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρττττττττττττττττ"
"Ε, χμ, με συγχωρείτε, μόλις έλαβα ένα φαξ".
O Τοτός είναι στο σαλόνι και παίζει με το τρενάκι του, η μαμά στην κουζίνα κάνει δουλειές. Τσαφ τσουφ το τρενάκι, κάνει συνεχώς φασαρία. Σε κάποια στιγμή σταματάει και ακούγεται ο μικρός:
- "Όσοι παπάρες θέλουν να κατέβουν, να τσακιστούν γιατί αυτή η κωλοστάση είναι η τελευταία. Όσοι μαλ.. Ες θέλουν να ανέβουν να το κάνουν γρήγορα για να αναχωρήσει καμιά ώρα η γαμ.. Νη η αμαξοστοιχία."
Τα ακούει αυτά η μαμά του, τρέχει στο σαλόνι, πιάνει τον Τοτό από το αυτί και του λέει:
- "Πήγαινε αμέσως στο δωμάτιο σου και κάτσε μέσα για δυο ώρες τιμωρία. Μετά θα βγεις και θα παίξεις μόνο αν μιλάς καλά!"
Πηγαίνει ο Τοτός στο δωμάτιο και μετά από κανά δίωρο επιστρέφει. Κάθεται και πάλι, και βάζει μπρος το τρενάκι. Τσαφ τσουφ, τσαφ τσουφ για λίγη ώρα σε κάποια στιγμή σταματάει.
- "Όσοι επιβάτες επιθυμούν να αποβιβαστούν παρακαλούνται να ελέγξουν ότι δεν ξέχασαν καμία από τις αποσκευές τους και ευχόμαστε να είχαν καλό και ξεκούραστο ταξίδι. Οι επιβάτες που επιθυμούν να επιβιβαστούν να τοποθετήσουν και να ασφαλίσουν τις αποσκευές τους πάνω από τη θέση τους. Υπενθυμίζουμε ότι απαγορεύεται το κάπνισμα και ευχόμαστε ένα καλό ταξίδι."
Η μαμά ακούει περήφανη για τις παιδαγωγικές τις ικανότητες από την κουζίνα και χαμογελάει. Ο Τοτός συνεχίζει:
- "Α, και όσοι θέλουν να διαμαρτυρηθούν για τη δίωρη καθυστέρηση, να απευθυνθούν στην καρ. Ολα στην κουζίνα!"