Πρόστυχα ανέκδοτα

Μια φορά και έναν καιρό ένας Αμερικανός, ένας Έλληνας, και ένας Τούρκος έκαναν διαγωνισμό ποιος θα χύσει μακρύτερα.
Πάει λοιπόν ο Αμερικανός μυρίζει το δάχτυλό του, λέει το όνομα της γκόμενάς του και χύνει ένα μέτρο.
Πάει ο Τούρκος μυρίζει το δάχτυλό του, λέει το όνομα της γκόμενάς του και χύνει ένα μέτρο.
Πάει ο Έλληνας και χύνει δύο εκατοστά.
Την άλλη μέρα το ίδιο.
Μια μέρα πριν το τρίτο και τελευταίο διαγωνισμό πάει ο Έλληνας και λέει στους άλλους:
- Ρε σι μα γιατί μυρίζετε το δάχτυλό σας κάθε φορά πριν χύσετε;
Και απαντούν οι άλλοι:
- Πριν έρθουμε εδώ γαμάμε τις γυναίκες μας, χώνουμε το δάχτυλο στο κώλο της και όταν ερχόμαστε εδώ το μυρίζουμε, τις θυμόμαστε και χύνουμε μακριά.
Την άλλη μέρα χύνουν ο Αμερικανός και ο Τούρκος πέντε μέτρα. Πάει και ο Έλληνας μυρίζει όλο το χέρι από τον ώμο μέχρι κάτω λέει ΒΑΡΒΑΡΑ! και χύνει τριάντα μέτρα και κερδίζει το διαγωνισμό.
Ήταν ένα ωραίο Κυριακάτικο πρωινό στο γκολφ της Γλυφάδας και δυό κομψές νεαρές κυρίες παίζανε συζητώντας και χασκογελώντας.
Δεν καλοξέρανε βέβαια το άθλημα και βαράγανε στο γάμο του Καραγκιόζη. Κάποια στιγμή χτυπάει μια δυνατή μπαλιά η μια και η μπαλιά προσγειώνεται με φόρα πάνω σε ένα γκρουπ ανδρών που παίζανε στην επόμενη τρύπα.
- Αααααχ, ακούγεται μια φωνή πόνου και ένας φουκαράς κουλουριάζεται πιάνοντας με τα δυό του χέρια το επίμαχο σημείο του σώματός του και σφαδάζοντας στο έδαφος.
- Χίλια συγγνώμη κύριε, λέει η κοπέλα τρομοκρατημένη πλησιάζοντας αμέσως τον άτυχο παίκτη, δεν το ήθελα. Αφήστε με να σας βοηθήσω.
- Δεν πειράζει δεσποινίς, δεν είναι τίποτα θα μου περάσει, ψέλλισε ανάμεσα σε βογκητά ο άνθρωπος που είχε γίνει κατακόκκινος από τον πόνο και εξακολουθούσε να μένει στη στάση του εμβρύου.
- Μα σας παρακαλώ, επέμενε η γκόμενα, αφήστε με να σας κάνω ένα μασάζ να σας ανακουφίσω, είμαι νοσοκόμα και ξέρω από αυτά.
Και χωρίς άλλη κουβέντα, σκύβει επάνω του, αποκρίνει απαλά τα χέρια του, χαλαρώνει το παντελόνι και βάζοντας και τα δύο της χέρια μέσα αρχίζει να του κάνει ένα απαλό μασάζ σε όλη την περιπαπάριο περιφέρεια.
- Πως αισθάνεστε τώρα; τον ρωτάει μετά από 2-3 λεπτά τρίψιμο.
- Υπέροχα δεσποινίς μου, απαντά ο τραυματίας, αλλά ο αντίχειράς μου ακόμα με πεθαίνει.
Ήταν δυο ψείρες οι οποίες συναντήθηκαν στον αφαλό μιας ψηλής γυναίκας. Η μία ήταν αρσενική και η άλλη ήταν θηλυκή. Τότε αποφάσισαν η θηλυκιά να πάει προς τα πάνω και η αρσενική προς τα κάτω και να συναντηθούν στο ίδιο μέρος μετά από ένα μήνα.
Αφού πέρασε ένας μήνας οι ψείρες ξανασυναντήθηκαν και άρχισε η μία να διηγείται στην άλλη τι τους συνέβη τον τελευταίο μήνα.
Η θηλυκια λέει:
- Το ταξίδι μου δεν είχε πολύ ενδιαφέρον, ανέβαινα, ανέβαινα ώσπου ξαφνικά μπροστά μου βλέπω ένα βουνό. Ανεβαίνω το βουνό και ακριβώς στο κέντρο του βουνού υπήρχε μια κερασιά. Μιας και το ταξίδι μου δεν είχε ενδιαφέρον ξαναγύρισα πίσω.
Η αρσενική λέει:
- Εμένα το ταξίδι μου είχε πολύ ενδιαφέρον. Κατέβαινα, κατέβαινα ώσπου μπροστά μου βλέπω ένα μαύρο πυκνό δάσος. Προχώραγα, προχώραγα ώσπου μπροστά μου βλέπω μια τρύπα. Μπαίνω μέσα στην τρύπα, η οποία έμοιαζε με σπηλιά να ξεκουραστώ λίγο.
Αφού ξεκουράστηκα είπα να γυρίσω πίσω. Τη στιγμή που πήγα να βγω ξαναμπήκα μέσα. Πήγαινα να βγω εγώ, έμπαινε ο δράκος. Πήγαινα να βγω, έμπαινε ο δράκος ώσπου για μια στιγμή μπαίνει μέσα και μου λέει:
- Φτου σου ρε!
Ένας παππούς κερδίζει σε ένα διαγωνισμό δύο εβδομάδες δωρεάν διαμονή σε ένα εξωτικό μέρος σε ξενοδοχείο πέντε αστέρων όλα πληρωμένα. Αφού τακτοποιήθηκε αποφάσισε να πάει να απολαύσει τον ήλιο και τη θάλασσα. Έτσι λοιπόν πηγαίνει σε μια παραλία γυμνιστών και αφού απλώνει την πετσετούλα του γδύνεται εντελώς μια και κανείς δεν τον γνώριζε σε εκείνα τα μέρη. Κάθεται ανάσκελα την πρώτη μέρα για να μαυρίσει από μπροστά. Ξάφνου βλέπει μια γυμνή θεογκόμενα να τον κοιτάζει με νόημα στο επίμαχο σημείο. Τι να κάνει κι ο παππούς του σηκώθηκε.
Η γκόμενα τον πλησιάζει και του λέει με φωνή γεμάτη πάθος και υπονοούμενα:
" με φώναξες παππού?"
"Όχι" της απαντά εκείνος σαστισμένος και ντροπιασμένος με την κατάσταση του.
"¨Εσύ μπορεί όχι αλλά με κάλεσε η "φύση" σου. Και μια και δύο καβαλάει τον παππού και του πετάει τα μάτια έξω.
Την επόμενη μέρα κατεβαίνει ξανά στην παραλία ο παππούς , γδύνεται τελείως και ξαπλώνει μπρούμυτα για να μαυρίσει από την πίσω μεριά και που ξέρεις...
Εκεί που απολάμβανε τον ήλιο του ξεφεύγει μια πορδή.
Ξάφνου τον πλησιάζει ένας αράπης και του λέει
"Με φώναξες παππού?"
"Όχι παιδί μου", του λέει ο παππούς.
"Εσύ όχι αλλά με φώναξε η "φύση" σου.
Και τότε γυρίζει ο παππούς και του λέει.
"Κοίταξε να δεις παιδί μου εμένα μου σηκώνεται μια φορά το χρόνο αλλά κλάνω τουλάχιστον δέκα φορές τη μέρα"
Μια κοπέλα, μετά από πολύ και αποτυχημένο ψάξιμο για άντρα, αποφασίζει να καταφύγει στην παλιά καλή μέθοδο του δονητή.
Αγοράζει λοιπόν τα απαραίτητα σύνεργα και κατόπιν κλείνετε στο δωμάτιο της για να βρει την πολυπόθητη ικανοποίηση που τόσο καιρό είχε στερηθεί.
Για κακή της τύχη όμως, πάνω στο καλύτερο σημείο, ο πατέρας της ακούει τους αναστεναγμούς και τις κραυγές και μπαίνει στο δωμάτιο της.
Ξαφνιασμένος από την σκηνή που έβλεπε ο άνθρωπος, ρωτάει την κόρη του τι κάνει εκεί με τον δονητή.
Η μικρή σκέφτεται λίγο και μετά με φυσικότατο ύφος λέει στον πατέρα της:
"Καλά ρε πατέρα, με όλες αυτές τις ασθένειες που κυκλοφορούν τι θες να κάνω; Να πάω με κανέναν και να κολλήσω ένα σωρό αρρώστιες;"
Ο πατέρας το σκέφτεται για λίγο και φεύγει αμίλητος.
Την δεύτερη μέρα πάλι το ίδιο σκηνικό."Μα καλά κόρη μου, πάλι τα ίδια;" ρωτά απορημένος ο πατέρας.
Η κόρη, με πιο τσαμπουκαλίστικο ύφος αυτή την φορά, γυρνά στον πατέρα της και του λέει ότι του είχε πει και την προηγούμενη φορά.
Ο πατέρας το σκέφτεται για λίγο και φεύγει και πάλι αμίλητος.
Την τρίτη μέρα, για να μην τα πολυλογώ, εκτυλίσσεται η ίδια ιστορία.
Την τέταρτη μέρα, η κόρη ψάχνει για τον δονητή της αλλά μάταια. Έχει αναστατώσει όλο το δωμάτιο χωρίς αποτέλεσμα. Τελικά αποφασίζει να ρωτήσει τον πατέρα της.
Πάει στο σαλόνι για να τον βρει και τότε βλέπει τον πατέρα της καθισμένο σε μιά καρέκλα, από την άλλη μεριά του τραπεζιού τον δονητή της και επάνω στο τραπέζι δύο ποτήρια κρασί.
Απορημένη γυρίζει στον πατέρα της και τον ρωτάει:
"Μα καλά βρε πατέρα, Τι κάνεις εκεί;"
Και ο πατέρας με φυσικότατο ύφος:
"Δεν βλέπεις κόρη μου; ΤΑ ΠΙΝΩ ΜΕ ΤΟΝ ΓΑΜΠΡΟ ΜΟΥ"
Μια λευκή φοιτήτρια κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής στην Αφρική ερωτεύεται ένα μαύρο ιθαγενή και τον παίρνει μαζί της στην Αμερική. Μετά απο λίγο καιρό τον καλεί σπίτι της σαν υποψήφιο γαμπρό να τον γνωρίσει στους γονείς της.
Ο πατέρας της θέλοντας να τον αποφύγει του λέει:
- Θα σου δώσω τη κόρη μου αν μου κάνεις 3 πράγματα που θα σου ζητήσω.
Ο μαύρος που αγαπούσε τρελά τη κοπέλα συμφώνησε. Λοιπόν του λέει ο μέλλων πεθερός το πρώτο πράγμα που θέλω είναι να μου φέρεις σκοτωμένο το τεράστιο λιοντάρι που ζει στη χώρα σου, σκεπτόμενος ότι ο μαύρος στην προσπάθεια του να το σκοτώσει ίσως να πέθαινε.
Ο μαύρος τότε του λέει:
- Ιγκό αγκαπώ κόρη σου, για χάρη της φέρει λιοντάρι.
Αφού έφυγε για μερικές μέρες γύρισε πίσω με το τομάρι του λιονταριού. Ο πεθερός τότε αφού είδε ότι ο μαύρος ήταν αποφασισμένος σκέφτηκε για δεύτερη χάρη να του ζητήσει κάτι πιο δύσκολο. Tου είπε να πάει στα βάθη της Ινδίας και να του φέρει το μεγαλύτερο ρουμπίνι του κόσμου.
Ο μαύρος τότε του λέει:
- Ιγκό αγκαπώ κόρη σου, για χάρη της φέρει ρουμπίνι.
Αφού εξαφανίζεται πάλι, επιστρέφει μετά από μερικές μέρες με ένα ρουμπίνι σαν αυγό στρουθοκαμήλου. Δεύτερη αναπάντεχη έκπληξη για τον πεθερό που κάθεται και σκέφτεται πολύ σοβαρά τη τρίτη και τελευταία χάρη που θα ζητήσει απο το μαύρο για να τον ξεφορτωθεί.
Αφού λοιπόν σκέφθηκε πολύ του λέει:
- Αν θέλεις τη κόρη μου πρέπει η ψωλή σου να είναι ένα μέτρο, σκεφτόμενος προφανώς ότι ήταν αδύνατο ο μαύρος να την είχε ένα μέτρο.
Όταν ο μαύρος γαμπρός άκουσε αυτό που του ζητούσε ο μέλλων πεθερός του έπεσε σε βαθύ συλλογισμό. Ο πεθερός τότε καταχάρηκε.
Επιτέλους τον ξεφορτώθηκα τον αράπη σκέφθηκε, δεν πρόλαβε όμως να χαρεί γιατί ο μαύρος μετά από πολύ σκέψη του είπε:
- Ιγκό αγκαπώ πολύ κόρη σου για χάρη της κόψει μισό μέτρο!
Είναι ένα ζευγάρι αρραβωνιασμένο για 2 χρόνια περίπου. Τελικά αποφασίζουν να παντρευτούν. Κάθονται λοιπόν να συζητήσουν για το γάμο. Ο άντρας -βαρύς κι ασήκωτος- λέει στη γυναίκα:
- Κοίταξε γυναίκα, για να παντρευτούμε, εγώ θέτω 3 απαραίτητους όρους.
- Εντάξει, για πες τους, λέει η γυναίκα.
- Πρώτον, θέλω κάθε πρωί μόλις ξυπνάω, να βρίσκω το καφεδάκι μου έτοιμο, ζεστό πάνω στο τραπέζι, ανεξάρτητα αν το πιω ή όχι.
- Δεύτερον, θέλω κάθε μεσημέρι που θα γυρίζω από τη δουλειά να βρίσκω έτοιμο και ζεστό το φαί μου, ανεξάρτητα αν θα το φάω ή όχι.
- Τρίτον, θέλω κάθε βράδυ που θα γυρίζω από το καφενείο να βρίσκω έτοιμες τις παντόφλες μου μπροστά στο καναπέ με τη τηλεόραση ανοιχτή, ανεξάρτητα αν τις φορέσω ή όχι.
- Εντάξει, λέει η γυναίκα, τους δέχομαι τους όρους σου. Εγώ μόνο έναν μικρό όρο βάζω.
- Ωραία, λέει ο άνδρας, πες τον.
- Το γαμήσι αρχίζει κάθε βράδυ στις 23:00 είτε είσαι εσύ εκεί είτε όχι!