Οικογενειακα-ανεκδοτα, Οικογενειακά

Το σπίτι του χωρικού επισκέπτονται διάφοροι καθημερινά, που ενδιαφέρονται για την αγορά της αγελάδας. Την παρατηρούν, την χαϊδεύουν, την αγκαλιάζουν με το ένα χέρι και με το άλλο χέρι πιάνουν τα μαστάρια (βυζιά) της. Ο μικρός προσέχει τις κινήσεις των ξένων και ρωτά τον πατέρα του:
- Γιατί μπαμπά όλοι αυτοί χαϊδεύουν, αγκαλιάζουν και πιάνουν τα μαστάρια της αγελάδας μας;
- Διότι παιδί μου την αγελάδα θα την πουλήσω και κατ` αυτόν τον τρόπο εκτιμούν την αξία της.
Ο τετραπέρατος μικρός κατάλαβε αμέσως τι συμβαίνει και αρκετά στεναχωρημένος βρίσκει παρηγοριά στην αγκαλιά της μαμάς του.
Λίγες ημέρες αργότερα, επιστρέφοντας ο μικρός από το νηπιαγωγείο, βλέπει τη μαμά αγκαλιασμένη με τον γείτονα και να της χαϊδεύει τα βυζιά. Βάζει τα κλάμματα και με το που επιστρέφει ο μπαμπάς από τη δουλειά με ύφος αυστηρό του λέει:
- Μπαμπά την αγελάδα την πούλησες, αλλά τη μαμά δεν θέλω να την πουλήσεις...
Κάποτε, ήταν ένα ηλικιωμένο ζευγάρι και ο παππούς ήταν στα τελευταία του. Ρωτάει τη γιαγιά:
- Γυναίκα, τώρα που πεθαίνω, θα ήθελα να ξέρω κάτι.
- Ότι θες άντρα μου!
- Πες μου σε παρακαλώ, πόσες φορές με έχεις απατήσει;
- Τι λες τώρα άντρα μου, πότε!
Ο παππούς όμως επέμενε κι έτσι την πείθει να απαντήσει.
- Σε έχω απατήσει τρεις φορές όλες κι όλες.
- Με ποιους;
- Θυμάσαι τότε που ήταν να μπεις στο δημόσιο και σε έβαλε ο Γιάννης;
- Ναι.
- Ε, εγώ τον έπεισα να μας βοηθήσει.
Ο παππούς τα χάνει!
- Για πες μου για τη δεύτερη φορά...
- Θυμάσαι τότε που είχες πάρει προαγωγή και είχες γίνει υποδιευθυντής;
- Ναι.
- Ε, εγώ είχα μιλήσει με το διευθυντή.
Ο παππούς τρελένεται!
- Για πες μου και την τρίτη να τελειώνουμε...
- Θυμάσαι που είχες βάλει υποψηφιότητα για δήμαρχος και σου έλειπαν πεντακόσιοι ψήφοι;

Ένας άντρας πέθαινε και η γυναίκα του ήταν πάνω από το κρεβάτι του και του κρατούσε τρυφερά στο χέρι στις τελευταίες του στιγμές. Κάποια στιγμή αυτός ψυθιρίζει.
- Μαρία...
- Τι είναι Σωτήρη μου...
- Πρέπει να σου εξομολογηθώ κάτι...
- Όχι! Σωτήρη μου δεν θέλω να μου εξομολογηθείς!
- Μα είναι σημαντικό Μαρία μου!
- Τι Σωτήρη μου;
- Να! Σε απατούσα Μαρία μου και με την γειτόνισσα και με την κουμπάρα μας και με την ξαδέλφη σου την
Ευτέρπη.
- Το ξέρω Σωτήρη μου το ξέρω! Για αυτό κι εγώ σε δηλητηρίασα!
Μια μέρα ένας ξυλοκόπος εκεί που πελεκούσε ένα κορμό δίπλα σ’ ένα ποτάμι, του φεύγει το τσεκούρι και πέφτει μέσα στο θολό νερό. Μεγάλη η ζημιά και τον είχαν πάρει σχεδόν τα κλάματα, όταν εμφανίζεται ο Κύριος και τον ρωτάει:
- Γιατί κλαις;
Ο ξυλοκόπος του λέει για το τσεκούρι! Ο Κύριος βυθίζεται στο ποτάμι και, όταν ξαναεμφανίζεται, κρατάει
Ένα χρυσό τσεκούρι:
- Αυτό είναι το τσεκούρι σου; τον ρωτάει.
Ο ξυλοκόπος απαντάει:
- Όχι!
Ο Κύριος ξαναβυθίζεται και εμφανίζεται με ένα ασημένιο τσεκούρι:
- Αυτό είναι το τσεκούρι σου; ρωτάει.
Ο ξυλοκόπος:
- Όχι!
Τρίτη βουτιά ο Κύριος και βγαίνει με ένα σιδερένιο τσεκούρι:
- Μήπως, αυτό είναι το τσεκούρι σου;
- Ναι!
Ο Κύριος χάρηκε για την τιμιότητα του ξυλοκόπου
Και του χάρισε ΚΑΙ τα άλλα δυο πολύτιμα τσεκούρια.
Ο ξυλοκόπος γύρισε σπίτι του πασιχαρέστατος…
Μετά από καιρό, καθώς έκαναν βόλτα με τη γυναίκα του άκρη - άκρη στο ποτάμι, τρώει αυτή μια γλίστρα και
Παρ’ την μέσα. Ο ξυλοκόπος, που δεν ήξερε μπάνιο,
Το ‘ριξε στο κλάμα, οπότε να σου πάλι ο Κύριος:
- Γιατί κλαις;
- Κύριε, η γυναίκα μου έπεσε μέσα στο ποτάμι!
Ο Κύριος ρίχνει μια βουτιά και βγαίνει με την Angelina Jolie!
- Αυτή είναι η γυναίκα σου;
- Ναι! φώναξε ο ξυλοκόπος.
Ο Κύριος έγινε έξαλλος:
- Τι λες, ρε ψεύτη!
Ο ξυλοκόπος:
- Συγχώρεσέ με, Κύριε… πρόκειται για παρανόηση…
Αν έλεγα “όχι” στην Angelina Jolie, μετά θα μου έβγαζες
Τη Monica Bellucci… και αν έλεγα “όχι” και
Σ’ αυτήν, μετά θα μου έβγαζες τη γυναίκα μου…
Εγώ θα έλεγα ναι… και θα μου τις έδινες και τις τρεις…
Αλλά, Κύριε, εγώ είμαι ένας φτωχός ξυλοκόπος,
Πώς να τις συντηρώ ΤΡΕΙΣ γυναίκες;….. γι’ αυτό είπα “ναι”!

Ήταν ένας τύπος κακομοίρης , μικροκαμωμένος , που είχε μία γυναίκα νταρντάνα που τον καταπίεζε ! Κάθε μέρα πήγαινε στη δουλειά , μετά γύριζε , μαγείρευε , έπλενε τα πιάτα , σκούπιζε , σφουγγάριζε , και έτρωγε και μερικές σφαλιάρες έτσι για να περνάει η ώρα της γυναίκας του .
Αυτή πάντα με τα καλλυντικά στο χέρι , αραγμένη στη τηλεόραση κλπ κλπ ...
Πήγαινε λοιπόν ο άμοιρος σε έναν ψυχολόγο , μήπως και καταφέρει να κάνει τίποτα , γιατί δεν πήγαινε άλλο ...
Μετά από έναν μήνα λοιπόν ψυχολογικής υποστήριξης , του λέει ο ψυχολόγος " λοιπόν φίλε μου , είσαι έτοιμος ! Να πας σπίτι σου , και να δείξεις ποιο είναι το αφεντικό ! Να την σκίσεις τη γάτα ! ".
Αναπτερωμένος λοιπόν ο φίλος μας , πάει σπίτι του όλο τσαμπουκά ! Μπαίνει μέσα , και βλέπει τη γυναίκα του αραγμένη όπως πάντα στη τηλεόραση . Παίρνει βαθιά ανάσα , και αρχίζει να της φωνάζει !
" Κοίταξε να σου πω ! Πρέπει να καταλάβεις ποιο είναι το αφεντικό εδώ μέσα ! Πάω να κάνω ένα μπανάκι ! Μόλις βγω , έξω το φαΐ ζεστό στο τραπέζι ! Θα ρίξω και έναν ύπνο , και μετά θα φορέσω το καλό μου κουστούμι και θα βγω έξω ΜΟΝΟΣ μου ! Το καταλαβαίνεις αυτό ; Και μάντεψε ποιος θα μου βάλει το κουστούμι ! ".
Απαθής η τύπισσα , γυρίζει , τον κοιτάζει και του λέει ...
" Ο νεκροθάφτης μωρό μου ; "
Πάει ο μπαμπάς στο κρεβάτι του παιδιού του, για να το καληνυχτίσει και το ακούει να λέει:
- "Θεούλη μου, θέλω να έχεις καλά τη μαμά μου, το μπαμπά μου, τη γιαγιά μου και δώσε χαιρετίσματα στον παππού μου!"
Το ακούει ο μπαμπάς αλλά δε δίνει σημασία!
Την επόμενη μέρα χτυπάει το τηλέφωνο και είναι η γιαγιά.
Πέθανε ο παππούς!
Το ίδιο βράδυ πάει πάλι ο μπαμπάς να καληνυχτίσει το παιδί και ακούει:
- "Θεούλη μου, θέλω να έχεις καλά τη μαμά μου, το μπαμπά μου και δώσε χαιρετίσματα στη γιαγιά μου!"
Το ακούει ο πατέρας αλλά και πάλι δε δίνει σημασία!
Την επόμενη μέρα πέθανε η γιαγιά!
Ο πατέρας τα είδε όλα!
Το βράδυ πήγε επίτηδες να κρυφακούσει:
- "Θεούλη μου, θέλω να έχεις καλά τη μαμά μου και δώσε χαιρετίσματα στον μπαμπά μου!"
Με το που το ακούει αυτό ο μπαμπάς τρελαίνεται!
Την επόμενη μέρα φεύγει απ' το σπίτι νωρίς για τη δουλειά και γυρίζει αργά το βράδυ ευτυχισμένος που μέχρι στιγμής ήταν ζωντανός!
Μπαίνει στο σπίτι καλησπερίζει τη γυναίκα του και της λέει:
- "Συγνώμη αγάπη μου, που άργησα αλλά είχα μια πολύ άσχημη μέρα..."
Και η γυναίκα:
- "Μιλάς εσύ; Εγώ τι να πω που πέθανε ο κουμπάρος μπροστά στην πόρτα μας;"