Ένα αεροπλάνο συνετρίβει στη ζούγκλα και επιζώντες είναι ένας Γερμανός, ένας Αμερικανός και ένας Πόντιος. Λέει ο Αμερικανός.
- Πρέπει να οργανωθούμε αν θέλουμε να επιζήσουμε εδώ στη ζούγκλα. Εγώ θα πάω να βρω food, εσύ Γερμανέ για wood και εσύ Πόντιε για supplies. Θα συναντηθούμε σε αυτό το σημείο σε μια ώρα.
Φεύγουν λοιπόν όλοι για την αναζήτηση. Μετά από μια ώρα να σου ο Αμερικανός με καρύδες, μπανάνες και μάνγκο στα χέρια. Δεν περνάει λίγη ώρα, εμφανίζεται και ο Γερμανός με όσα ξύλα μπορούσε να κρατήσει. Ο Πόντιος πουθενά! Αρχίζουν να ανησυχούν οι άλλοι δυο μήπως έπαθε τίποτα. Λέει ο Αμερικανός,
- Αν αργήσει μια ώρα ακόμα θα πάμε να ψάξουμε να τον βρούμε.
Περνάει μισή ώρα, 45 λεπτά, μια ώρα, και ο Αμερικάνος με τον Γερμανό αποφασίζουν να πάνε να τον βρούνε.
Καθώς πάνε να φύγουνε πετάγεται πίσω από ένα δέντρο ο Πόντιος όλο χαρά και λέει:
- Supplies!
(Από το surprise!)

Ήταν ένας Γερμανός, ένας Τούρκος και ένας Έλληνας και πήγαν σε ένα ξενοδοχείο. Αλλά ήταν άφραγκοι και είπαν να πάρουν ένα μονόκλινο δωμάτιο και να κοιμούνται με βάρδιες.
- Το μοναδικό μονόκλινο δωμάτιο που έχω, λέει ο ρεσεψιονίστας, έχει ένα φάντασμα. Το διάσημο Φάντασμα Με Τα Δώδεκα Σώβρακα!
- Εντάξει, δεν μας πειράζει, λέει ο Έλληνας.
Πηγαίνει πρώτα ο Τούρκος για ύπνο.
Ξαφνικά ξυπνάει και ακούει:
- Είμαι το φάντασμα με τα 12 σώβρακα! Είμαι το φάντασμα με τα 12 σώβρακα!
Τρομάζει, πηδάει από το παράθυρο και πεθαίνει!
Μετά πάει ο Γερμανός για ύπνο:
- Είμαι το φάντασμα με τα 12 σώβρακα! Είμαι το φάντασμα με τα 12 σώβρακα!
Τρομάζει, πηδάει από το παράθυρο και πεθαίνει κι αυτός!
Ήρθε η σειρά του Έλληνα. Ξυπνάει μέσα στον ύπνο του και ακούει:
- Είμαι το φάντασμα με τα 12 σώβρακα! Είμαι το φάντασμα με τα 12 σώβρακα!
Γυρνάει πλευρό ο Έλληνας και ξανακοιμάται.
Μετά από λίγο:
- Είμαι το φάντασμα με τα 12 σώβρακα! Είμαι το φάντασμα με τα 12 σώβρακα!
Λέει ο Έλληνας αγανακτισμένος:
- Μου δίνεις το ένα γιατί χέστηκα;
Βρισκόμαστε στη Γαλλία κατά την διάρκεια της Γερμανικής κατοχής. Μέσα στο κουπέ ενός τρένου κάθονται ένας Γερμανός αξιωματικός και τρεις Γάλλοι. Ένας νεαρός χωρικός, μια ηλικιωμένη και μια νέα ωραία γυναίκα.
Ξαφνικά και ενώ το τρένο περνά από μια σκοτεινή σήραγγα, μέσα στο σκοτάδι ακούγεται ο ήχος ενός φιλιού και ενός χαστουκιού.
Αμηχανία, κανείς δε μιλά, ο Γερμανός κρατά το κοκκινισμένο μάγουλο του και όλοι σκέφτονται:
Ηλικιωμένη: Τον κερατά τον Γερμαναρά, πήγε να φιλήσει την κοπέλα και αυτή τον χαστούκισε!
Κοπέλα: Το βλάκα τον Γερμανό πήγε να φιλήσει εμένα και φίλησε την γριά!
Γερμανός: Πολύ έξυπνος αυτός ο Γάλλος! Φίλησε την κοπέλα , εγώ έφαγα το χαστούκι!
Γάλλος: Ουφ! Ευτυχώς! Κανένας δεν κατάλαβε ότι εγώ φίλησα το χέρι μου και έριξα χαστούκι στο Γερμαναρά!
- Υπήρχαν κάποτε 3 νέοι , ένας Aγγλος ,ένας Γερμανός και ένας Πόντιος που ήθελαν να γίνουν μέλη μιας μυστικής οργάνωσης, έπρεπε όμως να μην προδώσουν το μυστικό αριθμό που τους είχαν πει.
- Ο αρχηγός διάταξε να βασανίσουν το πρώτο (Aγγλο) για να δουν αν θα ομολογούσε, έτσι κι έγινε. Όμως πριν καν τελειώσει η πρώτη μέρα δεν άντεξε και ομολόγησε. Την δεύτερη μέρα ήρθε η σειρά του Γερμανού, μα ούτε και εκείνος άντεξε και ομολόγησε.-Την τρίτη μέρα ήταν η σειρά του Πόντιου. Τον βασάνισαν την πρώτη μέρα, την δεύτερη την τρίτη συνέχισαν και την επόμενη εβδομάδα αλλά δεν ομολογούσε. Μετά αφού είχε περάσει ένας ολόκληρος χρόνος ο βοηθός αναγκάστηκε να το πάει στον αρχηγό και να του πει ότι βρήκαν τον κατάλληλο. Έτσι ο αρχηγός αποφάσισε να πάει και να τον συγχαρεί αυτοπρόσωπος, φτάνοντας όμως στο κελί του, είδε τον πόντιο να χτυπάει την κεφάλι του στον τοίχο λέγοντας:
- Θυμήσου ρε μα**κα ,θυμήσου!