Πάει ένας πιτσιρίκος στο ψιλικατζίδικο να πάρει τροφή για τις κότες:
- Έχεις κότες; ρωτάει ο ψιλικατζής.
- Ναί, έχω, απαντάει ο μικρός.
- Ε, τότε φέρε μου μία να δώ, να βεβαιωθώ ότι έχεις κότες και θα σου δώσω τροφή.
Γυρνάει σπίτι ο μικρός, παίρνει μία κότα, πάει και την δείχνει στον ψιλικατζή, και αυτός του δίνει τροφή.
Την άλλη μέρα πάει και ζητάει τροφή για τα κουνέλια:
- Έχεις κουνέλια; ρωτάει ο ψιλικατζής.
- Ναί, έχω, απαντάει ο μικρός.
- Ε, τότε φέρε μου ένα να δώ.
Γυρνάει σπίτι ο μικρός, παίρνει ένα κουνέλι, πάει και το δείχνει στον ψιλικατζή, και αυτός του δίνει τροφή.
Μετά από μερικές μέρες τον στέλνει ο πατέρας του να πάρει χαρτί υγείας.
Πηγαίνει ο μικρός στο ψιλικατζίδικο με μία σακούλα:
- Τί θέλεις πάλι; ρωτά ο ψιλικατζής.
- Βάλε το χέρι σου μέσα στην σακούλα, λέει ο μικρός, και θα καταλάβεις.
Βάζει το χέρι του ο ψιλικατζής μέσα στην σακούλα και πιάνει σκατά!
Όπως το βγάζει γρήγορα εξαγριωμένος, του λέει ο μικρός:
- Θέλω να αγοράσω ένα χαρτί υγείας...
Ήταν ο Τοτός στην τάξη και η κυρία του ζήτησε από τα παιδιά μια λέξη που να ξεκινάει από πι. Ο Τοτός πιο ψηλά από όλους φώναζε...
- Κυρία, κυρία...
- Όχι ο Τοτός γιατί θα πει βρισιά, λέει η κυρία. Για πες μου εσύ Κώστα.
- Παπούτσι!
- Ωραίο, ωραίο, ωραίο! Τώρα θέλω να μου πείτε μια λέξη από μι.
- Κυρία, κυρία. Φώναξε πάλι ο Τοτός.
- Πάλι βρισιά θα πει ο Τοτός. Για πες μου εσύ Ελένη.
- Μαμούνι.
- Ωραίο, ωραίο, ωραίο. Τώρα πείτε μου μια λέξη από ωμέγα. Kανένα παιδάκι δε σηκώνει το χέρι του οπότε αναγκαστικά σηκώνει τον Tοτό!
- Αρχίδι, λέει με ενθουσιασμό ο Tοτός!
- Μα δεν ξεκινάει από ωμέγα.
- Ναι αλλά είναι ωραίο, ωραίο, ωραίο!
Είναι η μέρα που ο Aγιος Πέτρος δέχεται τους πεθαμένους στον παράδεισο.
Ουρά έξω από την πύλη. Κατά τις 10 έρχεται ο Aγιος βαριεστημένος με το καφεδάκι του και το τσιγάρο του. Ανοίγει την πύλη και λέει να περάσει ο πρώτος. Περνά ο πρώτος και τον ερωτάει ο Aγιος:
- «Παντρεμένος φίλε; ναι του απαντά. και δεν μου λες, έχεις απατήσει την γυναίκα σου; τι να πει και αυτός, ψέματα στον άγιο δεν γίνεται.
Ναι του απαντά, παντρεμένος και την έχω απατήσει την γυναίκα μου καμιά δεκαριά φόρες. Καλά του λέει ο Aγιος. Πέρνα στον παράδεισο. Το ίδιο έγινε και με όλους τους υπόλοιπους. Όλοι είχαν κάνει τις ατασθαλίες τους και όλοι περνούσαν στον παράδεισο.
Στο τέλος της ουράς στεκόταν ένας τύπος, κοντός, φαλακρός, χωρίς δόντια, ζαρωμένος, με τεράστια μύτη και αδύνατος. Γενικά ένας άνθρωπος απελπισία. Τέρας και έκτρωμα της φύσης. Έτριβε τα χέρια του και μονολογούσε. Ωραία, έχω σίγουρη θέση.
Αφού πέρασαν όλοι αυτοί που έκαναν το κέρατο επιστήμη εγώ που δεν κεράτωσα ποτέ την γυναίκα μου είμαι σίγουρα μέσα. Φτάνει λοιπόν και η σειρά του. Παντρεμένος; ρωτά ο Aγιος. Μάλιστα άγιε πατέρα, και δεν μου λες μεγάλε απάτησες την γυναίκα σου; ποτέ άγιε. Τότε πέρνα στην κόλαση.
Κάγκελο ο τύπος. Μα τι λες άγιε; πέρασαν όλοι οι αμαρτωλοί κι εγώ που είμαι καθαρός θα πάω στην κόλαση; ναι του λέει ο Aγιος. Γιατί; ρωτά και του απαντά. εγώ μεγάλε είμαι εδω για να συγχωρώ τις αμαρτίες και όχι τις μαλακιές.