φρέσκα ανέκδοτα

Ήταν κάποτε σε ένα πάρκο δύο αγάλματα. Ένας άντρας και μία γυναίκα και κοιτάζονταν. Τα χρόνια περνούσαν και τα αγαλματα συνέχιζαν να κοιτάζονται. Οι αιώνες περνούσαν και τα αγάλματα κοιτάζονταν. Κάποια στιγμή που ο θεός βαρέθηκε να βλέπει τα αγάλματα να κοιτάζονται λέει:
- Θα τα κάνω αληθινά να γλυτώσω από δαύτα.
Έτσι λοιπόν τα κάνει αληθινά. Αμέσως το ζευγάρι τρέχει πίσω απο ένα θάμνο. Κρύβονται… κλαδιά Κουνιούνται… θόρυβοι ακούγονται… Μετά απο λίγο βγαίνει η γυναίκα, βγαίνει κι ο άντρας.
Λέει η γυναίκα:
- Ωραίο αυτό, να το ξανακάνουμε!
- Σίγουρα ήταν πολύ ωραίο! Αλλά αυτή τη φορά εσύ θα κρατάς τα περιστέρια κι εγώ θα τα χέζω!
Σάββατο πρωί και ο Μπάμπης αφού ξεκίνησε για το γκολφ, θυμήθηκε ότι ξέχασε να πει στη γυναίκα του ότι ο μάστορας θα έρθει το μεσημέρι να επισκευάσει το πλυντήριο. Πληκτρολογεί στο κινητό τον αριθμό του σπιτιού του και ακολουθεί ο εξής διάλογος:
- Ορίστε!, λέει η φωνή ενός μικρού κοριτσιού.
- Γειά σου, κοριτσάκι μου, ο μπαμπάς είμαι. Είναι η μαμά κοντά;
- Όχι, μπαμπά, πάνω στη κρεβατοκάμαρα είναι με το θείο Φίλιππο, απαντάει η μικρή.
- Μα δεν έχεις ένα θείο Φίλιππο, κορίτσι μου!, λέει ο Μπάμπης μετά από λίγη σκέψη.
- Ναι, έχω και είναι επάνω με τη μαμά!
- Εντάξει, λοιπόν. Τώρα θα κάνεις αυτό που θα σου πώ. Άσε το τηλέφωνο, τρέχα επάνω, χτύπα την πόρτα της κρεβατοκάμαρας και φώναξε στη μαμά και στο θείο Φίλιππο ότι μόλις τώρα έφτασε το Αυτοκινητό μου μπροστά από το σπίτι.
- Έγινε, μπαμπά!
Πέρασαν λίγα λεπτά και γύρισε το παιδί στο τηλέφωνο.
- Μπαμπά, μπαμπά, έκανα αυτά που είπες.
- Και τι έγινε, κοπελίτσα μου;
- Η μαμά σηκώθηκε αμέσως από το κρεβάτι ολόγυμνη και έτρεχε γύρω-γύρω τσιρίζοντας. Σκόνταψε στο χαλί, έπεσε έξω απ’ το παράθυρο και τώρα είναι νεκρή.
- Θεέ μου! Και ο θείος;
- Σηκώθηκε κι αυτός γυμνός και φοβισμένος πήδηξε από το παράθυρο στην πισίνα αλλά μάλλον ξέχασε ότι έβγαλες τα νερά τη περασμένη εβδομάδα για να την καθαρίσεις και χτύπησε στο τσιμέντο. Είναι κι αυτός πεθαμένος.
Έπειτα, μετά από ένα μεγάλο διάλειμμα, μονολογεί ο Μπάμπης:
- Πισίνα; Μα δεν έχουμε πισίνα… Δεν κάλεσα στο 210-123456;
Σε μια από τις τακτικές πτήσεις μια αεροπορικής εταιρίας, οι επιβάτες έχουν ήδη επιβιβαστεί στο σκάφος και περιμένουν τους πιλότους να μπουν για να απογειωθούν. Τελικά ο κυβερνήτης και ο συγκυβερνήτης Εμφανίζονται από το πίσω μέρος του αεροπλάνου και διασχίζουν το διάδρομο προς το πιλοτήριο.
Όμως και οι δύο είναι τυφλοί! Ο κυβερνήτης χρησιμοποιεί ένα λευκό μπαστούνι τυφλών καθώς βηματίζει στον διάδρομο, σκουντουφλώντας πάνω στα καθίσματα και χτυπώτας κατά λάθος τους επιβάτες, ενώ ο συγκυβερνήτης οδηγείται από ένα σκύλο-οδηγό για τυφλούς. Και οι δύο έχουν καλυμμένα τα μάτια τους με μαύρα γυαλιά ηλίου.
Στην αρχή οι επιβάτες δεν αντιδρούν, σκεπτόμενοι ότι είναι μάλλον κάποιο αστείο που έστησαν οι πιλότοι για να γελάσουν. Παρ’όλα αυτά, μετά από λίγα λεπτά, οι κινητήρες παίρνουν μπρος, αρχίζουν να ανεβάζουν στροφές και το αεροπλάνο αρχίζει να κινείται προς τον διάδρομο απογείωσης. Οι επιβάτες κοιτάζουν ο ένας τον άλλον με κάποια νευρικότητα και αμηχανία, ψιθυρίζοντας μεταξύ τους και ψάχνοντας απελπισμένα κάποια από τις αεροσυνοδούς για να τους καθησυχάσει.
Εκείνη τη στιγμή, το αεροπλάνο επιταχύνει γρήγορα και ο κόσμος πανικοβάλλεται. Μερικοί επιβάτες προσεύχονται και καθώς το αεροπλάνο πλησιάζει όλο και περισσότερο το τέλος του διαδρόμου, οι φωνές γίνονται όλο και πιό υστερικές. Τελικά, όταν το αεροπλάνο είναι στα 20 μέτρα από το τέρμα, σημειώνεται μια ξαφνική αλλαγή στον τόνο των κραυγών, καθώς όλοι οι επιβάτες, μέσα στον πανικό τους, έχουν αρχίσει να τσιρίζουν με όλη τους τη δύναμη και την τελευταία ακριβώς στιγμή το αεροπλάνο σηκώνει τους τροχούς του και βρίσκεται στο αέρα.
Μέσα στο πιλοτήριο, ο συγκυβερνήτης αφήνει έναν αναστεναγμό ανακούφισης και λέει στον πιλότο:
- Nα μου το θυμηθείς, κάποια από αυτές τις μέρες, οι επιβάτες δεν θα τσιρίξουν και τότε θα σκοτωθούμε όλοι μας.
Ήταν κάποτε ένας άνεργος ηθοποιός ο οποίος είχε απελπιστεί να ψάχνει για δουλειά. Κάποια μέρα συναντά τυχαία έναν τύπο από τον ζωολογικό κήπο, που ψάχνει για ηθοποιούς. Του εξηγεί ότι οικονομικοί λόγοι, δεν τους επιτρέπουν να φέρουν έναν αφρικανικό γορίλα και ότι αναζητούν έναν ηθοποιό που θα παραστήσει τον γορίλα, μέχρις ότου συγκεντρωθεί το ποσό για την αγορά του αληθινού ζώου. Αν και του φάνηκε κάπως ανόητη η δουλειά αυτή, ο ηθοποιός τη δέχτηκε.
Τις πρώτες ημέρες καθόταν μέσα στο κλουβί του, σχεδόν ακίνητος και σκεπτόταν ότι δεν είναι δυνατόν να είναι τόσο ηλίθιοι οι επισκέπτες, που να νομίζουν ότι αυτός είναι αληθινός γορίλας. Κάποια στιγμή βαρέθηκε και αποφάσισε να εξερευνήσει το μικρό κλουβί του. Τη στιγμή που αποφάσισε να κινηθεί, πρόσεξε ότι ο κόσμος απ” έξω,παρατηρούσε προσεκτικά κάθε του κίνηση. Αποφάσισε έτσι, να κάνει το πρόγραμμα πιο ελκυστικό και να τους δώσει ένα σόου. Λίγες μέρες αργότερα, βρίσκει τον εαυτό του να κρέμεται από τα κλαδιά ενός δέντρου με το ένα χέρι, να χορεύει βγάζοντας κτηνώδεις ήχους και με αυτόν τον τρόπο, να έχει μαζέψει ένα μικρό πλήθος έξω από το κλουβί του. Κάποια στιγμή, προσπαθώντας να εντυπωσιάσει μερικά παιδιά που έχουν πλησιάσει στο κλουβί, κρέμεται με τα χέρια του από ένα κλαδί κάνοντας μερικά ακροβατικά.
Όμως το χέρι του ξεφεύγει και πετώντας πάνω από τον μεσότοιχο, προσγειώνεται κατευθείαν μέσα στο κλουβί του λιονταριού. Το λιοντάρι τον αντιλαμβάνεται κι αρχίζει να τον πλησιάζει απειλητικά. Ο ηθοποιός οπισθοχωρεί όσο μπορεί και βλέποντας ότι το λιοντάρι πλησιάζει, αρχίζει να φωνάζει:
- Βοήθεια! Βοήθεια! Παρακαλώ, βοηθήστε με!
Με αυτές τις κραυγές το λιοντάρι τον πλησιάζει σβέλτα και του ψιθυρίζει:
- Σκάσε ηλίθιε, έτσι που τσιρίζεις, θα μας απολύσουν όλους από εδώ μέσα.
Μόλις έχει βρέξει και στο σπίτι το αντρόγυνο συζητά περί φαγητού. «Πήγαινε Μήτσο μου να μαζέψεις σαλιγκάρια, καιρό έχουμε να φάμε», προτείνει η σύζυγος στον άντρα της. «Καλή ιδέα», απαντά αυτός, και ξεκινά την αναζήτηση.
Πράγματι, πολλά τα σαλιγκάρια, πέρασε γρήγορα η ώρα, ώσπου κάποια στιγμή το απόγευμα εκεί που μάζευε ο Μήτσος βλέπει ένα φίλο του.
- Ρε συ, πάμε να πιούμε κανά κρασάκι, του λέει ο φίλος του.
- Μπα, θα με σκοτώσει η γυναίκα μου. Άστο καλύτερα.
- Πάμε ρε, καιρό έχουμε να τα πούμε, επέμενε ο άλλος.
Τελικά κατάφερε να τον πείσει και βρέθηκαν να τα πίνουν με τις ώρες. Το ένα ποτήρι κρασί έφερε το άλλο και πήγε η ώρα περασμένα μεσάνυχτα. Μόλις το παίρνει χαμπάρι ο Μήτσος λέει:
- Θα με σκοτώσει η γυναίκα μου. Της είπα ότι πάω για σαλιγκάρια και λείπω όλη μέρα.
Παίρνει λοιπόν τα σαλιγκάρια του και τρέχει προς το σπίτι. Φτάνοντας στο κατώφλι του σπιτιού του, βλέπει το φως αναμμένο. Αντιλαμβανόμενος τί έχει να ακούσει από τη γυναίκα του που τον περίμενε, ανοίγει τη σακούλα και σκορπάει τα σαλιγκάρια κάτω. Τότε ανοίγει την πόρτα και βλέπει τη σύζυγό του έτοιμη να του ορμήξει με το τηγάνι στο χέρι. Αμέσως ο Μήτσος γυρίζει το κεφάλι του προς τα πίσω και κάνοντας πως μιλάει στα σαλιγκάρια, λέει:
- Έλα, άλλο λίγο και φτάσαμε!
Ήταν κάποιος που μόλις είχε αγοράσει ένα καινούργιο αυτοκίνητο. Οδηγώντας προς το σπίτι του, συναντάει στο δρόμο μια γιαγιά, η οποία του ζητά να την πάει στο χωριό.
Μπαίνει μέσα στο αμάξι η γιαγιά και ο οδηγός ξεκινά γρήγορα, βγαίνει στην εθνική οδό και ανεβάζει ταχύτητα 100, 150, 200 και πιάνει 250χλμ/ώρα τελική. Όπως πηγαίνει γρήγορα, πατάει και σκοτώνει μια χελώνα. Αρχίζει η γιαγιά να φωνάζει και να λέει «σκότωσες το ζώο του θεού, τί έκανες, πάει το ζωντανό». Αυτός νευριασμένος γυρνάει και της λέει:
- Γιαγιά ξέρεις να οδηγείς;
- Όχι, απαντά η γιαγιά.
- Τότε σκάσε, της λέει όλο νεύρα ο οδηγός.
Παρακάτω χτυπά μια αγελάδα και η γιαγιά αρχίζει να λέει πάλι «σκότωσες το ζώο του θεού, τί έκανες κακούργε!». Αυτός πολύ νευριασμένος γυρνά και της λέει:
- Γιαγιά ξέρεις να οδηγείς;
- Όχι, απαντά η γιαγιά.
- Τότε σκάσε, της ξαναλέει ο οδηγός.
Η γιαγιά σκέφτεται ότι δεν μπορεί να συνεχισθεί αυτό και παρακάτω αν την ξαναρωτήσει, θα απαντήσει ναι. Παρακάτω λοιπόν, καθώς έτρεχε με 250χλμ/ώρα, χτυπάει ένα ζευγάρι ηλικιωμένωνν που έβγαινε από την εκκλησία. Αρχίζει να φωνάζει πάλι η γιαγιά «τί έκανες, σκότωσες τους χριστιανούς» και τότε ο οδηγός γυρνά νευριασμένος και της λέει:
- Γιαγιά ξέρεις να οδηγείς;
- Ναι, απαντά αυτή τη φορά η γιαγιά.
- Ε τότε, πού είναι το φρένο;
Τρείς μεθυσμένοι, ανεβασμένοι στην κορυφή ενός ουρανοξύστη, κοιτάνε το έδαφος 600 μέτρα κάτω και ξαφνικά λέει ο ένας:
- Ρε παιδιά, αισθάνομαι τόσο καλά που νομίζω ότι θα πετάξω.
Δίνει λοιπόν μια βουτιά και αρχίζει να πέφτει. Κι εκεί που πήγε να τσακιστεί 10 μέτρα από το έδαφος, δίνει μια και ξανανεβαίνει πάνω, εκεί που ήταν οι άλλοι δύο. Μόλις το βλέπει αυτό ο δεύτερος λέει:
- Μάγκες, σειρά μου να πετάξω, και βαράει βουτιά στο κενό.
Σε αντίθεση με τον πρώτο όμως, αυτός τσακίζεται και γίνεται αλοιφή στο πεζοδρόμιο… Γυρνάει τότε ο τρίτος και λέει στον πρώτο:
- Ρε Σούπερμαν, όταν μεθάς γίνεσαι πολύ μακάκας…
Ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας πάει στην Ιαπωνία για κάτι δουλειές. Φτάνει το απόγευμα και είχε την επόμενη μέρα ένα σημαντικό ραντεβού και μετά, σε περίπτωση που έκλεινε τη συμφωνία, μια παρτίδα γκολφ με τους νέους του συνεργάτες.
Όμως, επειδή ήθελε να δοκιμάσει την παράδοση των Γιαπωνέζων εκδιδόμενων γυναικών, πήρε μια γκέισα για μια νύχτα. Ενώ ήταν λοιπόν μέσα στο πάθος, ξαφνικά ξεφωνίζει αυτή «KAWASAKI!». Aυτός φυσικά δεν καταλάβαινε αλλά φαντάστηκε ότι είναι η επιβράβευση του για το ότι ήταν πολύ καλός.
Συνέχισε λοιπόν πιο δυνατά και άρχισε αυτή «KAWASAKI! KAWASAKI!» ώσπου τελικά δεν άντεξε και σηκώνεται και φεύγει πριν αυτός καταλάβει τί γίνεται.
- «“Ημουν πολύ καλός γι” αυτήν φαίνεται» σκέφτεται και πέφτει για ύπνο. Την άλλη μέρα πάει στο συμβούλιο και αφού κλείνει τη συμφωνία των πολλών εκατομμυρίων δολλαρίων τον καλούν για μια παρτίδα γκολφ. Εκεί, σε μια πολύ μακρινη βολή καταφέρνει και βάζει το μπαλάκι με την πρώτη και για Να δείξει ότι έμαθε και Ιαπωνικά, φωνάζει «KAWASAKI!» Οι Ιαπωνέζοι συνεργάτες του τον κοιτάνε περίεργα και τον ρωτάνε:
- Τί εννοείς “λάθος τρύπα’;
Πεθαίνει ένας μηχανικός και πάει στις πύλες του Παραδείσου. Εκεί ο Άγιος Πέτρος τον ρωτάει:
- Τί δουλειά έκανες;
- Ήμουν μηχανικός, απαντάει.
- Τότε δεν ήρθες στο σωστό μέρος. Στην Κόλαση θα πας. Οπότε πάει στην Κόλαση, όπου ο Σατανάς τον δέχεται. Όμως ο μηχανικός δεν είναι καθόλου ευχαριστημένος από τις παροχές και τις ανέσεις της Κόλασης. Οπότε, πιάνει δουλειά και αρχίζει να βελτιώνει τα πράγματα. Φτιάχνει ασανσέρ, βάζει κλιματισμό, βάζει καζανάκι στις τουαλέτες κλπ. Σε κάποια φάση λοιπόν, τηλεφωνάει ο Θεός τον Σατανά και τον ρωτάει:
- Τί γίνεται εκεί;
- Ε, μια χαρά. Τα πράγματα έχουν βελτιωθεί πολύ εδώ, απαντά εκείνος.
- Τί μου λες; Πώς έγινε αυτό;
- Ε, να ήρθε ένας μηχανικός και έχει βελτιώσει τα πράγματα, έβαλε κλιματισμό, ασανσέρ, καζανάκι στις τουαλέτες κλπ.
- Μηχανικός; Τί δουλειά έχει εκεί; Στείλε τον στον Παράδεισο.
- Τί λες ρε; Δεν στον δίνω.
- Δώσε τον, γιατί αλλιώς θα σου κάνω μήνυση.
- Και πού θα βρεις δικηγόρο;
Ένας κοντός cowboy, γύρω στο 1.60, μπαίνει αγριεμένος στο σαλούν και χτυπώντας το χέρι του στο μπαρ ουρλιάζει:
- Ποιός από εσάς ρε, έβαψε το άλογό μου πράσινο;
Τότε πετάγεται ένας τύπος γύρω στα δύο μέτρα και 120 κιλά, τον βουτάει απ’τον γιακά, τον σηκώνει στη μούρη του και τον ρωτάει:
- Εγώ ρε! Τραβάς κανένα ζόρι;
Κι ο άλλος, πανικόβλητος και με τρεμάμενη φωνή του απαντά:
- Όχι ρε φίλε. Απλώς ήθελα να ρωτήσω πότε θα περάσεις το δεύτερο χέρι γιατί η μπογιά έχει σχεδόν στεγνώσει…
Ένας πενηντάχρονος, πάει στο γιατρό για εξέταση σπέρματος. Ο γιατρός του δίνει ένα άδειο βαζάκι και του λέει να το φέρει με δείγμα. Την άλλη μέρα πάει ο πενηντάχρονος με το βαζάκι άδειο.
- Τι έγινε; Πού είναι το δείγμα; τον ρωτάει ο γιατρός.
- Άσε γιατρέ, πολύ ζόρικα τα πράγματα. Πρώτα δοκίμασα με το δεξί μου χέρι, αλλά τίποτα. Μετά με το αριστερό, αλλά τίποτα. Μετά δοκίμασα και με τα δύο χέρια, αλλά πάλι τίποτα. Φώναξα τη γυναίκα μου, δοκίμασε με το δεξί αλλά τίποτα, με το αριστερό τίποτα, δοκίμασε με το στόμα, πάλι τίποτα.
- Τίποτα; ρωτάει έκπληκτος ο γιατρός.
- Τίποτα σας λέω γιατρέ μου. Ύστερα φώναξα και την κόρη μου.
- Και την κόρη σας;
- Ναι. Τί με τα χέρια, τί με το στόμα, τίποτα! Προσπαθήσανε και οι δύο μαζί, τίποτα. Ε, μετά αναγκαστήκαμε να φωνάξουμε και τη γειτόνισσα.
- Τη γειτόνισσα;
- Ναι την καημένη, τη λυπήθηκα. Τρείς ώρες προσπαθούσε, μια με τα χέρια, μια με το στόμα, αλλά τίποτα.
- Μα είναι φοβερό αυτό που μου λέτε… - Ακριβώς γι” αυτό ήρθα γιατρέ. Δώστε μου ένα άλλο βαζάκι, γιατί αυτό δεν ανοίγει με τίποτα…
Δυο ζευγάρια έπαιζαν πόκερ ένα απόγευμα. Κάποια στιγμή του Νίκου του έπεσαν κατά λάθος κάποια φύλλα στο πάτωμα και έσκυψε να τα μαζέψει.
Κάτω από το τραπέζι όμως, με έκπληξη, είδε ανοιχτά τα πόδια της Ρένας, της γυναίκας του Γιώργου που δεν φορούσε εσώρουχο.
Απόλαυσε το θέαμα και ταραγμένος σήκωσε το κεφάλι. Κάποια στιγμή πήγε στην κουζίνα να πάρει αναψυκτικά. Η Ρένα τον ακολούθησε και τον ρώτησε:
- Είδες τίποτε που σου άρεσε όταν έσκυψες;
Έκπληκτος από το θράσος της ο Νίκος, της απάντησε ότι όντως είδε κάτι που του άρεσε πολύ. Η Ρένα τότε απάντησε:
- Ωραία… αν θέλεις να το απολαύσεις θα σου στοιχίσει 1000 ευρώ.
Χρειάστηκε ένα λεπτό ο Νίκος να συνέλθει, να το υπολογίσει και απάντησε ότι ενδιαφέρεται. Του είπε ότι ο Γιώργος, ο άντρας της, τις Παρασκευές δουλεύει απογεύματα και μπορούσε να πάει κατά τις 2 στο σπίτι της. Παρασκευή λοιπόν, 2 η ώρα, έμπαινε στο σπίτι της και αφού πέρασαν ένα απόγευμα γεμάτο έρωτα και πάθος, της έδωσε τα 1000 ευρώ και έφυγε.
Κατά τις 6 γύρισε ο Γιώργος σπίτι και μπαίνοντας ρωτάει τη γυναίκα του:
- Πέρασε από εδώ ο Νίκος το μεσημέρι;
Πανικόβλητη η Ρένα και ενώ η καρδιά της πήγαινε να σπάσει απάντησε:
- Γιατί ρωτάς; Ναι, πέρασε για λίγα λεπτά το μεσημέρι.
- Και σου έδωσε 1000 ευρώ; ρωτάει ο Γιώργος.
Η Ρένα τρομοκρατημένη πλέον τελείως, σκέφτεται ότι από κάπου κάτι έμαθε αλλά βρίσκοντας την ψυχραιμία της απαντά:
- Ναι αγάπη μου, όντως έφερε 1000 ευρώ.
Οπότε ο Γιώργος ανακουφισμένος λέει:
- Το ήξερα ότι είναι άνθρωπος εμπιστοσύνης. Ήρθε το πρωί από το γραφείο να μου ζητήσει 1000 ευρώ δανεικά και μου είπε ότι θα περνούσε από το σπίτι το απόγευμα να σου τα αφήσει.
Πάει κάποιος στο ψυχίατρο και του λέει:
- Γιατρέ μου έχω πρόβλημα. Μετά την πρώτη φορά που κάνω έρωτα με τη γυναίκα μου, κρυώνω, τρέμω, μελανιάζω απ΄το κρύο, χτυπάνε τα δόντια μου, παγώνω και μετά τη δεύτερη φορά, ανάβω, ζεσταίνομαι, ιδρώνω, κοκκινίζω, λιώνω.
Ο γιατρός ξύνει το κεφάλι του με αμηχανία και του λέει:
- Φίλε μου, στην παγκόσμια ιατρική βιβλιογραφία δεν αναφέρεται τίποτα παρόμοιο, αλλά πιστεύω ότι το πρόβλημά σου είναι ψυχολογικό, γι” αυτό πάρε αυτά τα χάπια και σ” ένα μήνα που θα τελειώσουν, θέλω να σε ξαναδώ.
Παίρνει τα χάπια ο «ασθενής», πάει σπίτι του και, μετά από ένα μήνα επισκέπτεται πάλι τον ψυχίατρο.
- Είδες καμιά βελτίωση; ρωτάει ο ψυχίατρος.
- Τίποτα γιατρέ μου. Η ίδια κατάσταση. Μετά την πρώτη φορά που κάνω έρωτα με τη γυναίκα μου, κρυώνω, τρέμω, μελανιάζω απ΄το κρύο, χτυπάνε τα δόντια μου, παγώνω και μετά τη δεύτερη φορά, ανάβω, ζεσταίνομαι, ιδρώνω, κοκκινίζω, λιώνω.
- Όπως σου είπα, πιστεύω ότι το πρόβλημά σου είναι ψυχολογικό, γι” αυτό συνέχισε τη θεραπεία με τα χάπια που σου είχα δώσει πριν, πάρε κι αυτά επιπλέον και σ” ένα μήνα έλα να σε ξαναδώ, αλλά φέρε και τη γυναίκα σου μαζί, να πούμε δυο κουβέντες και μαζί της, μήπως μπορέσει να βοηθήσει.
Φεύγει ο «ασθενής», πάει σπίτι του, παίρνει όλα τα χαπάκια και στο μήνα επάνω, μαζί με την κυρά του, επισκέπτεται τον ψυχίατρο για τρίτη φορά. Ο ψυχίατρος τον παίρνει μέσα και τον ρωτάει:
- Είδες καμιά βελτίωση;
- Τίποτα γιατρέ μου. Η ίδια κατάσταση. Μετά την πρώτη φορά που κάνω έρωτα με τη γυναίκα μου, κρυώνω, τρέμω, μελανιάζω απ’το κρύο, χτυπάνε τα δόντια μου, παγώνω και μετά τη δεύτερη φορά, ανάβω, ζεσταίνομαι, ιδρώνω, κοκκινίζω, λιώνω.
Ο γιατρός ξύνει το κεφάλι του με περισσή αμηχανία και του λέει:
- Εντάξει, πήγαινε τώρα έξω και στείλε μου τη γυναίκα σου. Θέλω να συζητήσω κάτι μαζί της ιδιαιτέρως.
Μπαίνει μέσα η σύζυγος μετά από λίγο και ο γιατρός προσπαθεί να της εξηγήσει το πρόβλημα:
- Ξέρετε, κυρία μου, ο άντρας σας έχει ένα πρόβλημα… - Πρόβλημα; απορεί αυτή. Τί πρόβλημα;
- Να, μετά την πρώτη φορά που κάνετε έρωτα, κρυώνει, τρέμει, μελανιάζει απ΄το κρύο, χτυπάνε τα δόντια του, παγώνει και μετά τη δεύτερη φορά, ανάβει, ζεσταίνεται, ιδρώνει, κοκκινίζει, λιώνει… - Δεν καταλαβαίνω γιατρέ. Πού είναι το πρόβλημα, του λέει αυτή.
- Μα δεν είναι φυσιολογικό, επιμένει ο γιατρός.
- Φυσιολογικότατο είναι! απαντάει αυτή και εξηγεί: Η πρώτη φορά είναι το Φεβρουάριο κι η δεύτερη τον Αύγουστο!