Πάει ένας πιτσιρίκος στο ψιλικατζίδικο να πάρει τροφή για τις κότες:
- Έχεις κότες; ρωτάει ο ψιλικατζής.
- Ναί, έχω, απαντάει ο μικρός.
- Ε, τότε φέρε μου μία να δώ, να βεβαιωθώ ότι έχεις κότες και θα σου δώσω τροφή.
Γυρνάει σπίτι ο μικρός, παίρνει μία κότα, πάει και την δείχνει στον ψιλικατζή, και αυτός του δίνει τροφή.
Την άλλη μέρα πάει και ζητάει τροφή για τα κουνέλια:
- Έχεις κουνέλια; ρωτάει ο ψιλικατζής.
- Ναί, έχω, απαντάει ο μικρός.
- Ε, τότε φέρε μου ένα να δώ.
Γυρνάει σπίτι ο μικρός, παίρνει ένα κουνέλι, πάει και το δείχνει στον ψιλικατζή, και αυτός του δίνει τροφή.
Μετά από μερικές μέρες τον στέλνει ο πατέρας του να πάρει χαρτί υγείας.
Πηγαίνει ο μικρός στο ψιλικατζίδικο με μία σακούλα:
- Τί θέλεις πάλι; ρωτά ο ψιλικατζής.
- Βάλε το χέρι σου μέσα στην σακούλα, λέει ο μικρός, και θα καταλάβεις.
Βάζει το χέρι του ο ψιλικατζής μέσα στην σακούλα και πιάνει σκατά!
Όπως το βγάζει γρήγορα εξαγριωμένος, του λέει ο μικρός:
- Θέλω να αγοράσω ένα χαρτί υγείας...

Ένας κύριος μπαίνει σε ένα μπακάλικο και ζητά δύο κονσέρβες φαί για σκύλο...
- Συγνώμη, του λέει ο ηλίθιος υπάλληλος, αλλά πριν σας πουλήσω σκυλοτροφή, πρέπει να βεβαιωθώ ότι έχετε σκύλο...
Πάει ο κύριος σπίτι του, βάζει στο αυτοκίνητο τον σκύλο του και γυρίζει στο μπακάλικο.
- Ευχαριστώ πολύ, λέει ο υπάλληλος και του δίνει δύο κονσέρβες σκυλοτροφή.
Την άλλη μέρα, ξαναπάει στο μπακάλικο και ζητά δύο κονσέρβες φαί για γάτες...
- Συγνώμη, του λέει ο ηλίθιος υπάλληλος, αλλά πριν σας πουλήσω γατοτροφή, πρέπει να βεβαιωθώ ότι έχετε γάτα...
Πάει ο κύριος σπίτι του, μες τα νεύρα, βάζει στο αυτοκίνητο τον γάτο του και γυρίζει στο μπακάλικο.
- Ευχαριστώ πολύ, λέει ο υπάλληλος και του δίνει δύο κονσέρβες γατοτροφή...
Την άλλη μέρα, πηγαίνει πάλι ο κύριος στο ίδιο μπακάλικο κρατώντας ένα κουτί γεμάτο τρύπες...
- Τι είναι αυτό; ρωτά ο υπάλληλος.
- Βάλε το δάκτυλο μέσα, λέει ο κύριος.
- Μα...
- Β α λ τ ο...
Βάζει σιγά-σιγά το δάκτυλο μέσα ο υπάλληλος.
- Βγάλτο έξω και πες μου με τι μοιάζει, λέει ο κύριος.
- Σ Κ Α Τ Α Ε Ι Ν Α Ι ! Φωνάζει ο υπάλληλος !
- Ακριβώς, λέει ο κύριος! Μπορώ να έχω τώρα δύο ρολά χαρτί τουαλέτας;
Ένας σκουπιδιάρης κάνει έρανο Χριστουγέννων. Χτυπάει λοιπόν την πόρτα ενός διαμερίσματος και βγαίνει μια φανταστική γυναικάρα. Αυτός τα χάνει στην αρχή αλλά της εξηγεί:
- Κάνω έρανο για το ΣΕΣ (Σώμα Ελλήνων Σκουπιδιάρηδων), θέλετε να συνεισφέρετε;
Αυτή του λέει ναι και τον βάζει κάτω και του αλλάζει τα φώτα. Ο τύπος τα έχει παίξει! Τελικά μετά από πολλές ώρες ο τύπος κοιμάται στο διαμέρισμα της ξανθιάς και το άλλο πρωί αυτή του φέρνει πρωινό στο κρεβάτι. Αφού πέρασε λίγη ώρα ο τύπος ετοιμάζεται να γυρίσει σπίτι του και αυτή του δίνει ένα κατοστάρικο.
- Να σε ρωτήσω κάτι; της λέει.
- Γιατί τα έκανες όλα αυτά; Και γιατί μου έδωσες ένα κατοστάρικο;
- Έτσι μου είπε ο άνδρας μου να κάνω προτού φύγει ταξίδι για κάτι δουλειές. Μου είπε:
"Αν περάσει ο ταχυδρόμος για έρανο δώσε του ένα χιλιάρικο. Αν περάσει ο σκουπιδιάρης, γάμα τον, δώσε του ένα κατοστάρικο." Το πρωινό ήταν δική μου ιδέα!
Πάει ένας δράκουλας σε ένα μπαρ. Και τον ρωτάει ο μπάρμαν.
- Τι θα πάρετε;
Απαντάει ο δράκουλας:
- Ένα ποτήρι ζεστό νερό.
- Δεν θέλεις ένα ποτήρι παγωμένο αίμα, να σε πιάσει; ρωτάει ο μπάρμαν.
Και απαντάει ο δράκουλας.
- Όχιχ, θέλω ένα ποτήρι ζεστό νερό.
- Είσαι σίγουρος ότι δεν θέλεις ένα ποτήρι παγωμένο αίμα; ξαναρωτάει ο μπάρμαν.
- Ναι, είμαι! απαντάει
Ο μπάρμαν του δίνει το ποτήρι με το ζεστό νερό και ο δράκουλας βγάζει από την τσέπη του ένα ταμπόν, το βάζει μέσα στο ποτήρι και λέει στον μπάρμαν:
- Ορίστε! Τι προκαταλήψεις είναι αυτές για εμάς τους βρυκόλακες; Ούτε ένα τσάι δεν μπορούμε να πιούμε;!
Είναι η μέρα που ο Aγιος Πέτρος δέχεται τους πεθαμένους στον παράδεισο.
Ουρά έξω από την πύλη. Κατά τις 10 έρχεται ο Aγιος βαριεστημένος με το καφεδάκι του και το τσιγάρο του. Ανοίγει την πύλη και λέει να περάσει ο πρώτος. Περνά ο πρώτος και τον ερωτάει ο Aγιος:
- «Παντρεμένος φίλε; ναι του απαντά. και δεν μου λες, έχεις απατήσει την γυναίκα σου; τι να πει και αυτός, ψέματα στον άγιο δεν γίνεται.
Ναι του απαντά, παντρεμένος και την έχω απατήσει την γυναίκα μου καμιά δεκαριά φόρες. Καλά του λέει ο Aγιος. Πέρνα στον παράδεισο. Το ίδιο έγινε και με όλους τους υπόλοιπους. Όλοι είχαν κάνει τις ατασθαλίες τους και όλοι περνούσαν στον παράδεισο.
Στο τέλος της ουράς στεκόταν ένας τύπος, κοντός, φαλακρός, χωρίς δόντια, ζαρωμένος, με τεράστια μύτη και αδύνατος. Γενικά ένας άνθρωπος απελπισία. Τέρας και έκτρωμα της φύσης. Έτριβε τα χέρια του και μονολογούσε. Ωραία, έχω σίγουρη θέση.
Αφού πέρασαν όλοι αυτοί που έκαναν το κέρατο επιστήμη εγώ που δεν κεράτωσα ποτέ την γυναίκα μου είμαι σίγουρα μέσα. Φτάνει λοιπόν και η σειρά του. Παντρεμένος; ρωτά ο Aγιος. Μάλιστα άγιε πατέρα, και δεν μου λες μεγάλε απάτησες την γυναίκα σου; ποτέ άγιε. Τότε πέρνα στην κόλαση.
Κάγκελο ο τύπος. Μα τι λες άγιε; πέρασαν όλοι οι αμαρτωλοί κι εγώ που είμαι καθαρός θα πάω στην κόλαση; ναι του λέει ο Aγιος. Γιατί; ρωτά και του απαντά. εγώ μεγάλε είμαι εδω για να συγχωρώ τις αμαρτίες και όχι τις μαλακιές.
- Ο Κώστας μόλις είχε πάρει το δίπλωμα αλεξιπτωτιστών.
Η μάνα του του έλεγε να μην πετάξει ακόμα με το αλεξίπτωτο γιατί είδε όνειρο πως το αλεξίπτωτο δεν θα ανοίξει.
- Πάει την άλλη μέρα στο σχολείο ο Κώστας λέει στον φίλο του τον Γιάννη "η μητέρα μου είπε πως αν πετάξω με αλεξίπτωτο αυτό δεν θα ανοίξει" και του απαντάει και ο Γιάννης " μην φοβάσαι αυτά λένε πάντα οι μανάδες για να εμποδίσουν τα παιδιά τους".
Πάνε την άλλη μέρα να πετάξουνε. Είχαν μπει σε ένα αεροπλάνο και περίμεναν μέχρι να τους πει ο πιλότος να πηδήξουνε.
- Λέει ο Γιάννης στον Κώστα τότε "να για να αισθάνεσαι ότι δεν κινδυνεύεις έλα να ανταλλάξουμε αλεξίπτωτα" ο Κώστας του λέει "εντάξει".
Πηδάει ο Κώστας κάτω ανοίγει το αλεξίπτωτο. Μετά πήδηξε και ο Γιάννης. Ξαφνικά βλέπει τον Γιάννη να έρχεται με φόρα προς τα κάτω.
- Περνάει δίπλα στον Κώστα και λέει "γα*ώ το μο**ί της μάνας σου Κώσταααααααα!

Η Αντριάνα μια θρησκευόμενη νέα γυναίκα έτρεξε με αγωνία στον εξομολόγο της.
- Αστα, πάτερ, αμάρτησα βαριά η ηλίθια. Δεν μπορώ να ησυχάσω από τις τύψεις μου.
- Τι έκανες Ανδριάνα; Εσύ πάντα είσαι άμεμπτη.
- Να στο λεωφορείο... είμαστε όλοι όρθιοι και κρατιόμαστε από τις χειρολαβές. Κάποιος με έσπρωχνε με τον π**τσο του ΄πίσω μου. Μου άρεσε και δεν διαμαρτυρήθηκα. Έβαλα το χέρι μου και τον... έπιασα. Αμέσως συνήλθα και έσπευσα να κατεβώ από το λεωφορείο.
- Με ποιο χέρι το έκανες, Ανδριάνα, δώστο μου να το φυσήξω να διώξω την το διάβολο από πάνω του και να το σταυρώσω να καθαρθεί. Για να σωθείς όμως πρέπει κάθε πρωί να πηγαίνεις στο ποτάμι, να το κτυπάς 40 φορές στο νερό, να κάνεις το σταυρό σου κι έπειτα από 40 ημέρες να έλθεις να σε κοινωνήσω με αγιασμό...
*Η Αντριάνα ακολούθησε τη συμβουλή του πνευματικού της κι έκανε ό,τι της είπε. Έπειτα από 10 μέρες είδε τη Βασίλω πιο πάνω να κτυπά και τα δυο της χέρια στο νερό. Γύρισε και τη ρώτησε:
- Και σένα ο πάτερ Δ. σε έστειλε εδώ; Εμ, με τις κουταμάρες που κάνουμε εμείς οι γυναίκες, καλά να μας κάνει...
- Ναι καλά, κάτι κάναμε εμείς.. τίποτα δεν κάναμε μπροστά στην Ασήμω. Την έχει στείλει πιο κάτω και κάνει γαργάρες από το πρωί μέχρι το βράδυ!
Μια φορά ένας γερός αποφάσισε να νοικιάσει το ισόγειο της μονοκατοικίας που έμενε.
Στην αγγελία που έβαλε, απάντησε ένα μουσικό συγκρότημα χέβυ μέταλ και έτσι έπιασαν το σπίτι.
Ένα βράδυ, ο γέρος ξύπνησε από δυνατή μουσική και φωνές, και κατέβηκε κάτω για να δει τι γίνετε.
- Σιγά ρε παιδιά κάντε ησυχία να κοιμηθούμε λέει ο γερός.
- Μια τελευταία πρόβα κάνουμε, αύριο δίνουμε συναυλία, είπαν αυτοί, και ο γέρος έφυγε.
Την επόμενη μέρα και πάλι τα ίδια, η δυνατή μουσική και ο γέρος ξανακατεβαίνει κάτω, τους φωνάζει πάλι, και αυτοί πάλι του λένε:
- Μια τελευταία πρόβα κάνουμε ,αύριο δίνουμε συναυλία.
Μετά από δύο μέρες και πάλι το ίδιο με τους χεβιμεταλάδες να δίνουν ρέστα και τον γέρο να κατεβαίνει και πάλι να τους λέει να σταματήσουν και να ακούει από αυτούς το ίδιο:
- Αυτή είναι η τελευταία μας πρόβα αύριο δίνουμε συναυλία.
Την επόμενη μέρα ξανά το ίδιο, με τη μουσική στο τέρμα και το σπίτι να κουνιέται ολόκληρο, ο γέρος όμως άφαντος!
- Ρε λες και να έπαθε τίποτα ο γέρος; είπε ο ένας, και αποφάσισαν να ανέβουν πάνω για να δουν μήπως έπαθε κάτι. Μόλις μπήκαν μέσα είδαν το γέρο να τραβάει μαλακία.
- Κύριε Κώστα τι κάνετε εκεί; ρωτάει ο ένας. Και ο γέρος απαντάει:
- Τελευταία πρόβα αύριο σας γάμησα!.